Κατά τη διάρκεια της πανδημίας ο συγγραφέας Γκιγιώμ Πουά και η σκηνοθέτις Lorraine de Sagazan συνομίλησαν επί έξι μήνες σε ένα θέατρο με περίπου 300 ανθρώπους. Οι διηγήσεις των ατόμων είχαν ένα κοινό στοιχείο, έναν οικείο νεκρό. Από αυτή τη διαδικασία προέκυψε ένα θεατρικό έργο με άξονα: ένας ζωντανός να εξομολογείται στο κοινό τον θάνατο ενός προσώπου που στη ζωή του υπήρξε καθοριστικό. Ο σκηνοθέτης Χρήστος Θεοδωρίδης παίρνοντας τη σκυτάλη από τους Γάλλους μάς παρουσιάζει την Ιεροτελεστία στο Εθνικό Θέατρο. Όλα ξεκινούν με την τελευταία μοιρολογίστρα τη Ρενάτα και ακολουθούν σε αυτή τη σκυταλοδρομία οι ιστορίες μονόλογοι των Κάλι, Τομά, Ασμά, Ζωρζ, Ματιάς, Ζαΐα, Λεό. Οι ιστορίες των Ιμπραήμ, Πάνου και Σάββα που έρχονται εμβόλιμες στο αρχικό κείμενο του έργου, γράφτηκαν ειδικά για την παράσταση από την Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου, εμπνευσμένοι από την πραγματικότητα των τελευταίων χρόνων στην Ελλάδα. Το αποτέλεσμα μια παράσταση που ως θεατής παθητικά δεν μπορείς να την παρακολουθήσεις. Είναι μια εμπειρία που σε καλεί να σταθείς απέναντι από αυτό που αποφεύγεις να κοιτάξεις. Οι ηθοποιοί σε κοιτάνε κατάματα και τα λόγια τους σε συμπαρασύρουν να σκεφτείς την απώλεια, τον θάνατο, το αναπόφευκτο τέλος.
Οι έντεκα μονόλογοι συνθέτουν μια σκηνική διαδρομή που σε καθοδηγεί σιγά σιγά από το σκοτάδι στη γιορτή της ζωής. Συνομίλησα με τον Γιώργο Κισσανδράκη έναν από τους έντεκα ηθοποιούς του θιάσου που υποδύεται τον Τομά. Ο ηθοποιός που ξεχώρισε για την ερμηνεία του στις παραστάσεις «Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου» και «Το Συνέδριο για το Ιράν» με την Ορχήστρα των Μικρών Πραγμάτων, σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη, αυτή τη φορά τον συναντάμε στην «Ιεροτελεστία» και μιλήσαμε μαζί του για τη λειτουργία του θεάτρου γενικότερα και τις «τελετουργίες» του.
Πώς θα περιέγραφες την παράσταση Ιεροτελεστία σε κάποιον που δεν γνωρίζει τίποτα για αυτήν;
Το πιο απλό είναι να πεις ότι είναι έντεκα μονόλογοι με κεντρικό άξονα τον θάνατο. Αυτή είναι η τυπική περιγραφή της παράστασης.
Δώσε μου και την άτυπη, αυτή που ζεις εσύ «από μέσα».
Η άτυπη είναι μάλλον ένας τρόπος, ένα ψάξιμο, μια αναζήτηση, να συμφιλιωθείς με το αναπόφευκτο του θανάτου.
Κυρίαρχη η αίσθηση της απώλειας στην Ιεροτελεστία που κι εγώ ως θεατής δεν μπόρεσα να αποφύγω σκέψεις γύρω από αυτόν τον άξονα.
Είναι θέμα που δεν νομίζω ότι υπάρχει άνθρωπος που να μην τον έχει απασχολήσει ποτέ. Άλλους περισσότερο, άλλους λιγότερο, αλλά δεν γίνεται ποτέ να μην είτε έχεις βιώσει μια απώλεια ή κάτι που να σου ξυπνήσει μια μνήμη – ακόμα κι αν δεν είναι ακριβώς αυτά που περιγράφονται στην παράσταση. Γενικά, ποιος δεν έχει σκεφτεί τον θάνατο των οικείων του ή των δικών του;
Υπάρχει η ιεροτελεστία της γέννησης, της Γένεσης και μετά πάμε στην ιεροτελεστία της τέλεσης, του τετελεσμένου. Αυτό που λέμε «δεν θα το γλιτώσω».
Σωστά. Απλά η Γένεση έχει κάτι το θετικό μέσα, ενώ το άλλο έχει κάτι πιο σκοτεινό, μαύρο, απαισιόδοξο. Θεωρητικά πάντα.
Θεωρητικά πάντα, πιστεύω ότι και για κάποιους μπορεί να είναι και λύτρωση ο θάνατος.
Ναι, όπως συμβαίνει και στην Ζαΐα -έναν από τους μονόλογους της παράστασης. Νομίζω πως αυτό που κάπως προσπαθεί να κάνει η παράσταση είναι αυτή τη σκοτεινιά να την δεις πιο θετικά, κάπως να συμφιλιωθείς με αυτό το οποίο είναι αναπόφευκτο και βάσει αυτής της συμφιλίωσης να καταφέρεις να ευχαριστηθείς να απολαύσεις και να γιορτάσεις τη ζωή.
Αυτό που παρατήρησα στην παράστασή σας και με κράτησε είναι ότι ο κάθε μονόλογος παρουσιάζει την ποικιλότητα της ζωής μέσα από επιλογές και δρόμους, προσφέρει απλόχερα μια γκάμα.
Ναι. Κάποιος μιλάει για την απώλεια ενός οικείου προσώπου, ο άλλος μιλάει για όταν έφτασε ο ίδιος κοντά στον θάνατο, άλλος για κάποιον που ο ίδιος σκότωσε, άλλος για το πώς ο θάνατος ήταν λύτρωση, όπως είπες και εσύ. Η Ρενάτα, ας πούμε, δείχνει έναν άνθρωπο που η ζωή της όλη ήταν ο θάνατος και η μετάβαση στο μετά… ό,τι είναι αυτό το μετά. Υπάρχει αυτή η ποικιλία: από τη μία όλες οι ιστορίες έχουν κοινό άξονα την απώλεια και τον θάνατο. Δεν βγαίνει κάποιος να σου πει κάτι άλλο, όλα γύρω από αυτό περιστρέφονται, αλλά τελικά από την άλλη, επειδή είναι διαφορετικοί άνθρωποι και διαφορετικές ιστορίες, ο καθένας έχει κάτι άλλο να αφηγηθεί και μια άλλη οπτική πάνω στα πράγματα.
Ακούς τίτλο, Ιεροτελεστία και περιμένεις ότι θα είναι κάτι πολύ τελετουργικό, θα είναι 11 μονόλογοι που θα ‘ναι και βαρείς μα μετά το διάλειμμα γίνεται κάτι σαν πάρτι. Ένιωσα μια γιορτή, αυτό που είπες πιο πριν, μια γιορτή της ζωής.
Ναι, υπάρχει. Νομίζω σταδιακά στην παράσταση, ότι ξεκινάει από ένα σημείο πιο «βαρύ» και σιγά σιγά φθάνει σε κάτι πιο ενεργητικό.
Ενεργητικό και με νεύρο. Προσωπικά, αυτό το ταξίδι με έκανε να σκεφτώ απώλειες, αλλά ταυτόχρονα να νιώσω και την ένταση της ζωής. Υπήρχε μια κλιμάκωση και μέσα από τις χορογραφίες της Ξένιας Θεμελή που απόλαυσα πάρα πολύ, γιατί σας δίνει την δυνατότητα να είσαστε και όλοι ομαδικά στη σκηνή. Γιατί υπάρχει μία σκυταλοδρομία μονολόγων…
…Και ξαφνικά μπαίνουμε όλοι μαζί και είμαστε όλοι μία κοινή ιστορία.
Ναι, γιατί και στον θάνατο μαζί είμαστε όλοι. Δεν είμαστε μονάδες γινόμαστε ομάδα σύνολο.
Ναι, μπορεί ο καθένας να στέκεται μόνος του απέναντι σε αυτό, αλλά είναι κάτι που όλοι το έχουμε στη ζωή μας. Άμα το δούμε και πιο φιλοσοφικά, οντολογικά κοκ…το μετά μάλλον είναι ένα κοινό πράγμα, ένα «όλοι μαζί».
Κάθε ιστορία σε εκπλήσσει.
Ναι, έχει ανατροπή η κάθε ιστορία. Σε πάρα πολλές εγώ αναγνωρίζω πράγματα που έχω ζήσει ή που ακουμπάνε πάνω μου, ή που αν δεν τα έχω ζήσει μπορεί να τα φοβάμαι ή έχω σκεφτεί. Σε πολλές… και στην ιστορία της Ασμά και στην ιστορία του Ζωρζ. Στην ιστορία του Λεό.
Το μανιφέστο που ξεστομίζει η Ζαΐα με ενθουσίασε, θα μπορούσα να τα ουρλιάξω και εγώ τα λόγια της. Η ιστορία με το μπούλινγκ, επίσης, είναι κάτι που έχω δει να συμβαίνει γύρω μου. Έχετε επιτύχει να υπάρχει μια ποικιλία, που να με κάνει να ταυτίζομαι σχεδόν σε όλα. Γι’ αυτό και στην προσπάθειά μου να ξεχωρίσω κάποια ιστορία να σε βάλω και σένα στην ίδια διαδικασία.
Κοίταξε, υπάρχουν κομμάτια από το κάθε κείμενο, τα οποία ακουμπάνε πάνω μου και ταυτίζομαι περισσότερο. Αυτά που ίσως δεν είναι τόσο εμφανή είναι τα υπερβατικά. Ας πούμε στο δικό μου, στης Άσμα, στης Κάλι που ξαφνικά σου μιλάνε για μια εμπειρία που ενώ είμαι ορθολογιστής, κάποια στιγμή συνέβη κάτι το οποίο δεν μπορώ να το εξηγήσω.
Ναι, στη δική σου ιστορία ήταν ωραίο αυτό το μεταφυσικό ανεξήγητο που μου άφησε την υπόνοια αγγέλου.
Ο καθένας μπορεί να το ερμηνεύσει αλλιώς ή ότι ήταν αυτός ο άλλος άνθρωπος ή ότι κάποιος να πει ότι ήταν ο Θεός. Κάποιος μπορεί να σου πει ότι ήταν ο ίδιος του ο εαυτός. Μπορούν να ειπωθούν διάφορα, αλλά επειδή εγώ σε κάποιες, ας πούμε, προσωπικές μου απώλειες οικείων είχα κάποιες περίεργες εμπειρίες -κάποιος θα έλεγε μεταφυσικές- όποια ιστορία έχει κάτι τέτοιο, κάτι μου θυμίζει. Ή για παράδειγμα στο κομμάτι της Ασμά που περιγράφει ένα συγκεκριμένο όνειρο που είδε, ήρθε η θεία μου να δει την παράσταση και μου είπε είχε δει το ίδιο όνειρο.
Παθαίνουν τέτοια οι θεατές;
Ναι, παθαίνουν διάφορα «τέτοια». Αν αφήσουμε το μεταφυσικό, η ιστορία της Ζαΐα και όλα αυτά που λέει ή και η ιστορία με το μπούλινγκ είτε τα έχεις ζήσει είτε δεν τα έχεις ζήσει προσωπικά, τα έχεις βιώσει με κάποιον τρόπο. Τα έχεις δει, είναι δίπλα σου, σε έχουν ενοχλήσει κάποια στιγμή. Οπότε δυσκολεύομαι να διαλέξω ένα.
Απόλυτα σεβαστό και τώρα ξέρεις τι σκεφτόμουν; Αν οι πρόβες σας ήταν και σε συγκινησιακό επίπεδο κάποιες φορές φορτισμένες.
Ήταν ναι! Ειδικά στην αρχή που κάναμε τις πρώτες αναγνώσεις, ήταν ακόμα περισσότερο. Μετά επειδή έρχεσαι σε επαφή με το κείμενο, ομαλοποιείται κάπως όλο αυτό.
Γίνεται δουλειά πια.
Ναι. Μετά ξαναέρχεται βέβαια, γιατί δουλεύοντας το κείμενο και δουλεύοντας την κάθε σκηνή ξεχωριστά, πέρα από τα λόγια, προστίθενται οι δράσεις του, τι κάνει ο κάθε ηθοποιός. Υπάρχουν πράγματα που γίνονται επί σκηνής και σου θυμίζουν κάτι, ξυπνώντας ένα άλλο συγκινησιακό κομμάτι του εαυτού σου.
Τι σε μάγεψε σε αυτή τη δουλειά και περνάς καλά;
Αρχικά με μαγεύει η συνεργασία. Με τον Χρήστο (Θεοδωρίδη) και την Ξένια (Θεμελή) που έχουμε ξαναδουλέψει πολύ κιόλας, μου αρέσει, γιατί έχουν έναν τρόπο αυτοί οι άνθρωποι να δημιουργούν κόσμους στις παραστάσεις τους και για τους θεατές, αλλά ειδικά για έναν ηθοποιό, εγώ αυτό το βρίσκω φοβερό δώρο. Με βοηθάει πάρα πολύ να πειραματιστώ και να μπω μέσα κάπου και να φανταστώ πράγματα και να προσπαθήσω να τα φέρω στη σκηνή.
Ακόμα και η προσέγγιση του σκηνικού χώρου ενισχύει αυτή την αίσθηση μαγείας που λες.
Ναι, το έχουν καταφέρει τα παιδιά. Μετά είναι όλο αυτό με το συγκεκριμένο έργο, αυτό το κομμάτι των αναμνήσεων δηλαδή και αυτό που είπες με τον χώρο που ανοίγει ξαφνικά και είναι αυτό που γίνεται και μέσα μας: ανοίγει ένας χώρος αναμνήσεων και ξαφνικά εκεί που κάθεσαι, απλά χάνεσαι, μεταφέρεσαι. Εννοώ όπως και στη ζωή, είσαι κάπου αλλού γιατί κάτι θυμήθηκες, κάτι ξαφνικά μπορείς να μυρίσεις ή να δεις μπροστά σου πράγματα. Εννοώ να χάσεις στιγμιαία την επαφή με το περιβάλλον, γιατί κάπου μεταφέρθηκες από την ανάμνηση, αυτό το δημιούργησε ας πούμε η συνθήκη, η πρόβα, γι’ αυτό είναι κάτι που μ’ αρέσει πάρα πολύ και στην παράσταση που με έχει «μαγέψει» πολύ.
Μου άρεσε αυτή η κουρτίνα που άλλοτε άνοιγε, άλλοτε δεν άνοιγε και μετά άνοιξε τελείως. Είχε αυτή την αίσθηση μαγείας. Γιατί εντάξει, ιεροτελεστία έχει και το θέατρο. Σεβαστήκατε και την ιεροτελεστία που έχει το θέατρο ως δημιουργία.
Το είχε και το κείμενο αυτό μέσα. Κάποια όρια που παίζανε με τη συνθήκη του θεάτρου και όχι. Ούτως ή άλλως ο τρόπος που δουλεύει και η ομάδα ο Χρήστος, η Ξένια και η Ιζαμπέλα (Κωνσταντινίδου) η δραματουργός, έχουν πολύ μεγάλο σεβασμό γι’ αυτή την ιεροτελεστία του θεάτρου, οπότε εδώ ταίριαξε πολύ. Το έργο κανονικά λέγεται στα γαλλικά un sacre που μάλλον σε πιο ελεύθερη μετάφραση είναι τύπου κάτι ιερό. O Χρήστος, όταν το συζητούσε με τη Δήμητρα (Κονδυλάκη) τη μεταφράστρια, πώς θα το μεταφράσουν έπεσε και η ιδέα της τελετουργίας, αλλά αυτό ήταν ακόμα πιο βαρύγδουπο. Το «Ιεροτελεστία» βρίσκεται κάπου στη μέση. Έχει ένα βάρος, αλλά μπορούμε τη λέξη αυτή να την χρησιμοποιήσουμε για κάτι που κάνουμε, ας πούμε κάθε πρωί στη ζωή γενικότερα.
Μα αυτό σε κάνει να ταυτίζεσαι και πιο πολύ, γιατί ιεροτελεστία είναι και το βούρτσισμα και το να νιφτώ κάθε πρωί.
Είναι λίγο και τα απλά πράγματα. Δεν είναι μόνο το βαρύ, αλλά αν ακούς τελετουργία, πας κατευθείαν σε κάτι πιο εκκλησιαστικό, πιο επιτελεστικό. Καταλαβαίνω ότι και το ιεροτελεστία ακούγεται κάπως βαρύ. Ελπίζω να μην είναι τόσο βαριά η παράσταση, γιατί θεωρώ ότι έχει και χιούμορ μέσα.
Την ώρα που είσαι πάνω στη σκηνή, νιώθεις ότι βρίσκεσαι σε μια λειτουργία;
Λες για τη συγκεκριμένη παράσταση; Γιατί εγώ ας πούμε, το νιώθω πάντα στις παραστάσεις. Του θεάτρου η ιεροτελεστία, μπαίνουμε σε αυτή τη συνθήκη και το πάμε μέχρι να ολοκληρωθεί.
Επειδή όμως η θεματική σας είναι ακόμα πιο μεταφυσική, είναι ο θάνατος που λέγαμε. Το σώμα σου, το σώμα του ηθοποιού φέρει μια μνήμη. Θα συγκινηθεί με κάτι και την ώρα που δεν πρέπει, εκεί είναι και η ικανότητα του ηθοποιού να το ενσωματώσει αυτό μέσα στον ρόλο του…
…και να μπορέσει να προχωρήσει παρακάτω και να μην σταθεί τόσο σ’ αυτό.
Είσαι μέρος μιας σκυταλοδρομίας που έχεις και στιγμές ακινησίας που έχεις και στιγμές που δεν φαίνεσαι καν. Έχει μια διαδικασία, μια διαδρομή. Περιμένεις να δεις πώς θα το λάβει το κοινό, έχεις μια αγωνία αν θα περάσει προς τον θεατή, γιατί έχει και την έννοια της διάδρασης αυτή η παράσταση. Χωρίς να μας ρωτάτε πράγματα, μας κοιτάτε κατάματα.
Δεν έχω τόσο την αγωνία του πώς θα το λάβει το κοινό, κάπως του έχω εμπιστοσύνη ότι θα λάβει αυτό που είναι να λάβει ο καθένας, στον βαθμό που εκείνος είναι ανοιχτός να το λάβει. Και αν κάποιος φύγει και δεν αποκομίσει κάτι από την παράσταση, δεν του αρέσει η παράσταση δεν θα παρεξηγηθώ κιόλας, εννοώ το βρίσκω ανθρώπινο και αυτό. Δεν μπορεί να μας αρέσουν όλα και δεν μπορούμε να είμαστε και έτοιμοι κάθε στιγμή να μπούμε σε κάτι που προτείνει ο άλλος. Και εσένα δεν σου έχει τύχει αυτό;
Τη μέρα της παράστασης που την είδα ήρθα και σου είπα εκεί που γνωριστήκαμε, ότι κοίτα, ίσως ήθελα λίγο πιο σφιχτό το κείμενο από την άποψη να κοπεί κείμενο. Από την άλλη, είναι και άκομψο να πηγαίνεις σε έναν άνθρωπο που έχει κοπιάσει και να του πεις κοίτα, μου άρεσε αυτό που είδα, αλλά…
Ο καθένας έχει την άποψη του και τη γνώμη του, η οποία είναι σεβαστή. Στον καθένα κάνει διαφορετική αίσθηση το κάθε πράγμα, οπότε είναι πολύ φυσιολογικό εσύ να είπες αυτό, κάποιος άλλος θα πει ήταν καταπληκτικό ή κάποιος άλλος να έρθει να πει ότι βρε παιδιά δεν το «ακολούθησα» ποτέ.
Δεν ξέρω αν είναι σωστό αυτό που κάνουμε μέσα στην όλη ιεροτελεστία του θεάτρου να πηγαίνεις μετά και να λες στον άλλον ωμά αυτό που κρίνεις.
Σωστό και λάθος. Ας πούμε ότι υπάρχουν κάποιοι κοινωνικοί κανόνες με τους οποίους εμένα πχ. δεν με πειράζει το να έρθει κάποιος να μου πει ειλικρινά τη γνώμη του, το προτιμώ. Κάποιοι ίσως να μην είναι τόσο έτοιμοι να την ακούσουν και να θέλουν να ακούσουν μόνο τα θετικά. Εγώ δεν έχω πρόβλημα να ακούω τα πάντα. Όχι ντε και καλά για να τα ενσωματώσω σε κάτι. Ούτως η άλλως η δουλειά μας έχει έκθεση, οπότε δεν γίνεται να κάνεις μια δουλειά που έχει έκθεση, αλλά μετά να σε ενοχλεί το αποτέλεσμα της έκθεσης.
Εν τω μεταξύ, μου κάνει εντύπωση στην περίπτωσή σου γιατί έχεις σπουδάσει και μάρκετινγκ, έχεις κάνει δυο μεταπτυχιακά σε art management και σε κοινωνική και δημόσια επικοινωνία…Και μετά μπαίνεις στον κόσμο του φαντασιακού, του θεάτρου. Πώς το διαχειρίζεσαι αυτό;
Είναι δυο ανθρωπάκια μέσα μου μάλλον το διαβολάκι και το αγγελάκι που το ένα λέει αυτό και το άλλο λέει το άλλο. Οπότε συγκρούονται λίγο, αλλά μια χαρά τα βρίσκουν στο τέλος. Μάλλον κερδίζει το φαντασιακό στην τελική, γιατί αυτό ακολούθησα.
Τι είναι αυτό που σε γοητεύει στο θέατρο; Από αυτές τις ιεροτελεστίες που λέγαμε, τις τελετουργικές του θεάτρου;
Η σύνδεση με τον κόσμο, ότι απαιτεί και από τον θεατή μία συμμετοχή. Μπαίνει στη διαδικασία να βάλει τα ρούχα του, να πάρει ένα μέσο, να έρθει στο θέατρο, να κλείσει το κινητό, να αφιερώσει μια, μιάμιση, δυο, τρεις -στην προκειμένη περίπτωση- ώρες να δει αυτό που έχεις ετοιμάσει. Χρειάζεσαι τον θεατή εκείνη τη στιγμή εκεί. Δεν είναι σαν την τηλεόραση, την ταινία που μπορείς να πατήσεις ένα στοπ, να πας να φας λίγο μία πίτσα, να γυρίσεις να πεις έχω δουλειά, τώρα θα κάνω λίγο τη δουλειά και θα ξαναδώ την ταινία μετά. Και αυτό αδικεί τις ταινίες, δεν είναι πολύ ωραίο όταν το κάνεις, γιατί κάτι χάνεις, αλλά στο θέατρο δεν μπορείς να το κάνεις. Απαιτεί και από τον θεατή κάτι, μια σύνδεση που προκύπτει εκείνη τη στιγμή, αν προκύψει. Εγώ βάζω τους θεατές ως μέρος της παράστασης. Όταν λέμε μια μέρα, ας πούμε σήμερα, πήγε καλά, νομίζω ότι έχει να κάνει και με το κοινό, ότι κάτι βρήκαμε όλοι μαζί. Νομίζω ότι όλη μας η ενέργεια που δημιουργήσαμε ήταν που το έκανε καλό.
Ανταλλαγή ενέργειας είναι το θέατρο.
Οπότε όλη αυτή η ιεροτελεστία με συγκινεί κάπως και καταλαβαίνω ότι με συγκινεί λίγο περισσότερο όσο προχωράει ο κόσμος, επειδή πάμε όλο και περισσότερο σε τεχνολογία που τώρα τρέχει με χίλια. Κάπως, αν το σκεφτείς λογικά το θέατρο είναι παρωχημένο. Είναι μια παρωχημένη μορφή τέχνης τεχνολογικά, οπότε ότι εμείς συνεχίζουμε και το κάνουμε, σημαίνει ότι ακουμπάει σε κάτι πολύ ανθρώπινο και βασικό, δικό μας και έρχεται κόσμος να το δει. Οπότε αυτό με συγκινεί ακόμα περισσότερο ότι είναι κάπως, σε πείσμα των καιρών και ότι σου δίνει λίγο και την αίσθηση ότι μάλλον όπως και να πάει το πράγμα, το θέατρο φαίνεται ότι μάλλον θα συνεχίσει να υπάρχει, που είναι πολύ ωραίο αυτό.
Από αυτά που σου έχει πει το κοινό μετά το τέλος της παράστασης τι έχεις κρατήσει;
Ήρθε να δει την παράσταση μια φίλη συνεργάτις από την Ιταλία που δεν μιλάει ελληνικά και δεν είχαμε και τη μέρα που ήρθε υπέρτιτλους, αλλά δεν την ένοιαζε καθόλου, ούτε κουράστηκε στις τρεις ώρες, γιατί καταλάβαινε το θέμα. Είχε σπουδάσει αρχαία ελληνικά, παλιά μικρή, μου είπε κάτι που δεν γνώριζα, ότι το φέρετρο ιταλικά είναι φέρετρο. Αλλά αυτό που μου άρεσε, και το οποίο έχει να κάνει με τη λειτουργία του θεάτρου που συζητάμε- είναι ότι βασικά λέει, το θέατρο αυτό κάνει. Η λειτουργία του είναι ότι πας να δεις κάτι και αυτό που πρέπει να κάνει το θέατρο είναι να σε κάνει να καταλάβεις ότι σε αυτό που έχεις περάσει, δεν είσαι μόνος σου, ότι το έχει περάσει και κάποιος άλλος και κάποιος άλλος ή ας πούμε είναι εκεί ή σκέφτεται το ίδιο. Και αυτή η σύνδεση είναι που κάνει το θέατρο να σε βοηθάει σε αυτό, ότι μοιράζεσαι. Βλέπεις κάτι και λες αυτό το έχω νιώσει, το έχω ζήσει και εγώ άρα δεν είμαι μόνος μου.
Οπότε, ένας από τους λόγους, απ’ ό,τι καταλαβαίνω που κάνεις και εσύ θέατρο, είναι να μην νιώθουμε μόνοι. Να μην νιώθεις μόνος.
Ναι, είναι ένας απ’ τους λόγους. Και ο άλλος λόγος είναι να εξασκώ τη φαντασία μου. Να μπαίνω σε συμβάντα και συνθήκες και κόσμους στους οποίους δεν μπορώ να πάω αλλιώς. Πρακτικά δεν μπορώ να πάρω μία γαλέρα και να γίνω πειρατής, δεν μπορώ να γίνω βασιλιάς του βασιλείου της Αγγλίας τον 15ο αιώνα ή τρόφιμος σε μια ψυχιατρική κλινική του 1930. Στο θέατρο μπορώ να τα κάνω όλα αυτά, ό,τι θέλω μπορώ να κάνω, αρκεί να το πιστέψω και να περάσω ωραία με αυτό.
Info παράστασης:
Ιεροτελεστία | Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος», Κτήριο Τσίλλερ
The post Ο Γιώργος Κισσανδράκης μιλάει για την «Ιεροτελεστία» στο Εθνικό Θέατρο και τη λειτουργία του θεάτρου γενικότερα appeared first on ελculture – Θέατρο, Μουσική, Τέχνη & Πολιτισμός.
Διαβάστε περισσότερα
