Η νέα εβδομάδα ξεκίνησε με μια κατάμαυρη είδηση. «Τέσσερις εργαζόμενες έχουν χάσει τη ζωή τους, μια αγνοείται κι άλλοι οκτώ έχουν μεταφερθεί σε νοσοκομείο λόγω της μεγάλης πυρκαγιάς που ξέσπασε περί τις 4 το πρωί της Δευτέρας σε βιομηχανία τροφίμων στα Τρίκαλα. Αγωνία για μία αγνοούμενη».
Και για το θέμα των ατυχημάτων (θανατηφόρων και μη) στους χώρους εργασίας, γράφαμε αναλυτικά στο thefaq.gr την Παραμονή των
Χριστουγέννων.
Και εξηγούσαμε πως «τα θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα το 2025 στην Ελλάδα παρουσίασαν εκρηκτική αύξηση. Συγκεκριμένα, μέσα στο πρώτο εξάμηνο 114 άνθρωποι έχασαν την ζωή τους ενώ εργάζονταν. Μέχρι τον Οκτώβριο-Νοέμβριο, ο αριθμός των νεκρών εργαζομένων ανήλθε στους 178, με την μαύρη στατιστική να σημειώνει πως μέσα στους πρώτους 9-10 μήνες του έτους που ολοκληρώνεται, καταγραφόταν ένας θάνατος, περίπου κάθε 2 ημέρες. Έως σήμερα που γράφονται αυτές οι γραμμές, ο αριθμός ξεπερνά τους 200 νεκρούς εργαζόμενους».
Τονίζαμε συγχρόνως πως, «όσο εντατικοποιείται η εργασία, όσο επιδεινώνεται η κατάσταση στο πεδίο της λήψης των απαραίτητων μέτρων ασφάλειας για τους εργαζόμενους, όσο οι έλεγχοι περιορίζονται δραστικά και το νομοθετικό πλαίσιο μετατρέπει την εργασία σε παιχνίδι επιβίωσης, τότε τα πράγματα θα γίνονται ακόμη χειρότερα».
Στα μίντια όμως που γνωρίζουν τι «τρώει» ο κόσμος, πουλάει περισσότερο το πάντα πλούσιο σε ειδήσεις αστυνομικό ρεπορτάζ. Που μετά τις αφηγήσεις αυτοπτών ή αυτήκοων μαρτύρων «για το συμβάν» και με τους απαραίτητους βέβαια χειρισμούς στην παρουσίαση, αφήνει και μια έντονη επίγευση συλλογικής ανάγκης για «περισσότερη ασφάλεια». Όχι στους χώρους δουλειάς. Γιατί εκεί η ρεπορταζιακή αφήγηση, στοχεύει απλώς σε ένα «κρίμα, τι έπαθαν οι άνθρωποι». Ενώ στην άλλη περίπτωση, η κουβέντα που ανοίγει- προκαλεί, έχει προεκτάσεις – και με έντονα ηθικά, κοινωνικά, τελικά και πολιτικά χαρακτηριστικά. Σκεφτείτε το λίγο.
Τελικά λοιπόν ποια είναι «η πραγματικότητα»; Το «κοινά βιωμένο» ή αυτό που σου λένε; Και ποια είδηση είναι πιο σημαντική από την άλλη; Και γιατί;
Είδηση για παράδειγμα σε πολιτικό επίπεδο, είναι το «τι λέει ο πρωθυπουργός στο κυριακάτικο μήνυμά του». Όχι το «τι δεν λέει» – ενώ θα έπρεπε. Εύκολα μπορεί να ερμηνευθεί το γιατί για παράδειγμα ο Μητσοτάκης δεν βρήκε ούτε μία λέξη, ούτε μια κουβέντα να πει-γράψει, για την πάρε-βάλε «τροπολογία Κεφαλογιάννη». Όπως πανεύκολα μπορεί εξηγηθεί και το γιατί δεν έκανε απολύτως καμία αναφορά σε σχέση με τις τελευταίες αποκαλύψεις γύρω από το σκάνδαλο των υποκλοπών. Ή για το έγκλημα των Τεμπών.
Σιγά λοιπόν μην έλεγε κάτι και για τους νεκρούς αλλά και για τις καταστροφές από την κακοκαιρία της περασμένης εβδομάδας. Γιατί αν έλεγε κάτι θα έπρεπε να εξηγήσει και το γιατί για παράδειγμα, δεν θα βρεθεί ούτε 1 δισεκ. ευρώ από τα 36 δισεκ. του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας για να χρηματοδοτηθεί η κατασκευή των 158 αντιπλημμυρικών έργων που έχει ανάγκη η Αττική. Αλλά και να έλεγε έστω αυτό, θα έπρεπε έπειτα να δώσει εξηγήσεις και για το γιατί από αυτά τα απαραίτητα, κρίσιμης σημασίας έργα, εκτελούνται μόνο τα 13. Και αν παρ’ ελπίδα το ομολογούσε κι αυτό, ενδεχομένως να βρισκόταν κάποιος που – συνειρμικά – να ρωτούσε «καλά, μιας και μιλάμε για φυσικές καταστροφές, με εκείνη την Θεσσαλία πρόεδρε, τι γίνεται;».
Και εκεί ο Μητσοτάκης θα έπρεπε να εξηγήσει πως στην Θεσσαλία που σαρώθηκε από τον Ντάνιελ, το κόστος των καταστροφών αποτιμήθηκε περίπου στα 2,5 δισεκ. ευρώ, ενώ τα αντιπλημμυρικά έργα που χρειάζονταν για να μην συμβεί το κακό, θα κόστιζαν μόνο 1,35 δισεκ. ευρώ.
Ειδήσεις και «ειδήσεις» λοιπόν. Πραγματικότητα και ψέμα. Έλεγε το 1973 η Χάνα Άρεντ στην διάρκεια της τελευταίας συνέντευξής της,
αναφερόμενη στη σημασία της ελευθερίας του Τύπου, μέσα σε μια εποχή (όπως ήταν και εκείνη) μαζικής χειραγώγησης της αλήθειας και διασποράς ψευδών ειδήσεων:
«Τη στιγμή που δεν θα έχουμε πλέον ελεύθερο Τύπο, όλα είναι πιθανά. Αυτό που καθιστά δυνατή την εξουσία ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος ή οποιασδήποτε άλλης δικτατορίας είναι η έλλειψη ενημέρωσης των πολιτών. Πώς μπορείς να έχεις άποψη αν δεν είσαι ενημερωμένος; Αν όλοι σου λένε πάντα ψέματα, το αποτέλεσμα δεν είναι ότι πιστεύεις τα ψέματα, αλλά ότι κανείς δεν πιστεύει πια τίποτα. (…) Και ένας λαός που δεν μπορεί πλέον να πιστέψει τίποτα δεν μπορεί να αποφασίσει. Στερείται όχι μόνο της ικανότητας να δράσει, αλλά και της ικανότητας να σκεφτεί και να κρίνει. Και με έναν τέτοιο λαό μπορείς να τον κάνεις ό,τι θέλεις».
Και συνέχιζε η Άρεντ:
«Το αποτέλεσμα μιας συνεπούς και ολικής αντικατάστασης της πραγματικής αλήθειας με ψέματα δεν είναι ότι το ψέμα θα γίνει πλέον αποδεκτό ως αλήθεια και η αλήθεια θα δυσφημιστεί ως ψέμα, αλλά ότι καταστρέφεται η αίσθηση με την οποία προσανατολιζόμαστε στον πραγματικό κόσμο – και η κατηγορία της αλήθειας έναντι του ψεύδους είναι ένα από τα νοητικά μέσα για τον σκοπό αυτό».
Κρατήστε ειδικά αυτό το, αν το ψέμα μετατραπεί σε «αλήθεια» κι αν αυτό γίνεται με συστηματικό τρόπο, τότε «καταστρέφεται η αίσθηση με την οποία προσανατολιζόμαστε στον πραγματικό κόσμο».
Αυτά για σήμερα και να ‘χετε τον νου σας.
Γιατί ως κοινωνία δεν πνιγόμαστε πια μόνο από τις βροχές, αλλά κι από την καταιγίδα των ψεμάτων που οικοδομούν μια δήθεν «ηλιόλουστη
πραγματικότητα». Και σε τέτοιες συνθήκες δεν χρειάζεται απαραιτήτως ομπρέλα, αλλά μια πυξίδα. Για επαναπροσανατολισμό.
Το άρθρο Ομπρέλα ή πυξίδα; (Του Γιώργου Τραπεζιώτη) εμφανίστηκε πρώτα στο thefaq.gr.
Διαβάστε περισσότερα
Thefaq.gr
