Τελευταία νέα
Οι 8 προτάσεις Ανδρουλάκη για το ιδιωτικό χρέος: «Βάζουμε τέλος στην ασυδοσία των funds» Απολυμένοι ΛΑΡΚΟ και ρετσινάδες Εύβοιας σε κοινή κάθοδο στην Αθήνα Κομισιόν: Εγκρίθηκε ελληνικό πρόγραμμα κρατικών ενισχύσεων 450 εκατ. ευρώ για ενεργοβόρες εταιρείες Βρετανία: Τέλος οι έρευνες για τον μικρό Μπεν που είχε εξαφανιστεί στην Κω – Τι λέει η μητέρα του Στο κόμμα Καρυστιανού και ο ηθοποιός Νίκος Ζιάγκος: «Έρχομαι κι εγώ, με τη νίκη παιδιά» Πολιτική Επιτροπή ΝΔ: Δύο μέλη της Ομάδας Αλήθειας στην πρώτη εικοσάδα Μαρινάκης για κόμμα Τσίπρα: Να απολογηθεί για τους χιλιάδες βαρυποινίτες που αποφυλάκισε Η Ryanair προετοιμάζεται ακόμη και για το χειρότερο σενάριο – Έτοιμη για σχέδιο «Αρμαγεδδώνα» λόγω καυσίμων Surviror: Συγκλονίζει ο πατέρας του Σταύρου Φλώρου – «Ο Μάνος Μαλλιαρός τον έσωσε δύο φορές» Καραχάλιος κατά Καρυστιανού για το νέο κόμμα: «Δέχθηκε εντολή από τη Μόσχα» Μαρινάκης για Τσίπρα: “Τώρα είναι αργά για δάκρυα, η ιστορία δεν ξαναγράφεται” 18η Μαΐου: Παγκόσμια ημέρα για τις γυναίκες στη ναυτιλία
Efsyn.gr

Νησίδες: Ο Γιώργος Λιάνης για τον Αλέκο Παναγούλη – «Δεν μπόρεσαν να μου στερήσουν τίποτα»

Από τις 13 Αυγούστου του 1968 μέχρι την αποφυλάκισή του από το Μπογιάτι, στις 21 Αυγούστου του 1973, κυριολεκτικά βρέθηκε στο πουργατόριο. Δεσμώτης της χούντας, καταδικασμένος δις εις θάνατον για την απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα Γεωργίου Παπαδόπουλου. Τις απαντήσεις για όλα όσα συνέβησαν, καταφέραμε και τις πήραμε δύο δημοσιογράφοι: η Οριάνα Φαλάτσι, η μεγαλύτερη Ιταλίδα δημοσιογράφος, με παγκόσμια διάσταση, και εγώ, νεαρός ρεπόρτερ τότε στο περιοδικό «Επίκαιρα». Πήγαμε πρώτοι στο σπίτι του Αλέξανδρου Παναγούλη στη Γλυφάδα. Εκεί πήραμε –όχι από κοινού, αλλά χωριστά– δύο μαραθώνιες συνεντεύξεις. Η δική μου κράτησε επτά ώρες. Της Οριάνας κράτησε δέκα ώρες την πρώτη μέρα και ολόκληρο το επόμενο εικοσιτετράωρο. Κοιμήθηκε στον καναπέ του σπιτιού του, φορώντας στρατιωτικά ρούχα, σαν αυτά που φορούσε όταν πήγε στο Βιετνάμ για να πάρει συνέντευξη από τον Θιέου.
Από την πρώτη μου συνέντευξη με τον Αλέξανδρο Παναγούλη παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα:
Ποιο ήταν το πολυτιμότερο πράγμα που στερήθηκες στη φυλακή τόσα χρόνια;
Δεν μπόρεσαν να μου στερήσουν τίποτα, γιατί είχα τη δύναμη να αρνηθώ τα πάντα.
Τι σήμαιναν τα λόγια σου μόλις βγήκες από το κελί: «Τώρα μεγάλωσε ο χώρος της φυλακής μου»;
Πιστεύω πως ολόκληρη η Ελλάδα είναι μια φυλακή. Απ’ αυτήν την άποψη, είτε είσαι στη φυλακή είτε έξω είναι το ίδιο. Εάν θεωρήσουμε την ελευθερία σαν συνάρτηση, τότε η παράμετρος με τη μικρότερη σημασία είναι αυτή που ορίζει τον χώρο της. Θέλω να πω, ότι ο ελεύθερος άνθρωπος είναι ελεύθερος και στη φυλακή, ενώ ο μη ελεύθερος είναι «δεσμώτης» και έξω.
Αισθάνεσαι ήρωας;
Ηρωες δεν υπάρχουν. Εάν, όμως, ο πόνος είναι μορφή προσφοράς, τότε κι εγώ κάτι έχω προσφέρει.
Πώς θα μπορούσαμε να δικαιολογήσουμε σε έναν άνθρωπο την απόπειρα δολοφονίας; Εν ονόματι τίνος ανθρώπινου ή θείου νόμου νομίζεις ότι είχες το δικαίωμα να σκοτώσεις;
Οταν επιβάλλεται η τυραννία, πρέπει στον κάθε άνθρωπο να γεννιέται ένας τυραννοκτόνος. Αλίμονο στους λαούς που δεν μπορούν να γεννήσουν έναν τυραννοκτόνο. Δεν είμαι ικανός να σκοτώσω έναν άνθρωπο, επιδίωξα να σκοτώσω έναν τύραννο. Αλίμονο, όμως, στους λαούς που δεν σκοτώνουν τους τυράννους την ώρα του αγώνα. Κάθε καταδίκη μετά, στη συνείδηση του ιστορικού μοιάζει περισσότερο με εκδίκηση. Η δημοκρατία, όμως, δεν εκδικείται.
Συνέντευξη Τύπου του Αλέκου Παναγούλη μαζί με ομάδα από τους δεσμοφύλακές του | EUROKINISSI
Η επίσκεψή μου στο σπίτι του Παναγούλη, στην Ανω Γλυφάδα, μένει ανεξίτηλη στη μνήμη μου. Φορούσε ένα πράσινο μπλουζάκι κι ένα σκούρο παντελόνι. Η ατμόσφαιρα στο σπίτι ήταν σιγαληνή. Ενα ανεπαίσθητο θρόισμα πρόδιδε κάποιον άλλο άνθρωπο μέσα στον χώρο. Η Αθηνά Παναγούλη, η μητέρα του, δεν είχε εμφανιστεί, όμως την άκουγα να συγυρίζει τα δωμάτια. Οι τοίχοι ήταν γεμάτοι από στρατιωτικά διπλώματα. Μια φωτογραφία του πατέρα του και από κάτω τα μετάλλιά του. Στο πλάι, διπλώματα του μεγάλου αδελφού του, Γιώργου, από τη Σχολή Ευελπίδων και δίπλα μια βιβλιοθήκη γεμάτη στρατιωτικές εγκυκλοπαίδειες κι ένα μεγάλο ξίφος.
Θεωρώ σχεδόν ανίερο το γεγονός ότι ενώ ξέρουμε τα πάντα γύρω από τον Αλέξανδρο, δεν ξέρουμε τίποτα, μα τίποτα, για τη ζωή του Γιώργου, που είναι τόσο ανδρεία και τόσο παράτολμη, όσο και του Αλέξανδρου. Ο Γιώργος λιποτάκτησε πρώτος, εν ενεργεία αξιωματικός του ελληνικού στρατού. Εφυγε στον Εβρο, από εκεί στην Τουρκία, από την Τουρκία στην Τεχεράνη και από την Τεχεράνη, περνώντας ίσως και από αλλού, βρέθηκε κάποια στιγμή στο Ισραήλ.
Π ρ ο δ ω μ έ ν ο ς. Η χούντα τον έμπασε σε ένα καράβι για να τον ξαποστείλει στην Ιταλία. Τις οίδε για ποιον απάνθρωπο σκοπό. Ομως, το μόνο που μάθαμε εκ των υστέρων είναι ότι στο καράβι, μεσοπέλαγα, στο δωμάτιο που κρατείτο ο Παναγούλης, βρέθηκε το παράθυρο ανοικτό και μια σειρά από ενωμένα λευκά σεντόνια να κρέμονται από το φινιστρίνι. Το μυστήριο δεν λύθηκε ποτέ. Εχουμε χρέος κάποτε να βρούμε την αλήθεια ενός αληθινού ήρωα.
Τον Παναγούλη τον έκαναν ξεχωριστό όλα όσα μάθαμε μετά για την προετοιμασία της απόπειρας, για την απίστευτη τόλμη να αναλάβει μόνος του την ευθύνη, ενώ οι σύντροφοί του τον περίμεναν σε έναν απόμερο ορμίσκο της θάλασσας. Απέτυχε για λίγα δευτερόλεπτα. Η βόμβα έσκασε ελάχιστα δευτερόλεπτα μετά το πέρασμα της τεθωρακισμένης λιμουζίνας του δικτάτορα και της κουστωδίας του.
Ο Παναγούλης ενώπιον του έκτακτου στρατοδικείου στην Αθήνα | ERT.GR
Στις φυλακές βασανίστηκε εξοντωτικά. Δεν έβγαλε λέξη από το στόμα του. Ο μόνος τρόπος να αντέξει τα μαρτύρια, ήταν να βρίζει κατάμουτρα τους βασανιστές του και να τους αποσυντονίζει. Αυτό έφερνε τη λιποθυμία του. Τα καθάρματα τον χτυπούσαν χωρίς σύστημα, λιποθυμούσε, κι αυτό ήταν λυτρωτικό. Ολα τα χρόνια τον είχαν δεμένο με βαριές γερμανικές χειροπέδες και μεγάλο διάστημα το πέρασε μέσα στην απομόνωση. Ο αρχιβασανιστής του, ο τρομερός και φοβερός Θεοφιλογιαννάκος, στη δίκη των βασανιστών είπε πως παραδέχεται τον Παναγούλη, ως τον μοναδικό αντιστασιακό. Ο διαβόητος αρχιπραξικοπηματίας Ιωαννίδης παρέστη σε ένα από τα βασανιστήρια και είπε στην ομάδα των βασανιστών: «Αυτός δεν θα μιλήσει ποτέ»!
Ο Αλέκος Παναγούλης με τη μητέρα του, Αθηνά. Εχει μόλις αποφυλακιστεί | EUROKINISSI
Κράτησα μαζί του, ακόμη κι όταν ήταν στις φυλακές του Μπογιατίου, μια μικρή αλληλογραφία, με την οποία κυρίως με πληροφορούσε για τα ποιήματα που έγραφε. Ναι, πρέπει να αναδείξουμε και αυτήν την πλευρά του Παναγούλη. Γιατί ήταν ένας αληθινός ποιητής. Δεν έχει σημασία αν ήταν μεγάλος. Ηταν αληθινός.
Ο Πιερ Πάολο Παζολίνι σε ένα υποτυπώδες ημερολόγιο που κρατούσε, γράφει:
20 Νοεμβρίου 1968 Ο Παναγούλης πρόκειται να τουφεκιστεί κι εγώ δεν μπορώ ούτε κατά διάνοια να ανεχτώ κάτι τέτοιο.
21 Νοεμβρίου 1968 Ανοίγω την εφημερίδα που μου πέρασαν από τη χαραμάδα της πόρτας: «Λιγοστεύουν οι ελπίδες για τον Παναγούλη. Ομως γιατί λιγοστεύουν;» Διότι ο Παναγούλης ελπίζει να πεθάνει. Μα τέτοιες υπάρχουν ήδη «πολλές ελπίδες» για τον Παναγούλη. Ομως έτσι κάνει λάθος ο ίδιος. Γιατί δεν ξέρει πως είναι ήρωας. Από τη στιγμή που ο ίδιος αναγνωρίζεται ως ήρωας, είναι ταυτοχρόνως ο εξορκισμένος, ο αποδιοπομπαίος. [……] Η αυταρχική κοινωνία δημιουργεί μόνη της τους ήρωές της και μετά τους τοποθετεί στο πάνθεόν της. Ο Παναγούλης είναι ήρωας. Οι συνταγματάρχες είναι σκληροί. Και όλα πάνε μια χαρά. Εγώ, από ανθρωπιά και μόνο, δεν μπορώ να ανεχτώ τον θάνατό του.
23 Νοεμβρίου 1968 Δεν μπορώ να καταλάβω αυτόν τον αγώνα των φοιτητών, να απαιτούν να πραγματοποιούνται συνελεύσεις μέσα στις σχολές. Και γιατί μέσα; Γιατί δεν συνεχίζουν τις συγκεντρώσεις στις πλατείες, στους κήπους ή στις σοφίτες; [……] Σκέφτομαι, λοιπόν, ότι οι φοιτητές θα έπρεπε να αγωνιστούν, όχι για να κερδίσουν την αυτονομία και την εφαρμογή των δικαιωμάτων τους, τουλάχιστον όχι μόνο γι’ αυτό. Αλλά κυρίως για να πετύχουν να αποτελούν μέρος πραγματικό, σημαντικό, της κοινής γνώμης. Το λέω αυτό, γιατί –όπως ήταν τελικά αναμενόμενο– στην πραγματικότητα δεν ήταν οι ίδιοι, αλλά οι άλλοι η κοινή γνώμη που συντέλεσε στη διφορούμενη απόφαση για τη ζωή του Παναγούλη (την επ’ αόριστον αναβολή της θανατικής εκτέλεσης).
Πέντε απόπειρες δραπέτευσης
● Ανέφερα για τις απόπειρες δραπέτευσης πριν. Μπορώ να τις θυμηθώ, ξεκινώντας από τη μία επιτυχημένη προσπάθεια, στις 5 Ιουνίου του 1969, η οποία είχε άδοξο τέλος. Δραπέτευσε αλλά συνελήφθη μετά και οδηγήθηκε αρχικά στο στρατόπεδο του Γουδή και μετά πάλι στις φυλακές Μπογιατίου.
● Στις 18 Οκτωβρίου 1969 τρύπησε τον τοίχο του κελιού του, πάχους μισού μέτρου, με ένα κουτάλι! Δούλευε 20 ώρες το 24ωρο. Επιχειρώντας να περάσει από την τρύπα που άνοιξε, σφήνωσε και αναγκάστηκε να βγάλει τα ρούχα του. Πέταξε το πέτσινο μπουφάν του έξω από το κελί, αλλά ο απέναντι σκοπός της μάντρας το αντιλήφθηκε και σήμανε συναγερμό.
● Στις 9 Φεβρουαρίου του 1970, ο Παναγούλης προσπάθησε να αποδράσει από το κελί του στο ΚΕΣΑ (Κέντρο Εκπαιδεύσεως Στρατιωτικής Αστυνομίας). Η σιδερόπορτα του κελιού του είχε δυο μεγάλα λουκέτα, αλλά ένας αστυνομικός μέσα από το ΚΕΣΑ έγινε φίλος του και με κάποιον τρόπο του έφερε μια αρμαθιά κλειδιά, ανάλογου τύπου με τις κλειδαριές. Το βράδυ της 7ης Φεβρουαρίου κατάφεραν να ανοίξουν τη μία κλειδαριά. Το βράδυ της 9ης, που ο φίλος του είχε πάλι υπηρεσία, με άλλη αρμαθιά κλειδιών πέτυχαν να ανοίξουν και τη δεύτερη κλειδαριά. Ολα ήταν ρυθμισμένα, αλλά αιφνιδίως διατάχτηκε η μεταφορά του Παναγούλη από το ΚΕΣΑ στο Μπογιάτι!
● Την άνοιξη του 1971, ο Παναγούλης μαζί με φίλους του πραγματοποίησαν σοβαρή απόπειρα απόδρασης, αλλά και αυτή απέτυχε.
● Στις 30-31 Αυγούστου του 1971, έγινε η γνωστή οργανωμένη απόπειρα από το ΚΕΣΑ. Τότε συνελήφθη και η λαίδη Φλέμινγκ.
● Τέλος, στις 2 Ιουνίου του 1971, όταν ο Παναθηναϊκός αγωνιζόταν στο Γουέμπλεϊ, ο Αλέξανδρος Παναγούλης αποπειράθηκε ακόμη μια φορά να δραπετεύσει, κόβοντας τα σίδερα στο προχόλ του κελιού του. Αλλά και πάλι τον αντιλήφθηκε ο σκοπός και σήμανε συναγερμό.
Για όλα αυτά μου είχε πει: «Και τώρα αν ψάξουν στο κελί μου, θα βρουν ένα σίδερο του παραθύρου μου κομμένο. Εβγαλα έξω τα σιδεροπρίονα για ενθύμιο…».
Η «μάγισσα της Τοσκάνης»
Η Οριάνα Φαλάτσι, η «μάγισσα της Τοσκάνης», η πολυθρύλητη Ιταλίδα δημοσιογράφος, η σούπερ σταρ εκείνων των χρόνων, «δολοφόνησε» μια σειρά από σύγχρονους μύθους στα πρόσωπα αρκετών ηγετών της υφηλίου, όπως ο Χένρι Κίσινγκερ, o Θιέου στο Βιετνάμ και πολλοί άλλοι. Τον Αλέξανδρο Παναγούλη τον λάτρεψε. Τον προσκύνησε, θα τολμούσα να πω. Τα πρασινογάλαζα μάτια της «Κίρκης» της δημοσιογραφίας, έκλαιγαν κατά τη διάρκεια της πρώτης συνάντησής μας.
Η Οριάνα Φαλάτσι, τον Ιούλιο του 1979 στην Ιταλία, τρία χρόνια μετά τον θάνατό του, σε ηλικία μόλις 36 ετών [en.wikipedia.org/wiki/Oriana_Fallaci#]. Δεξιά, Το βιβλίο «Ενας άντρας (Un Uomo)», που εξέδωσε η διάσημη δημοσιογράφος και σύντροφός του.
Εχω ζήσει κάποιες στιγμές των δυο τους μέσα στην Πολυκλινική όπου νοσηλεύτηκε ο Παναγούλης για να κάνει εξετάσεις. Εκεί μέσα έζησα και την απίστευτη στιγμή που ο Παναγούλης συναντά στο κρεβάτι του τον ήρωα συνταγματάρχη Σπύρο Μουστακλή, πέφτει επάνω του και μένουν ώρα πολλή αγκαλιασμένοι. Η Φαλάτσι μέσα στην Πολυκλινική φρόντιζε τον Παναγούλη και του φώναζε: «Αλεκίτο μπάστα, θα κουραστείς!» Της ζήτησα μία συνέντευξη και ευγενικά μου αρνήθηκε. Αλλά όταν έμαθε ότι θα έπαιρνα συνέντευξη από τον Γιάννη Ρίτσο, μου είπε: «Θα πάμε μαζί στον Ρίτσο. Θα δουλέψουμε, εγώ για το “Europeo” κι εσύ για τα “Επίκαιρα”. Θέλεις;» (σ.σ.: Η συνέντευξη του Παναγούλη στο “Europeo” ήταν 25 σελίδες!). Της απάντησα πως θα ήταν θεϊκή τύχη για μένα αν γίνει κάτι τέτοιο. Μετά γλύκανε κι απότομα κι αυταρχικά μου είπε: «Πάμε τώρα να κάνουμε τη συνέντευξη!».
Η συνέντευξη ήταν ένα υψηλό μάθημα κουλτούρας, δημοσιογραφίας, ψυχολογίας, αλλά και θαυμάσιας υποκριτικής. Κατάλαβα τι σημασία έχει να είναι κανείς μεγάλος δημοσιογράφος. Μιλούσε αρκετή ώρα για το κάθε ερώτημα. Το ανέλυε. Μου έφερνε παραδείγματα. Αστραφτε από αγανάκτηση. Χυμούσε με μανία επάνω μου όταν έλεγα κάτι που δεν της άρεσε. Εβριζε χυδαία. Και τα χέρια της, σαν τα χέρια ενός έμπειρου γλύπτη, παραστέκονταν αξιοθαύμαστα στην ομιλία της, που ήταν γάργαρη όταν μιλούσε ιταλικά και λογική όταν μιλούσε άλλες γλώσσες.
Οι μεταφραστές τα είχαν χαμένα. Κάποια στιγμή, μου είπε απότομα: «Στοπ, φινίτο!» Μου ζήτησε συγγνώμη, γονάτισε δίπλα μου, χάιδεψε το κεφάλι μου και σχεδόν τρυφερά τόνισε: «Γιώργο είσαι ευγενικός, αλλά με τέτοια αρετή δεν θα έπαιρνες λέξη από τον Θιέου!» (σ.σ.: τον αρχηγό των Βιετναμέζων).
Ηταν ολοφάνερο πως για τους δυο τους είχε ξεκινήσει ένα φλογερό ειδύλλιο. Πηγαίναμε στις μπουάτ της Πλάκας κάθε βράδυ. Συναντιόμασταν στο σπίτι του Δήμου Μούτση κάθε πρωί, γιατί ο Μούτσης ετοίμαζε την «Τετραλογία» του με ποιήματα του Σεφέρη, του Καβάφη, του Ρίτσου και του Παναγούλη!
Η Οριάνα έπινε ακατάπαυστα. Ούζο και κρασί. Οταν το ούζο έκανε το θαύμα του ηλεκτριζόταν, και από ναζιάρα γινόταν εριστική. Ο Μούτσης, για να την κατευνάσει, της έπαιζε τραγούδια από άλλη δουλειά του, την «Τρύπια Δεκάρα του ΛΟΓΟ». Η Οριάνα, καταφανώς ζαλισμένη, μας μιλούσε συνεχώς για τη μητέρα της. Κάποιος τόλμησε να πάρει ένα Largo από το πακέτο της. Χύμηξε πάνω του και του γρατζούνισε τα χέρια! «Είναι το τελευταίο πακέτο και δεν υπάρχει ούτε ένα σε ολόκληρη την Αθήνα!».
Στα παρατεταμένα ξενύχτια μας και προφανώς κάτω από την επήρεια του αλκοόλ, η Φαλάτσι γινόταν ευάλωτη και μιλούσε απογυμνώνοντας την ψυχή της. Σε μια στιγμή είπε: «Η επιτυχία φέρνει πάντα μαζί της από το χέρι και τη χυδαιότητα». Μια άλλη στιγμή όμως, είπε κάτι που το θεώρησα ύβρη: «Αλεκίτο, πότε θα ξανασκοτώσεις τον Παπαδόπουλο;» Αυτό ήταν! Μια γυναίκα που πολύ αγαπούσα και θαύμαζα, είχε γίνει μούσκεμα. Επρεπε να τη σκεπάσω, και αυτό έκανα…
Συνοψίζω: Ο Παναγούλης στο σώμα του διδάχτηκε τον πόνο. Η απόπειρα δολοφονίας του Γεωργίου Παπαδόπουλου, αν και αποτυχημένη χρεώθηκε στο μέλλον αυτής της χώρας. Ολοι όταν αναφερόμαστε σ’ αυτόν, τον αποκαλούμε «τυραννοκτόνο». Προφανώς είναι απόγονος του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα, που το 514 π.Χ. δολοφόνησαν τον τύραννο Πεισιστρατίδη. Λατρεύτηκαν εν ζωή και τους στήθηκαν αγάλματα.
Ο Νίκος Αλιβιζάτος πιστεύει ότι ο Παναγούλης έγινε σύμβολο γιατί νόμιζε πως αν σκότωνε τον Παπαδόπουλο θα έπεφτε η χούντα. Πράγμα το οποίο συνέβη, γιατί μετά την απομάκρυνση του Παπαδόπουλου και την επικράτηση του Ιωαννίδη, με τους «σκληρούς», η χούντα διαλύθηκε εις τα εξ ων συνετέθη.
Το πρωτοσέλιδο της «Καθημερινής» για την κηδεία τουΦωτογραφία του σμπαραλιασμένου αυτοκίνητου του Παναγούλη«Ενα μουγκρητό οδύνης και οργής υψωνόταν στην πόλη και αντηχούσε τονίζοντας ρυθμικά το μεγάλο ψέμα. Ζει, ζει, ζει!» γράφει η Φαλάτσι στο βιβλίο της αναφερόμενη στην κηδεία του ΠαναγούληΤο πρωτοσέλιδο στα ΝΕΑ, 3 Μαΐου 1976, αποτυπώνει την κυριαρχούσα εικόνα για το ατύχημα του Παναγούλη
Η χούντα δεν επέτρεπε στις εφημερίδες να γράψουν θέματα τα οποία θεωρούσαν ενοχλητικά για το καθεστώς. Ομως στην απόπειρα του Παναγούλη έδωσε τεράστια έκταση. Η γνωστή φωτογραφία με τον Παναγούλη γυμνό σαν
Εσταυρωμένο έκανε τον γύρο του κόσμου και σε όλες τις απόπειρες απόδρασής του έδινε και την παραμικρή λεπτομέρεια. Αυτό ηρωοποίησε τον Παναγούλη στα μάτια των Ελλήνων.
Ο Τάσος Σακελλαρόπουλος σε ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο του, γράφει ότι ο Παναγούλης δεν ήταν ούτε αριστερός, ούτε δεξιός, αλλά ένας κεντρώος ήρωας. Οι φίλοι του όλοι, η αντιστασιακή του ομάδα με το όνομα «Ελληνική Αντίσταση», είχαν κεντρώο χαρακτήρα. Αποκαλεί «ήρωες της Δημοκρατίας» τον Σπύρο Μουστακλή και τον Αλέξανδρο Παναγούλη.
Η τελευταία εικόνα που κρατάω απ’ αυτόν τον άντρα, είναι η εικόνα του μόλις βγήκε από τις φυλακές Μπογιατίου, με την αμνηστία, τον Αύγουστο του 1973. Το βλέμμα του ήταν λυπημένο. Δεν χαμογελούσε. Εμοιαζε ακόμα σαν να ανήκε αλλού. Ηταν ατάραχος. Πιστεύω πως ο Παναγούλης και να ζούσε περισσότερο, δεν θα γερνούσε. Μεγάλωνε μέσα σε μια απέραντη νιότη και μέσα στο θαύμα της μοναξιάς του.
ΥΓ. Οι αλυσιδωτές συνεντεύξεις μου με τον Παναγούλη και τη Φαλάτσι στα «Επίκαιρα», παραλίγο να τίναζαν στον αέρα τη σταδιοδρομία μου. Η ωμή παρέμβαση του αείμνηστου Χρήστου Πασαλάρη στη συνέντευξη του Παναγούλη, με οδήγησε σε παραίτηση. Εφυγα και πήγα στον «Ταχυδρόμο». Εκεί μεσουρανούσε ήδη η Φαλάτσι. Ενοχλημένη από τη συνέντευξη που της είχα πάρει και δημοσιεύθηκε στα «Επίκαιρα», αξίωσε τον διωγμό μου από τον «Ταχυδρόμο». Ο Χρήστος Λαμπράκης με κάλεσε στο γραφείο του. Με παρακάλεσε για ένα εξάμηνο να γράφω με ψευδώνυμο! Διάλεξα το ψευδώνυμο Μαρίνος Ελβης, από τα ονόματα των αδελφών μου, Μαρίνου και Ελβίρας ■

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...