Προσωπικά δεν μου πάει η αισθητική των τραγουδιών του Μαζωνάκη. Δεν είμαι δήθεν ελιτιστής, όχι, αλλά να, έχω συνηθίσει ν’ ακούω δίσκους με γδαρσίματα, από κείνα που αφήνουν ανεξίτηλες χαραγματιές στην ψυχή. Καθότι οι προτιμήσεις μου περιορίζονται σε ρεμπέτικα και μπλουζ από παλιές πλάκες γραμμοφώνου ή σε ροκιές και τζαζιές από φθαρμένα βινύλια του ’60. Διαπιστώνω, λοιπόν, πως συγκαταριθμούμαι στους πτωχούς τω πνεύματι που ώς την προηγούμενη εβδομάδα αγνοούσαν μέχρι ενός τα δημοφιλή άσματα του Μαζώ.
Εντελώς οπισθοδρομικός, δηλαδή! Μολαταύτα, η φάτσα του μου ήταν γνώριμη από εξώφυλλα περιοδικών λάιφ στάιλ στα περίπτερα ή από ζάπινγκ σε πρωινάδικα στο γυαλί. Τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, μου έγινε οικεία και τρόπον τινα συμπαθής. Συμμεριζόμουν την αγωνία του για το μεροκάματο, βλέποντάς τον να πασχίζει να καταπνίξει την πλήξη του σε ριάλιτι διαγωνισμούς τραγουδιού, που χάζευα υπομονετικά θέλοντας και μη, περιμένοντας αργά τις Κυριακές να δω τα γκολ από το ελληνικό και τα διεθνή πρωταθλήματα.
Νεκρός στο ντιβάνι μιας ντεμέκ κλινικής του Κολωνακίου προξένησε άφατη θλίψη ακόμα και σε μένα που ελαχίστως τον ήξερα. Για τους δικούς του ανθρώπους, τους γονείς, τις αδελφές, τους φίλους, τους συνεργάτες, τους γείτονες, ο τόσο άδικος, πρόωρος και αιφνίδιος θάνατός του σήμαινε δίχως άλλο πραγματική συντριβή. Τηρουμένων των αναλογιών, το ίδιο ισχύει και για όλους όσοι διασκέδασαν, ερωτεύτηκαν, πόνεσαν, έκλαψαν· όσοι μεγάλωσαν με δυο λόγια με τα τραγούδια του.
Θρήνος συλλογικός, ενίοτε πάνδημος, ακολουθεί την εκδημία των εκλεκτών της μάζας. Κι ας είναι το πένθος βαθιά εσωτερική υπόθεση. Από καταβολής κόσμου οι πολιτισμοί όλου του πλανήτη αποδίδουν ξεχωριστές τιμές στους νεκρούς. Σε κάθε νεκρό. Ακόμα και οι ορκισμένοι αντίπαλοι κλίνουν ευλαβικά το γόνυ μπροστά στους τάφους. Ως και στους πιο αιματηρούς πολέμους της αρχαιότητας, τα αμφιτέρωθεν στρατόπεδα κήρυτταν εκεχειρία για να κηδέψουν αμίλητοι τους σκοτωμένους. Η λέξη κηδεία –εκ του κήδω – κήδομαι– σημαίνει άλλωστε φροντίδα προς τον εκλιπόντα, προετοιμασία του για το επέκεινα. Οσο μένει άταφος του πρέπει παύση των εχθροπραξιών, αναστοχασμός και σιωπή.
Ο νεκρός Γιώργος Μαζωνάκης δεν αξιώθηκε δυστυχώς τον προσήκοντα σεβασμό. Τα κανάλια ασέλγησαν για μια εισέτι φορά, στήνοντας πάνω στη σορό του τη συνήθη τυμβωρυχική εμποροπανήγυρη. Η πλατεία Αγίας Τριάδας στη Νίκαια, εκτός από θλιμμένους θαυμαστές, πλημμύρισε και από θλιβερούς δαιμόνιους ρεπόρτερ, οίτινες επαναλάμβαναν στις κάμερες μονότονα και αηδιαστικά τις αρετές του αοιδίμου. Υπερβολή σε υπερθετικό βαθμό.
Συγκινημένοι θεατρικά διάφοροι αστέρες των μίντια εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία για να προβάλουν στην τηλοψία το δικό τους παραφουσκωμένο πλην κούφιο εγώ, προσθέτοντας παρεμπιπτόντως κλισαρισμένα λόγια συμπάθειας για τον μακαρίτη. Ο τύπος που στο απόγειο της δόξας και κάτω από εκμαυλιστικούς προβολείς ουδέποτε ξέχασε τη λαϊκή του γειτονιά και τους ανθρώπους της, δεν ευτύχησε να αποδημήσει σαν άνθρωπος. Του έμελλε να κηδευτεί δίχως κήδος, σαν απρόσωπο τηλεοπτικό προϊόν. Υβρις στη μνήμη του και στην οδύνη των οικείων του. Η τηλεόραση προσχηματικά μονάχα θρηνεί τάχα τα δικά της παιδιά· στην ουσία αποθεώνει εσαεί τον εαυτό της.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
