Τελευταία νέα
Κεραμέως για εργαζόμενους Pizza Fan και «Το Χωριάτικο»: «Το υπουργείο Εργασίας και η κυβέρνηση θα σταθεί δίπλα τους» ΠΑΣΟΚ για Μιχάλη Μπεκίρη: «Θα βρει άλλον “εθελοντή” ο πρωθυπουργός για διευθυντή του γραφείου του;» Δήμος Αθηναίων για Γκράβα: Τα σχολεία θα παραμείνουν κλειστά μέχρι την ολοκλήρωση των ελέγχων Ερντογάν για τουρκολιβυκό μνημόνιο: Ζητά να γίνει σεβαστή η συμφωνία – «Χωρίς νόμιμη βάση οι αντιδράσεις» Μετωπική Γεωργιάδη-Κωνσταντοπούλου για το Ισραήλ: «Ποιος σας έκανε τέτοιο ψώνιο;» – «Σας αντιμετωπίζω ποινικά» Ισραήλ: «Πρωτοφανής αντιπαράθεση» Νετανιάχου με τον αρχηγό του IDF για σχέδιο επίθεσης στο Ιράν ενόψει εκλογών Αποκαλύψεις Τσάπα για το σκάνδαλο στο μπάσκετ: Το κύκλωμα Λιόλιου, τα «δώρα», οι εκφοβισμοί και το «εργαλείο» Τσαρούχα Σύγκρουση Γεωργιάδη – Κωνσταντοπούλου στη Βουλή: Ο φασίστας και η προδότης Πιερρακάκης για τελωνείο Καβάλας: «Φεύγει από τη σημερινή του θέση – Ανταποκρινόμαστε σε ένα πάγιο αίτημα των πολιτών» Κόντρα Γεωργιάδη – Πολάκη για το νοσοκομείο Χανίων: «Θα αλλάξω την πτήση, θα έρθω νωρίς και θα τα πούμε εκεί» Αποχώρηση Μπεκίρη από Γραφείο του Πρωθυπουργού μέχρι την διαλεύκανση της υπόθεσης Χαμός στην άρση βαρών: Ουκρανική οργή για την απόφαση να διοργανώσει η Ρωσία το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα
Efsyn.gr

Ο Σταμάτης Φασουλής ανοίγει τα συρτάρια της τέχνης του

Είναι για παράσταση σπάνια. Ενας ηθοποιός, για τον οποίο η όψιμη μεταπολεμική περίοδος και ολόκληρη η Μεταπολίτευση έχουν χαραχθεί σαν δρόμος διπλής κατεύθυνσης, επιλέγει να μιλήσει όχι μόνο επί αλλά και υπό σκηνής, για να φέρει σε εμάς επιθυμίες και αισθήσεις, κάτι μισοϊδωμένα πρόσωπα ή αβέβαιες μνήμες, από όσα ο ίδιος έζησε στο θέατρο για πενήντα συναπτά έτη δίπλα σε αγαπημένους δασκάλους, συνοδοιπόρους και φίλους.
Παράσταση μάλλον αταξινόμητη: ντοκιμαντέρ, θέατρο μαρτυρίας, «παρλάτα» ή παράσταση-διάλεξη; Μήπως τίποτα από όλα αυτά; Στη θέση τους βρίσκεται η ανάγκη του καλλιτέχνη να καταθέσει την προσωπική πορεία του, έναν απολογισμό ή –ακόμα καλύτερα– μια αναφορά στον παιδικό εαυτό του, πίσω στα πατρικά χώματα, στη Σαλαμίνα, όταν όλα έμοιαζαν να ανήκουν σε έναν κόσμο μεγαλύτερο. Τώρα, λοιπόν, που ο κόσμος στενεύει και χάνονται όχι μόνο οι εικόνες, αλλά και οι φωνές όσων τον (μας) καθόρισαν, περνάει από την άλλη μεριά του έργου τέχνης. Γίνεται για λίγο ο ίδιος το καλλιτέχνημα, το αντικείμενο και ο λόγος της έκθεσης, προκειμένου να προσμετρηθούν με αυτά το βιος και η περιουσία, με το μέτρο με το οποίο λογαριάσαμε μέχρι τώρα την τέχνη.
Ολα εδώ μοιάζουν με θέατρο. Δεν μιλούν για κάτι άλλο παρά για μορφές που δεν διαφέρουν πολύ από τα πρόσωπα της σκηνής, σαν να εντάχτηκαν κι αυτά στην πινακοθήκη και μυθολογία του θεάτρου: Χορν, Λαμπέτη, Κουν, Μουζενίδης, Βότκοβιτς και Γιώργος, Αννα και Μάκης… Συρτάρια (η σκηνογράφος Ζωή Μολυβδά-Φαμέλη έχει μεταφέρει ένα αντίγραφο της οικίας του και φροντιστήρια παλαιών παραστάσεων), στα οποία έχουν στοιβαχθεί –για μελλοντική χρήση– όλα τα ενθύμια, ανάκατα και κάποτε αμέθοδα, χωρίς ποτέ μέσα στην αλαζονεία της νεότητας να πιστεύαμε ότι θα έμοιαζαν σε κάτι χρήσιμα στο μέλλον.
Ο Σταμάτης Φασουλής ανοίγει τα συρτάρια της τέχνης του, η οποία δεν είναι μόνο τεχνική, ταλέντο και άσκηση, αλλά μαζί και φαντασία και ήθος και μνήμη, για να μιλήσει για τη ζωή του στο θέατρο, κάποτε μελαγχολικά, κάποτε με σαρκασμό και πάντοτε με πνεύμα – και την καταξιωμένη εκείνη ικανότητά του να «περνάει» κάτω στο κοινό την παρουσία του. Οπως είναι επόμενο, και μάλιστα στην παράσταση αποτελεί το βασικό δραματουργικό ζητούμενο, τίποτα δεν μπορεί να μπει σε «τάξη». Αντίθετα, το ένα κινεί το επόμενο, από τη μια αναφορά αναβλύζει συνειρμικά η συνέχειά της, σαν πίδακας που έρχεται από κάτω και βγαίνοντας στο φως καταβρέχει τα πάντα και τους πάντες με το λάλον ύδωρ του. «Αυτοσχεδιάζοντας» και χρησιμοποιώντας τους μουσικούς της παράστασης δυναμικά σαν ζωντανά σημειώματα (Παναγιώτης Τσεβάς, Δημήτρης Κίκλης και Μυρσίνη Αχαλινωτοπούλου), ο ηθοποιός πηδάει από το ένα στο άλλο, αγωνίζεται να βάλει σε σειρά την αφήγησή του, αποτυγχάνει, στρέφεται επίμονα σε παλιές εντυπώσεις, μεταφέρει με αυτές όχι μια «ιστορία», αλλά μια ζωή στο θέατρο.
Είναι σπουδαία η κατάθεσή του, όχι μόνο λόγω των πολλών και όχι πάντα γνωστών πληροφοριών που φέρνει στο φως για πρωταγωνιστές της σκηνής μας, από την Κοτοπούλη και την Κυβέλη μέχρι την Αλίκη Βουγιουκλάκη και την Αννα (Παναγιωτοπούλου). Είναι που μας θυμίζει ότι το θέατρο και ο κόσμος του ούτε είναι ακριβώς ούτε μπορούν να γίνουν ποτέ αυστηρό αντικείμενο ιστορικής καταγραφής. Γιατί, πίσω από τους τίτλους των παραστάσεων και τα ονόματα των συντελεστών του, κινείται ένα σύμπαν γεμάτο ένταση και χάρη, με άφθονη σαγήνη αλλά και τρομερή ανασφάλεια. Το θέατρο, ειδικά το πιο περιφρονημένο από τους ιστορικούς «θέατρο της μαρκίζας», δίπλα στην επίσημη ιστορία του διαθέτει ένα ολόκληρο πεδίο από αδημοσίευτες μαρτυρίες και ζουμερά ανέκδοτα, γοητευτικά παρασκήνια και εκρηκτικές ιδιοσυγκρασίες. Ασημαντότητες; Αν κάποτε στραφήκαμε όλοι μας στο θέατρο, είναι για όλα αυτά, τα ταπεινά και ανεπίσημα.
Κάποιος θα πίστευε πως ο δρόμος του Σταμάτη Φασουλή τελειώνει εδώ, με την απόθεση ενώπιόν μας του φορτίου που μάζεψε τόσα χρόνια στο σανίδι, δίπλα σε μεγάλους συνεργάτες, σε θέατρα και δρόμους της Μεταπολίτευσης. Προσωπικά, αμφιβάλλω. Εχω την εντύπωση πως ο βασικός λόγος της παρουσίας του δεν είναι για να δείξει «τι βρήκε», αλλά για να υπονοήσει τι δεν βρήκε ακόμη στην τέχνη. Είναι αυτό, αν θέλετε, το κρυμμένο ποιητικό κέντρο της επιλογής του να μιλήσει ανοικτά. Και ποιο είναι αυτό το κέντρο; Ισως η αίσθηση πως με όλη την προσπάθεια και τους αγώνες, παρά την αδιάκοπη αγωνία και τον μόχθο, τις επιτυχίες και αποτυχίες, ο ίδιος δεν βρήκε ακόμη τον έναν εκείνο λόγο για τον οποίο έγινε αρχικά καλλιτέχνης. Στο τέλος του δρόμου, σαν να λέει, δεν βρίσκεται η αρχή του ουράνιου τόξου, αλλά μια αόριστη υπόσχεση που κινεί ξανά τον καλλιτέχνη να προχωρήσει κι άλλο στην έρημο.
Αυτή η βαθιά απογοήτευση –την οποία δύσκολα μπορούμε να κατανοήσουμε από τη μεριά μας, καθώς δεν είμαστε καλλιτέχνες, μα μπορούμε ίσως να διαισθανθούμε και να εντάξουμε γενικότερα στην ανθρώπινη κατάσταση–, αυτή η υπαρξιακή κένωση στο τέλος μιας πορείας που άλλα υποσχόταν στην αφετηρία της, δεν ανήκει μόνο σε εκείνον. Ανήκει και σε όλους όσοι τον συντρόφευσαν. Κι ίσως γι’ αυτό ακριβώς, σαν αντίδωρο στη δική τους χάρη, μα και σαν παρηγοριά στη λησμονιά που λίγο λίγο νιώθει πως τους κυκλώνει, ο ηθοποιός με το επίθετο του Φασουλή, επιστρέφει πίσω για λίγο στο Υπόγειο του Τέχνης το θεατρικό του προσωπείο. Ο Πρόσπερο σπάει ξανά το μαγικό του ραβδί στο τέλος της «Τρικυμίας».
«Δεν πρόλαβε» μας τραγουδά, με τη μουσική του Σταμάτη Κραουνάκη. Μα η αυτοαναφορά και οι ποιητικές λέξεις του βρήκαν έναν τουλάχιστον στόχο. Είναι η ιδέα ότι η μνήμη αποτελεί το τελευταίο οχυρό ενός θεάτρου που χάνεται κι αυτό, μαζί με τους ανθρώπους του.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...