Ο Γιάννης Πάνου (1943-1998) υπήρξε μια σπάνια περίπτωση: ένας σεμνός, αφοσιωμένος συγγραφέας, που εργάστηκε αθόρυβα στο περιθώριο. Το ελάχιστο πεζογραφικό του έργο, με αιχμή τα δύο πολύτροπα, χειροποίητα μυθιστορήματά του (σε διάστημα είκοσι ετών), μεταξύ (αυτο)βιομυθοπλασίας και ιστορικής μεταμυθοπλασίας, τόσο όμοια και τόσο διαφορετικά μεταξύ τους, συνιστούν παρακαταθήκη για την ελληνική πεζογραφία. Εκβιάζουν δε με τη δόμηση και την τεχνική τους έναν «πρότυπο αναγνώστη», ευαίσθητο στους κραδασμούς της αφήγησης, ικανό να κινείται επιδέξια ανάμεσα στους αντικατοπτρισμούς της Ιστορίας, πρόθυμο, τέλος, να χαθεί στο κατακερματισμένο πολυφωνικό κολάζ του πρώτου ή στον δαιδαλώδη διακειμενικό λαβύρινθο του δεύτερου μυθιστορήματος.
Το «…από το στόμα της παλιάς Remington…» (1981) αρχίζει ως μια απόπειρα βιογράφησης του θείου τού αφηγητή, ενός δασκάλου και παραγνωρισμένου συγγραφέα του Μεσοπολέμου. Ωστόσο, γρήγορα η βιογραφική πρόθεση μετασχηματίζεται, καθώς ο αφηγητής μπαινοβγαίνει «σαν άλλος Μαρσέλ», όπως σημειώνει η Λίζυ Τσιριμώκου, στη διαδρομή του βίου του Δημήτριου, καταλήγοντας «σε μια ευρηματική… αυτοβιογραφία σε τρίτο πρόσωπο».
Η κοσμοπολίτικη στη θεματική της και στη γεωγραφική της εξακτίνωση «Remington» είναι ένα μεταμοντέρνο μυθιστόρημα καλλιτεχνικής μαθητείας. Ως «μυθιστόρημα αξιώσεων», συνθέτει ένα οικογενειακό σάγκα, συσσωματώνοντας γύρω από την πυρηνική του αφορμή αμέτρητες «φλούδες ζωής». Ως πολιτικό μυθιστόρημα, διαγράφει κύκλους στα ερείπια της μεσοπολεμικής και της μεταπολεμικής Ελλάδας. Ως αυτοαναφορικό μυθιστόρημα, σχολιάζει διαρκώς την κατασκευαστική του λογική, και με αποδομητική διάθεση ατενίζει τόσο τα «μεγάλα γεγονότα» για ν’ αναδείξει τις «μικρές προσωπογραφίες» όσο και το λογοτεχνικό πεδίο ακυρώνοντας τις παραδεδομένες ιεραρχίες του Κανόνα.
Για «απολογισμό» της ελληνικής πεζογραφικής παράδοσης μίλησε ο Δ. Ν. Μαρωνίτης (: από τον Παπαδιαμάντη και τον Καρκαβίτσα, στον Πεντζίκη και στον Καχτίτση και από κει στον Τσίρκα ή στον Ταχτσή, στον Χειμωνά ή στον Βαγενά), αν και, στην πραγματικότητα, η «Remington» διασχίζει την παγκόσμια ιστορία του μυθιστορηματικού είδους, από το αρχαίο ελληνικό ερωτικό μυθιστόρημα στη χρυσή εποχή του ρεαλισμού, και από κει, στις μοντέρνες εκδοχές: τα ζιντικά ημερολόγια εργασίας, το μπορχεσιανό ψευδοδοκίμιο, αλλά και το μεγάλο δίδαγμα της τεκμηριωτικής πεζογραφίας: η αλήθεια, συχνά εδράζεται στη μυθοπλασία και σπανιότερα στο ντοκουμέντο.
Καθόλου τυχαία, η αυτοσυνείδητη αφήγηση της «Remington», προσπαθώντας να συντονιστεί μεταξύ Μύθου και Ιστορίας, θα οδηγηθεί σε αδιέξοδο («Τι απομένει, λοιπόν; Μια ιστορία χωρίς τέλος. Μια παλιά αμαξοστοιχία χωρίς μηχανές. Ενας ατέρμων κοχλίας») και το μυθιστόρημα που ξεκίνησε με ακλόνητη εμπιστοσύνη στον λόγο της Ιστορίας, θα σβήσει τελικά στα βαθιά νερά του Μύθου.
Αν το εξώφυλλο του πρώτου μυθιστορήματος «γεωγραφούσε» αυτό ακριβώς το «τέντωμα των νημάτων» μεταξύ των πόλων του Μύθου και της Ιστορίας, ο «Ευαγγελιστής Ιωάννης» (1525) του Ποντόρμο, στο εξώφυλλο του επόμενου και τελευταίου μυθιστορήματος του Πάνου, εικονογραφεί το πέρασμα από το ιστορικό αρχείο στην οντολογική ρευστότητα της ύπαρξης, στην αναστοχαστική αισθητική του μανιερισμού και σε μια μυθιστορηματική ποιητική που βασίζεται στην επανεγγραφή της παράδοσης.
Η «Ιστορία των Μεταμορφώσεων» (1998) αποτελεί μια μετα-μυθιστορηματική κατασκευή, αποτέλεσμα της συστατικής σχέσης με άλλα βιβλία, έναν διακειμενικό λαβύρινθο, όπου κυριαρχεί η ρευστότητα του χρόνου, της μνήμης και της ανθρώπινης ταυτότητας. Η Ιστορία και η φιλοσοφία, η λογοτεχνία και ο μύθος συνεισφέρουν στην παλίμψηστη ύφανσή της και το κέντρο βάρους μετατοπίζεται στη συνομιλία που αναπτύσσεται ανάμεσα σε κειμενικά αποσπάσματα που έχουν ανασυρθεί από το αρχικό τους περιβάλλον για να ενταχθούν στον ιστό ενός σύγχρονου κέντρωνα. Αρθρωμένη σε πέντε κεφάλαια, η σπονδυλωτή μυθιστορία του Πάνου έχει συντεθεί εξ ολοκλήρου πάνω σε «δανεισμένες τονικότητες» και ταξιδεύει στο συνεχές της παγκόσμιας λογοτεχνίας, αλληγορώντας την ίδια τη λειτουργία της λογοτεχνίας. Πλήθος φανταστικά ή ιστορικά πρόσωπα δραπετεύουν από την εποχή τους ή από σελίδες άλλων βιβλίων και λάμνουν στον χρόνο. Οι χαρακτήρες αλλάζουν ονόματα και ιδιότητες, οι ιστορίες μπλέκονται η μία μέσα στην άλλη, ενώ κάθε προσπάθεια της ανάγνωσης να αναζητήσει ένα αντικειμενικό έρεισμα, την επαναφέρει πίσω στη Βιβλιοθήκη της Βαβέλ του Μπόρχες, στο Αρχείο του Φουκό ή στην Εγκυκλοπαίδεια του Εκο.
Χρόνια μετά, τα δύο μυθιστορήματα του Πάνου παραμένουν αρυτίδωτα. Εθεσαν προδρομικά ζητήματα που απασχολούν και σήμερα το ελληνικό μυθιστόρημα, και προέκριναν μορφικές επιλογές που εξακολουθούν ν’ αποτελούν μια σύγχρονη πεζογραφική πρόταση, ήδη πλήρως διαμορφωμένη στα τέλη του 20ού αιώνα.
Επιμέλεια: Μισέλ Φάις
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
