Τελευταία νέα
Πιερρακάκης: Ποια θέματα κυριάρχησαν στη συνεδρίαση της G7 Το «ευχαριστώ» του Αντόνιο Κόστα για την παραχώρηση του ελληνικού πρωθυπουργικού αεροσκάφους που τον μετέφερε στον Περσικό Στο ΔΝΤ ο Πιερρακάκης: «Ανθεκτικότερη η Ευρώπη, αλλά παραμένει ευάλωτη στα ενεργειακά σοκ» Ευτύχης Αρχοντάκης: Ο Χανιώτης γιατρός που χειρούργησε τον Γιώργο Μυλωνάκη είναι «σωτήρας» πολλών ασθενών Επικοινωνία Μητσοτάκη με Νετανιάχου και Αούν Ο Ν.Ανδρουλάκης στο εναρκτήριο συνέδριο Global Progressive Mobilization στη Βαρκελώνη Τηλεφωνικές επικοινωνίες Μητσοτάκη με Νετανιάχου και Αούν Ο Μητσοτάκης μίλησε με τον Νετανιάχου και με τον Πρόεδρο του Λιβάνου: Σημαντικό να διατηρηθεί η εκεχειρία Πιερρακάκης στους G7: Αν η ενέργεια αποτελεί τον σημερινό περιορισμό, η τεχνητή νοημοσύνη είναι ο πολλαπλασιαστής του αύριο Λιάνα Κανέλλη για Γιώργο Μυλωνάκη: Καταλαβαίνω τι είναι να «σκάει» κανείς από προσωπικές επιθέσεις Σε τηλεδιάσκεψη ηγετών για τα social και τους ανήλικους συμμετείχε ο Κ. Μητσοτάκης Πρέπει να φύγει ο διαπλεκόμενος πρωθυπουργός – Πυρ ομαδόν κατά Μητσοτάκη
Elculture.gr

Ο Γιάννης Κακλέας μιλάει για τη “Locandiera» του Κάρλο Γκολντόνι στο Θέατρο Τέχνης: «Η κωμωδία είναι το μέτρο του ανθρώπου»

Στη σκηνή του ιστορικού Θεάτρου Τέχνης στην Πλάκα, η “Locandiera” του Κάρλο Γκολντόνι ζωντανεύει σε μια σύγχρονη και βαθιά πολιτική κωμωδία, με τη σκηνοθετική σφραγίδα του Γιάννη Κακλέα. Με έντονα χρώματα, ζωντανή μουσική επί σκηνής και πρωτότυπη σύνθεση του Δημήτρη Παπαδημητρίου, η παράσταση μετατρέπει το κλασικό έργο σε ένα ζωντανό ερωτικό και κοινωνικό παιχνίδι εξουσίας, όπου το γέλιο συναντά την κριτική ματιά απέναντι στις ανθρώπινες σχέσεις και τις κοινωνικές συμβάσεις.

Στο κέντρο της σκηνικής αφήγησης στέκεται η Μιραντολίνα: μια δυναμική, αυτοδημιούργητη γυναίκα που αντιστέκεται, χειρίζεται και ανατρέπει τον ανδροκρατούμενο κόσμο γύρω της. Μέσα από το χιούμορ και τη σάτιρα, ο Γκολντόνι -και ο Κακλέας μέσα από τη σύγχρονη ανάγνωσή του- φωτίζουν ζητήματα διαχρονικά: τη θέση της γυναίκας, τον έρωτα ως πεδίο εξουσίας, την αλαζονεία της δύναμης.

Ο Γιάννης Κακλέας μιλά στο ελc για την αγάπη του στην κωμωδία ως εργαλείο κοινωνικής συνειδητοποίησης και όχι απλής αποφόρτισης, για τη μουσική ως ζωντανό οργανισμό της παράστασης, για τη συλλογική δημιουργία με τους συνεργάτες του, αλλά και για το θέατρο σήμερα – ένα θέατρο που, όπως λέει, σφύζει από ενέργεια και βρίσκει ξανά το κοινό του στους νέους ανθρώπους. Κλείνοντας, αναστοχάζεται τη μακρά του πορεία και τη νέα περίοδο ωριμότητας που διανύει, συνεχίζοντας να ανεβαίνει στη σκηνή με την ίδια ανάγκη για εσωτερική αναζήτηση.

Τι είναι αυτό που σας κάνει να επιστρέφετε ξανά και ξανά στην κωμωδία; Την βλέπετε ως έναν τρόπο κριτικής ματιάς προς την πραγματικότητα και ως ένα μέσο να μιλήσετε γι’ αυτήν διαφορετικά;

Η αγάπη μου για την κωμωδία ξεκινά από πολύ νωρίς και οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον Αριστοφάνη. Πάντα με γοήτευε αυτό το είδος, γιατί έχει έναν ρυθμό που μου ταιριάζει και μια ελευθερία στη φόρμα που επιτρέπει την πρωτοτυπία. Το δράμα, από την άλλη, είναι πιο δομημένο ως κατασκευή. Η ενασχόλησή μου με τον Αριστοφάνη με έκανε να πιστέψω ακόμη περισσότερο στην αξία της κωμωδίας. Εκεί συναντά κανείς πολιτική σάτιρα, κοινωνική σάτιρα, σάτιρα των ηθών και ταυτόχρονα έναν καυστικό πολιτικό λόγο. Είναι ένα μοντέλο που μου πηγαίνει πολύ. Η κωμωδία, μέσα από το γέλιο και την ψυχαγωγία, μπορεί να είναι πιο αποτελεσματική από ένα δράμα που συχνά έχει έναν πιο διδακτικό χαρακτήρα. Σε ό,τι αφορά τη σημερινή εποχή, δεν πιστεύω ότι η κωμωδία λειτουργεί απλώς ως αποφόρτιση. Αντίθετα, σκοτώνει ολοκληρωτικές και απόλυτες ιδέες. Με το χιούμορ μάς βοηθά να κατανοούμε καλύτερα την πραγματικότητα, χωρίς φανατισμούς, σαρκάζοντας τα γεγονότα και αποκαλύπτοντας τις πραγματικές αιτίες τους. Η κωμωδία συνειδητοποιεί τον θεατή, δεν τον νανουρίζει. Τον βοηθά να βλέπει τον εαυτό του με αυτοσαρκασμό και να προσεγγίζει την πραγματικότητα με μέτρο. Για μένα, η κωμωδία είναι το μέτρο του ανθρώπου.

Στη “Locandiera” το χιούμορ και το γέλιο λειτουργούν περισσότερο ως φάρσα ή ως όχημα να φωτιστούν σκληρές αλήθειες για την κοινωνία και τις ανθρώπινες σχέσεις;

Όταν κανείς επεξεργάζεται έργα του κλασικού ρεπερτορίου – Σαίξπηρ, Γκολντόνι, Μολιέρο, το κάνει γιατί μέσα σε αυτά υπάρχει μια ολοκληρωμένη αντίληψη για τον κόσμο. Κάθε έργο επικεντρώνεται σε ένα ή δύο θέματα διαχρονικά και συχνά άλυτα. Ο Γκολντόνι, σε αυτή τη “Locandiera”, επικεντρώνεται στη Μιραντολίνα: ένα πρότυπο δυναμικής και ανεξάρτητης γυναίκας, και τη φέρνει αντιμέτωπη με συμπεριφορές αντρών εξουσίας, ανθρώπων με χρήματα και υψηλή κοινωνική θέση. Βλέπουμε αυτή την αυτοδημιούργητη γυναίκα να στέκεται ισότιμα απέναντί τους. Αυτό αποτελεί ένα βασικό κοινωνικό θέμα του έργου: τη θέση της γυναίκας, τόσο στην κοινωνία του Γκολντόνι όσο και στη σημερινή. Το δεύτερο, εξίσου σημαντικό και πανανθρώπινο ζήτημα είναι το ερωτικό. Η Μιραντολίνα υφίσταται ένα είδος ντροπιαστικού “μπούλινγκ” από έναν μισογύνη άντρα και ξεκινά μια πορεία αντίδρασης. Θέτει στόχους για να τον κάνει να μετανιώσει και να συνειδητοποιήσει την αξία και τη σημασία του γυναικείου φύλου. Αυτοί οι δύο άξονες, ο κοινωνικός και ο ερωτικός,  κάνουν το έργο τόσο δυναμικό και τοποθετούν στο κέντρο τη γυναικεία προσωπικότητα. Ο Γκολντόνι αγαπούσε βαθιά τις γυναίκες και ήταν εξαιρετικά προχωρημένος για την εποχή του, αναδεικνύοντας με τόλμη την ευφυΐα τους.

Οι άντρες του έργου κινούνται ανάμεσα στη γελοιότητα και την εξουσία. Εσείς πώς τους προσεγγίζετε σκηνοθετικά: με ειρωνεία, κριτική ή και τρυφερότητα;

Οι άντρες της “Locandiera” μπορεί να μοιάζουν κωμικοί, αλλά πίσω από το γέλιο υπάρχει κριτική. Πρόκειται για χαρακτήρες που προσπαθούν να κατακτήσουν τον κόσμο της Μιραντολίνας με χρήματα, υποσχέσεις και πατερναλιστικές αντιλήψεις. Το έργο σαρκάζει αυτή την αλαζονεία της δύναμης. Δεν τους παρουσιάζει ως απόλυτα κακούς, αλλά ούτε και ακίνδυνους. Αν τους δινόταν περισσότερο έδαφος, θα μπορούσαν να γίνουν πραγματικά δαιμονικοί. Αυτό είναι και η ουσία της ιταλικής κωμωδίας: πίσω από το αστείο υπάρχει πάντα μια σκοτεινή, επικίνδυνη πλευρά. Οι χαρακτήρες είναι ιδιοτελείς, αλλά στο τέλος παίρνουν ένα ισχυρό μάθημα ισότητας και σεβασμού προς τη γυναίκα.

Υπήρχε κάποιο βασικό σκηνοθετικό στοίχημα όταν καταπιαστήκατε με τη “Locandiera”; Κάτι που θέλατε οπωσδήποτε να αποφύγετε ή να κατακτήσετε;

Ήθελα να αποφύγω κάποια πράγματα που ανήκουν σε άλλες εποχές. Ο Γκολντόνι έγραψε το έργο πριν από 200-250 χρόνια και κάποια ζητήματα δεν μπορούσαν τότε να εκφραστούν ανοιχτά. Έτσι, επενέβην στο φινάλε: η δική μας Μιραντολίνα δεν υποκύπτει σε ένα μικροαστικό «βολέμα» παντρεύοντας έναν υπηρέτη για να αποδείξει ότι είναι «τίμια» γυναίκα. Αντίθετα, επιλέγει την ελευθερία της και μένει ανοιχτή στην περιπέτεια του έρωτα. Παράλληλα, υπάρχουν σκηνές που δουλεύτηκαν μουσικά με τον Δημήτρη Παπαδημητρίου και τους ηθοποιούς, όπου οι ήρωες απευθύνονται στο κοινό μέσα από μια σύγχρονη μουσική γλώσσα, εκφράζοντας άμεσα όσα συμβαίνουν στην ψυχή τους. Αυτά τα δύο στοιχεία, η επιλογή της ελευθερίας και η σύγχρονη εξομολόγηση, αποτελούν τη δική μας σκηνοθετική μετάλλαξη του έργου.

Η παράσταση τοποθετείται σε μια συγκεκριμένη εποχή και τόπο ή κινείται σε έναν πιο άχρονο, «θεατρικό» χρόνο;

Μου αρέσει πολύ η έννοια του «θεατρικού τώρα». Η παράσταση δεν ανήκει σε μια συγκεκριμένη εποχή ή τόπο, αλλά στο παρόν της σκηνής. Αυτό που βλέπουμε δεν είναι ρεαλιστική αλήθεια, αλλά ανήκει στο απόλυτο τώρα της θεατρικής εμπειρίας, στον χρόνο του ονείρου και της παράστασης. Η καθαρή απάντηση λοιπόν είναι πως η “Locandiera” μας βρίσκεται στο θεατρικό τώρα.

Η μουσική της παράστασης, με τη ζωντανή ορχήστρα και την πρωτότυπη σύνθεση του Δημήτρη Παπαδημητρίου, τι ρόλο παίζει σκηνοθετικά για εσάς; Λειτουργεί ως σχόλιο, ως “χαρακτήρας” ή κυρίως ως στοιχείο που δημιουργεί ατμόσφαιρα;

Η μουσική παίζει πάντα πολύ σημαντικό ρόλο στις παραστάσεις μου. Την αγαπώ ιδιαίτερα και γι’ αυτό σχεδόν πάντα υπάρχει ζωντανή ορχήστρα επί σκηνής. Αυτή τη φορά έχουμε ένα κουαρτέτο μουσικών που ακολουθεί και “παίζει” μαζί με την παράσταση. Υπάρχουν δύο βασικά επίπεδα μουσικής ανάγκης στο έργο. Το πρώτο αφορά την εποχή στην οποία τοποθετούμε την ιστορία. Πρόκειται για έναν κόσμο όπου -αστειεύομαι βέβαια- δεν επιτρέπεται να υπάρχει κινητό τηλέφωνο, γιατί το κινητό σκοτώνει την πλοκή. Έτσι επιλέγουμε μια εποχή πιο κοντινή, με έντονη διασκεδαστική διάθεση. Στην παράσταση τραγουδάμε και παίζουμε αρκετά ιταλικά τραγούδια της δεκαετίας του ’80 και του ’90, που έχουν μια ελαφρώς μελοδραματική αλλά και γιορταστική μουσική εικόνα. Αυτός είναι ο κόσμος της Μιραντολίνας, ένας κόσμος ευδαιμονίας, πριν μπει στο παιχνίδι το στοιχείο του μπούλινγκ. Από την άλλη πλευρά υπάρχει η πρωτότυπη μουσική του Δημήτρη Παπαδημητρίου, που έχει διπλό ρόλο: λειτουργεί ως soundtrack που ζωντανεύει την ατμόσφαιρα των σκηνών, αλλά και ως μέσο εξομολόγησης. Έχει γράψει πέντε ειδικά rap κομμάτια – μάλιστα είναι η πρώτη του απόπειρα σε αυτό το είδος – μέσα από τα οποία οι ήρωες εκφράζουν άμεσα, στο “θεατρικό τώρα”, τα συναισθήματά τους. Η παράσταση έχει πολλή μουσική, αλλά δεν θα την χαρακτήριζα μουσική κωμωδία. Είναι μια θεατρική παράσταση με έντονη μουσική παρουσία.

Οι επιλογές των έργων σας ξεκινούν περισσότερο από μια προσωπική ανάγκη εξερεύνησης ή από την επιθυμία να συνομιλήσετε με την εποχή και τα ζητήματα που κάθε φορά ανακύπτουν;

Η επιλογή των έργων είναι για μένα ένα ταξίδι προς την αυτογνωσία. Συχνά το θεατρικό κείμενο με βοηθά να εξερευνήσω πράγματα που δεν έχω ψάξει ακόμη βαθιά, να τα εξομολογηθώ μέσα από τη σκηνή. Πάντα χαρακτήριζα τον εαυτό μου βιωματικό σκηνοθέτη. Θέλω τα έργα να με αφορούν προσωπικά. Γι’ αυτό και έχω δεχτεί αρκετή κριτική, επειδή συχνά επεμβαίνω στα κείμενα για να τα φέρω στο σήμερα και στη δική μου αντίληψη ζωής. Αυτό εμπεριέχει ρίσκο, αλλά πιστεύω πως, λόγω της γνώσης και της εμπειρίας μου, δεν καταστρέφω τα έργα – αντίθετα, τα ζωντανεύω. Η επιλογή ενός έργου είναι μια επώδυνη διαδικασία για έναν σκηνοθέτη, ειδικά όταν έχει σκηνοθετήσει πολλά και έχει ήδη “ερωτευτεί” όσα τον συγκινούσαν περισσότερο. Πρέπει συνεχώς να ανακαλύπτω νέες αγάπες και νέα ενδιαφέροντα για να βρίσκω τον εαυτό μου μέσα σε καινούργια έργα. Στην κωμωδία βρίσκω τον εαυτό μου περισσότερο, κυρίως μέσα από τον αυτοσαρκασμό. Πάντα πρώτα σαρκάζω τον εαυτό μου και μετά ασκώ πολιτική και κοινωνική κριτική. Αυτός είναι ο τρόπος που δουλεύω. Αν σκεφτείτε παραστάσεις όπως ο “Τυχαίος Θάνατος ενός Αναρχικού”, ο “Επιθεωρητής” του Γκόγκολ ή άλλα έργα που έχω ανεβάσει, θα δείτε ότι με αγγίζουν, γιατί συνδυάζουν την κωμική επιθετικότητα με έναν έντονο πολιτικό λόγο.

Πώς χτίζετε τη σχέση σας με τους συνεργάτες σας; Ξεκινάτε από ένα ξεκάθαρο σκηνοθετικό όραμα ή αφήνετε χώρο να διαμορφωθεί η παράσταση μέσα από τον διάλογο;

Με τα χρόνια έχει δημιουργηθεί μια σταθερή ομάδα συνεργατών – σκηνογραφία, μουσική, κοστούμια, χορογραφία – με τους οποίους δουλεύω εδώ και πολύ καιρό. Έχουμε αναπτύξει έναν κοινό τρόπο επικοινωνίας και έναν κοινό αισθητικό κώδικα, κάτι που είναι ιδιαίτερα ανακουφιστικό. Το ίδιο ισχύει και με τους ηθοποιούς. Υπάρχει μια ομάδα ανθρώπων με τους οποίους συνεργάζομαι χρόνια όπως η Ελένη Ράντου, ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος, ο Άρης Σερβετάλης, ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος και με τους οποίους έχουμε αναπτύξει βαθιά σχέση εμπιστοσύνης. Γνωρίζουμε ο ένας τον άλλον καλά: πού υπάρχουν αδιέξοδα, πώς ξεπερνιούνται, πότε υπάρχει συναισθηματική πτώση και πώς ο ένας βοηθά τον άλλον να βρει τη στιγμή που αναζητά. Ταυτόχρονα όμως είμαι ανοιχτός και σε νέους ηθοποιούς που μπορούν να μπουν στον κόσμο της αισθητικής μου. Μου αρέσουν οι νέες προσμίξεις και είναι πάντα καλοδεχούμενες. Το θέατρο δεν είναι μια ήσυχη δουλειά σαλονιού, είναι περιπέτεια. Έχει εντάσεις, παρεξηγήσεις, ναρκισσισμούς. Είμαστε πάνω σε ένα τεντωμένο σκοινί. Αλλά αυτή είναι η φύση του θεάτρου και έχουμε μάθει να υπάρχουμε μέσα σε αυτό το περιβάλλον.

Πώς βλέπετε τη σημερινή θεατρική πραγματικότητα; Σας μοιάζει ζωντανή και καινοτόμα ή κάποιες φορές εγκλωβισμένη σε μόδες και επαναλήψεις; Σας εμπνέει ή σας ανησυχεί;

Το θέατρο, όπως το βιώνω εγώ, περνά κάθε 15–20 χρόνια από σεισμικές αναταράξεις που αλλάζουν πολλά πράγματα. Στη φάση που ζούμε σήμερα, βλέπω ένα θέατρο πολύ ζωντανό – ένα θέατρο που, ενώ παλαιότερα υπήρχε φόβος ότι δεν αφορά τη νεολαία, σήμερα την αφορά έντονα. Και αυτό είναι η μεγαλύτερη ελπίδα μας. Βλέπω παραστάσεις που συνομιλούν με τα ενδιαφέροντα των νέων ανθρώπων και νέους δημιουργούς που μπαίνουν δυναμικά στον χώρο. Το θέατρο σφύζει από ενέργεια. Αυτή τη στιγμή πολλά εγχειρήματα κινούνται ανάμεσα στον μοντερνισμό, την προκλητικότητα και τη θεωρητική ασάφεια, όμως πιστεύω ότι με την εμπειρία θα βρουν τα πατήματά τους. Θα επιστρέψουν στη βασική ουσία του θεάτρου: ένα τεχνικά δουλεμένο δημιούργημα που μιλά πάντα στο σήμερα. Ο μεγάλος οδηγός για μένα είναι ο Σαίξπηρ – ένας δημιουργός που κατάφερνε να συνδυάζει ποίηση, πολιτική, σάτιρα και μεταφυσική. Πιστεύω πολύ στους νέους ανθρώπους και είμαι αισιόδοξος ότι θα τα καταφέρουν και πάλι.

Μετά από τόσα χρόνια στο θέατρο, τι είναι αυτό που εξακολουθεί να σας κινεί κάθε φορά να αναλαμβάνετε το ρίσκο μιας νέας παράστασης; Τι είναι αυτό που πυροδοτεί ακόμη τον ενθουσιασμό σας;

Σκηνοθετώ εδώ και περίπου 46 χρόνια, με περισσότερες από 150 παραστάσεις, και καμία χρονιά δεν μοιάζει με την προηγούμενη. Όταν ξεκίνησα, είχα μια πιο επιθετική και προκλητική ματιά απέναντι στον κόσμο, τα έργα που ανέβαζα άγγιζαν συχνά τα όρια της πρόκλησης. Σήμερα νιώθω πως βρίσκομαι σε μια νέα φάση ωριμότητας. Δεν με απασχολούν τα ίδια θέματα όπως τότε. Στα πρώτα μου χρόνια, για παράδειγμα, δύσκολα θα σκηνοθετούσα Ίψεν ή έργα πιο εσωτερικού προβληματισμού, όπως και μια πιο κλασική προσέγγιση της κωμωδίας. Με την πάροδο του χρόνου έχω στραφεί -και θέλω να στραφώ ακόμη περισσότερο- σε ζητήματα εσωτερικής αναζήτησης, χωρίς όμως να χάνω την ανάγκη για έντονη κοινωνική κριτική. Αυτό που με κρατά στο θέατρο είναι ακριβώς αυτή η αίσθηση πως σκηνοθετώ ξανά από την αρχή, αλλά με την ωριμότητα της ηλικίας και της εμπειρίας μου.

Info παράστασης:

Locandiera | Θέατρο Τέχνης
The post Ο Γιάννης Κακλέας μιλάει για τη “Locandiera» του Κάρλο Γκολντόνι στο Θέατρο Τέχνης: «Η κωμωδία είναι το μέτρο του ανθρώπου» appeared first on ελculture – Θέατρο, Μουσική, Τέχνη & Πολιτισμός.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...