-Η απάντηση στον Γιάννη Σπιλάνη: Ο πραγματικός κίνδυνος για τα ελληνικά νησιά δεν είναι μόνο ο “υπερτουρισμός” και η τουριστική πίεση, αλλά η απουσία σχεδιασμού, οι ανεπαρκείς δημόσιες υποδομές και η ευκολία με την οποία κάποιοι μετατρέπουν τον σημαντικότερο αναπτυξιακό πυλώνα της χώρας σε αποδιοπομπαίο τράγο.#money-grid-35365{list-style:none;margin:0;padding:0;overflow:hidden;}#money-grid-35365>li{float:left;width:49%;min-width:250px;list-style:none;margin:0 1% 1% 0;;padding:0;overflow:hidden;}#money-grid-35365>li.last{margin-right:0;}#money-grid-35365>li.last+li{clear:both;}@media only screen and (max-width:768px) {#money-grid-35365>li{width:100%;}}
του Κωνσταντίνου Στ. Δεριζιώτη
Υπάρχει ένα φαινόμενο που παρατηρώ με ολοένα μεγαλύτερη ανησυχία στον δημόσιο διάλογο για τον ελληνικό Τουρισμό. Όσο περισσότερο αναπτύσσεται ένας προορισμός, όσο περισσότερες επενδύσεις προσελκύει και όσο σημαντικότερη γίνεται η συμβολή του στην Οικονομία, τόσο περισσότεροι εμφανίζονται για να μας εξηγήσουν ότι η ανάπτυξη αυτή είναι περίπου η βασική αιτία όλων των προβλημάτων του.
Και κάπως έτσι, ο “υπερτουρισμός” έχει εξελιχθεί σε μια λέξη που χρησιμοποιείται όλο και συχνότερα για να περιγράψει σχεδόν οτιδήποτε δεν λειτουργεί σωστά στα ελληνικά νησιά. Από την έλλειψη νερού και τη διαχείριση των απορριμμάτων μέχρι το κυκλοφοριακό, την κατοικία, τις δημόσιες υπηρεσίες και την ποιότητα ζωής των κατοίκων.
Ασφαλώς, ο υπερτουρισμός είναι υπαρκτό φαινόμενο παγκοσμίως. Και ασφαλώς, σε συγκεκριμένους προορισμούς και περιόδους μπορεί να δημιουργεί σοβαρά προβλήματα.
Αλλά άλλο πράγμα η επιστημονική ανάλυση ενός σύνθετου προβλήματος και άλλο η μετατροπή του υπερτουρισμού σε μια βολική εξήγηση για κάθε διαχρονική αδυναμία του ελληνικού κράτους.
Αφορμή για τις σκέψεις αυτές αποτέλεσε πρόσφατη τοποθέτηση του ομότιμου καθηγητή του Πανεπιστημίου Αιγαίου Γιάννη Σπιλάνη, ο οποίος, συνεχίζοντας τον δημόσιο προβληματισμό του για το τουριστικό μοντέλο, υποστηρίζει ότι ο υπερτουρισμός αποτελεί το μείζον πρόβλημα και ότι η υφιστάμενη κατάσταση υπονομεύει την ανθεκτικότητα του ελληνικού τουρισμού.
Ο κ. Σπιλάνης έχει ασχοληθεί επί χρόνια με τη νησιωτική ανάπτυξη και τη βιωσιμότητα. Πρόκειται για αντικείμενα που αξίζουν σοβαρή επιστημονική και πολιτική συζήτηση. Άλλωστε, σε πρόσφατη συνέντευξή του στα «ΝΕΑ» αναπτύσσει την ανησυχία του για την πορεία του Τουρισμού και το δικαίωμα των νέων να παραμένουν στα νησιά τους.
Όμως, η γνώση ενός αντικειμένου δεν καθιστά αυτομάτως κάθε επιχείρημα ορθό. Και πολύ περισσότερο δεν καθιστά μια προσωπική εκτίμηση τεκμηριωμένο γεγονός.
Διαβάζοντας τη συγκεκριμένη τοποθέτηση, διαπιστώνω σοβαρές γενικεύσεις, ατεκμηρίωτους υπαινιγμούς και μια προβληματική αντίληψη για τη σχέση τουρισμού, επιχειρηματικότητας, δημόσιων επενδύσεων και τοπικής κοινωνίας.
Και θεωρώ ότι αξίζει μια απάντηση επί της ουσίας.
Πρώτα απ’ όλα, ποιος αποφάσισε ότι όλα τα νησιά αντιμετωπίζουν το ίδιο πρόβλημα;
Ο κ. Σπιλάνης αντιμετωπίζει τον υπερτουρισμό ως το κυρίαρχο πρόβλημα του σημερινού μοντέλου ανάπτυξης. Μόνο που υπάρχει μια θεμελιώδης παράμετρος που δεν μπορεί να παραβλέπεται: η Ελλάδα δεν είναι ένας ενιαίος τουριστικός προορισμός και τα ελληνικά νησιά δεν αποτελούν μια ομοιογενή οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα.
Άλλα προβλήματα αντιμετωπίζει η Σαντορίνη, άλλα η Μύκονος, άλλα η Ρόδος, άλλα η Νάξος, άλλα η Πάρος και άλλα ένα μικρό νησί που αγωνίζεται να διατηρήσει τους μόνιμους κατοίκους του. Ακόμη και στη Σαντορίνη, η πίεση δεν είναι η ίδια κάθε μήνα, κάθε ημέρα ή σε κάθε περιοχή του νησιού.
Επομένως, όταν μιλάμε για υπερτουρισμό, πρέπει να απαντάμε σε συγκεκριμένα ερωτήματα.
Πού ακριβώς καταγράφεται υπέρβαση της φέρουσας ικανότητας;
Σε ποιες περιόδους;
Με βάση ποιους δείκτες;
Ποιες υποδομές αδυνατούν να εξυπηρετήσουν τη ζήτηση;
Ποια είναι η συμβολή των διανυκτερευόντων επισκεπτών, των ημερήσιων εκδρομέων, των επιβατών κρουαζιέρας και των εποχικών κατοίκων;
Και, κυρίως, ποιο μέρος της πίεσης οφείλεται στον αριθμό των επισκεπτών και ποιο στην ανεπαρκή οργάνωση του προορισμού;
Δεν πρόκειται για λεπτομέρειες.
Πρόκειται για τις βασικές προϋποθέσεις μιας σοβαρής επιστημονικής προσέγγισης.
Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι η τουριστική ένταση και η εποχικότητα αποτελούν διαφορετικούς, αν και αλληλοσυνδεόμενους, παράγοντες κινδύνου. Μάλιστα, αναγνωρίζει ότι η Ελλάδα εμφανίζει υψηλές τιμές και στους δύο δείκτες, γεγονός που επιβάλλει στοχευμένες πολιτικές και όχι μια ενιαία αντιμετώπιση όλων των προορισμών.
Χωρίς μέτρηση, χωρίς διαφοροποίηση και χωρίς συγκεκριμένη αποτίμηση των πραγματικών πιέσεων, ο υπερτουρισμός κινδυνεύει να μετατραπεί από επιστημονική έννοια σε πολιτικό σύνθημα.
Και από συνθήματα, έχουμε χορτάσει.
Δηλαδή οι δημόσιες υποδομές είναι πρόβλημα επειδή τις χρειάζεται ο Τουρισμός;
Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, μία από τις πιο βασικές αδυναμίες της τοποθέτησης του κ. Σπιλάνη. Υποστηρίζει ότι η αύξηση των τουριστικών ροών δημιουργεί την ανάγκη για ολοένα μεγαλύτερες δημόσιες δαπάνες και επενδύσεις, προκειμένου να υποστηριχθεί η τουριστική δραστηριότητα. Σωστά ως προς τη διαπίστωση ότι περισσότερη ζήτηση απαιτεί μεγαλύτερη δυναμικότητα υποδομών.
Αλλά από πότε αυτό αποτελεί από μόνο του αρνητικό επιχείρημα;
Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.
Ένα νησί χρειάζεται αξιόπιστη υδροδότηση; Προφανώς.
Χρειάζεται σύγχρονο αποχετευτικό δίκτυο, εγκαταστάσεις βιολογικού καθαρισμού, διαχείριση απορριμμάτων, επαρκή ηλεκτροδότηση, συγκοινωνίες, λιμάνια, οδικά δίκτυα και υπηρεσίες υγείας; Ασφαλώς.
Αυτές οι υποδομές δεν είναι κάποια ειδική παραχώρηση προς τους τουρίστες. Είναι βασικές υποχρεώσεις μιας οργανωμένης Πολιτείας απέναντι στους πολίτες της.
Ο Τουρισμός αυξάνει τις απαιτήσεις τους, επομένως και το αναγκαίο κόστος. Αυτό κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν το αμφισβητεί. Αλλά οι υποδομές αυτές προσφέρουν υπηρεσίες και στους μόνιμους κατοίκους, ενώ ενισχύουν συνολικά τις οικονομικές δυνατότητες των νησιών.
Και εδώ προκύπτει το πραγματικό ερώτημα.
Γιατί ύστερα από τόσες δεκαετίες ισχυρής τουριστικής ανάπτυξης εξακολουθούμε να συζητάμε για ελλείψεις υποδομών σε ορισμένους από τους σημαντικότερους προορισμούς της χώρας;
Ποιος είχε την ευθύνη να σχεδιάσει εγκαίρως τις απαιτούμενες επενδύσεις;
Ποιος γνώριζε ότι η Σαντορίνη, η Μύκονος και άλλοι δημοφιλείς προορισμοί θα συνέχιζαν να προσελκύουν επισκέπτες;
Ποιος είχε την ευθύνη να προγραμματίσει τα αναγκαία έργα, να εξασφαλίσει χρηματοδότηση και να τα ολοκληρώσει;
Οι ξενοδόχοι και οι άλλοι επιχειρηματίες του Τουρισμού ή η Πολιτεία;
Βεβαίως, η ιδιωτική επιχειρηματικότητα οφείλει να συμμετέχει στο κόστος που προκαλεί, μέσω της φορολογίας, των τελών και των ειδικών υποχρεώσεων που προβλέπονται.
Και το κάνει αγόγγυστα και “πλουσιοπάροχα”!
Και όπου υπάρχουν ιδιαίτερα υψηλές επιβαρύνσεις από την τουριστική δραστηριότητα, μπορεί να εξεταστεί δικαιότερη κατανομή του κόστους.
Αυτό όμως είναι διαφορετικό από το να παρουσιάζουμε τις δημόσιες επενδύσεις περίπου ως ανεπιθύμητη συνέπεια της τουριστικής επιτυχίας.
Η απουσία υποδομών δεν είναι απόδειξη ότι ο Τουρισμός αναπτύχθηκε υπερβολικά.
Είναι, πρωτίστως, ένδειξη ότι ο δημόσιος σχεδιασμός δεν συμβάδισε με την πραγματική ανάπτυξη.
Σε ορισμένους προορισμούς μπορεί να ισχύουν και τα δύο. Τότε χρειάζονται και υποδομές και περιορισμοί εκεί όπου τεκμηριώνεται υπέρβαση πραγματικών ορίων. Αλλά δεν μπορούμε να αποδίδουμε συλλήβδην στον τουρισμό την ευθύνη για κρατικές παραλείψεις δεκαετιών.
Και ποιος ακριβώς «επέβαλε» την προβολή της Μυκόνου και της Σαντορίνης;
Ας έρθουμε τώρα σε ένα σημείο της τοποθέτησης που θεωρώ ακόμη πιο προβληματικό.
Ο κ. Σπιλάνης επικαλείται την ειδική τουριστική καμπάνια για τη Σαντορίνη και τη Μύκονο, υποστηρίζοντας ότι αυτή «προφανώς» επιβλήθηκε από τους μεγάλους τουριστικούς επιχειρηματίες των νησιών, επειδή διαπίστωσαν ότι τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά.
Αλήθεια, από πού προκύπτει αυτό το «προφανώς»;
Υπάρχει κάποιο στοιχείο που αποδεικνύει ότι συγκεκριμένοι επιχειρηματίες επέβαλαν στην Πολιτεία τη συγκεκριμένη πρωτοβουλία;
Υπάρχει κάποια υπηρεσιακή απόφαση, κάποια επίσημη αλληλογραφία, κάποια δημόσια παραδοχή;
Αν υπάρχουν τέτοια στοιχεία, θα είχε ασφαλώς ενδιαφέρον να δημοσιοποιηθούν. Αν δεν υπάρχουν όμως, δεν μπορούμε να μετατρέπουμε μια υπόθεση για τα κίνητρα τρίτων σε διαπιστωμένο γεγονός.
Και επειδή εδώ δεν χρειάζονται εικασίες, ας δούμε τι γνωρίζουμε επισήμως.
Στις 13 Οκτωβρίου 2026, ο ΕΟΤ ανακοίνωσε την ολοκλήρωση του Santorini–Mykonos Tourism Forum 2026, το οποίο διοργάνωσε από τις 5 έως τις 11 Οκτωβρίου σε συνεργασία με τους Δήμους Θήρας και Μυκόνου. Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση, στο επίκεντρο βρέθηκαν η διεθνής προβολή, η αυθεντικότητα των προορισμών, ο πολιτισμός, οι διαφορετικές τουριστικές εμπειρίες και η επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου. Αυτή είναι η επίσημα διατυπωμένη στόχευση της συγκεκριμένης πρωτοβουλίας. Δεν αποδεικνύει από μόνη της τι προηγήθηκε στις σχετικές συζητήσεις, αλλά ασφαλώς δεν τεκμηριώνει και τον ισχυρισμό ότι η δράση επιβλήθηκε από μεγάλους επιχειρηματίες.
Και, κυρίως, δημιουργεί ένα εύλογο ερώτημα.
Από πότε η στοχευμένη τουριστική προβολή ενός προορισμού αποτελεί αντίπαλο της βιωσιμότητας;
Αν μια πρωτοβουλία επιδιώκει να ενισχύσει τη ζήτηση τον Απρίλιο, τον Μάιο ή τον Οκτώβριο, αντί να συγκεντρώνει ακόμη περισσότερους επισκέπτες στον Αύγουστο, δεν συμβάλλει δυνητικά στην καλύτερη κατανομή των τουριστικών ροών;
Αν προβάλλει τον πολιτισμό, τη γαστρονομία και τις εναλλακτικές εμπειρίες, δεν μπορεί να ενισχύσει την οικονομική δραστηριότητα πέρα από τα ήδη κορεσμένα σημεία ενός προορισμού;
Ασφαλώς, όλα αυτά πρέπει να αξιολογούνται με πραγματικά αποτελέσματα.
Αλλά η τουριστική προβολή δεν ταυτίζεται με την ανεξέλεγκτη αύξηση των επισκεπτών. Μπορεί να αποτελέσει και εργαλείο καλύτερης διαχείρισης της ζήτησης. Η ουσία είναι το πώς σχεδιάζεται και τι επιτυγχάνει. Όχι οι αυθαίρετες ερμηνείες για το ποιος δήθεν την επέβαλε.
Οι κάτοικοι εναντίον των τουριστών; Μια επικίνδυνα απλουστευτική αντίθεση
Ο κ. Σπιλάνης υποστηρίζει ότι οι δημόσιες επενδύσεις πραγματοποιούνται για την εξυπηρέτηση του τουρισμού και όχι των κατοίκων, οι οποίοι θέλουν να ζουν με ασφάλεια και αξιοπρέπεια δώδεκα μήνες τον χρόνο.
Στο δεύτερο σκέλος δεν υπάρχει καμία διαφωνία.
Οι κάτοικοι των νησιών έχουν απόλυτο δικαίωμα στην ποιότητα ζωής, στη στέγαση, στην υγεία, στις δημόσιες υπηρεσίες, στο νερό και σε ένα προστατευμένο φυσικό περιβάλλον.
Αυτονόητο.
Αλλά γιατί πρέπει να παρουσιάζεται η εξυπηρέτηση αυτών των αναγκών ως αντίθετη προς την τουριστική ανάπτυξη;
Οι άνθρωποι που εργάζονται στα ξενοδοχεία, στα εστιατόρια, στα καταστήματα, στις μεταφορές, στις τουριστικές υπηρεσίες και στις επιχειρήσεις που τροφοδοτούν τον κλάδο δεν είναι κάτοικοι των νησιών;
Οι οικογένειες που ζουν από την τουριστική οικονομία δεν αποτελούν μέρος των τοπικών κοινωνιών;
Οι επαγγελματίες που επένδυσαν στον τόπο τους δεν έχουν και αυτοί δικαίωμα να επιδιώκουν την οικονομική τους πρόοδο;
Δεν ισχυρίζομαι ότι όλοι ωφελούνται εξίσου από τον Τουρισμό. Προφανώς δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο.Υπάρχουν κάτοικοι που επιβαρύνονται από την αύξηση των ενοικίων, την κυκλοφοριακή συμφόρηση, την άνοδο του κόστους ζωής και την πίεση στους δημόσιους χώρους. Υπάρχουν επίσης πραγματικές ανισότητες στην κατανομή των οικονομικών ωφελειών. Αλλά η αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων δεν προϋποθέτει να δημιουργήσουμε δύο αντίπαλα στρατόπεδα: από τη μία τους κατοίκους και από την άλλη τον τουρισμό.
Ο Τουρισμός δεν είναι ένας ξένος οργανισμός που εγκαταστάθηκε στα ελληνικά νησιά. Είναι αναπόσπαστο μέρος της οικονομικής και κοινωνικής τους πραγματικότητας.
Το ζητούμενο είναι να λειτουργεί με κανόνες και να επιστρέφει μεγαλύτερο μέρος της αξίας που παράγει στις τοπικές κοινωνίες. Όχι να αντιμετωπίζεται εκ προοιμίου ως αντίπαλός τους.
Ας μιλήσουμε και για τα χρήματα που φέρνει ο Τουρισμός
Εδώ χρειάζεται να θυμίσουμε μια πραγματικότητα που συχνά απουσιάζει από τις πιο καταγγελτικές προσεγγίσεις. Ο ελληνικός Τουρισμός δεν αποτελεί απλώς μια δραστηριότητα αναψυχής. Είναι μια τεράστια παραγωγική οικονομική δραστηριότητα που δημιουργεί έσοδα, απασχόληση, επενδύσεις και διεθνή ζήτηση για ελληνικές υπηρεσίες και προϊόντα. Σύμφωνα με τα οριστικά στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις το 2025 ανήλθαν σε 23,63 δισεκατομμύρια ευρώ, αυξημένες κατά 9,4% σε σχέση με το 2024. Το πλεόνασμα του ταξιδιωτικού ισοζυγίου ξεπέρασε τα 20,2 δισ. ευρώ.
Πρόκειται για χρήματα που εισέρχονται στην ελληνική οικονομία από το εξωτερικό.
Δεν είναι, βεβαίως, όλα καθαρό κέρδος ούτε παραμένουν όλα στις τοπικές κοινωνίες. Υπάρχουν εισαγόμενες προμήθειες, λειτουργικά κόστη, προμήθειες διαμεσολάβησης και διαρροές εισοδήματος που πρέπει να εξετάζονται. Αλλά αυτό δεν αναιρεί τη συνολική οικονομική σημασία του κλάδου.
Αλήθεια, τι ακριβώς προτείνεται ως εναλλακτική για τις περιοχές που στηρίζουν μεγάλο μέρος της οικονομικής τους δραστηριότητας στον τουρισμό;
Ποιες δραστηριότητες μπορούν να δημιουργήσουν αντίστοιχα εισοδήματα, θέσεις εργασίας και επενδύσεις;
Με ποιο χρονοδιάγραμμα;
Με ποια χρηματοδότηση;
Και πώς θα εξασφαλιστεί ότι η μετάβαση σε ένα διαφορετικό παραγωγικό μοντέλο δεν θα οδηγήσει σε μείωση της απασχόλησης, αποεπένδυση και νέα έξοδο των νέων από τα νησιά;
Δεν υποστηρίζω ότι πρέπει να επιδιώκουμε τη μονοκαλλιέργεια του τουρισμού. Το αντίθετο. Η διαφοροποίηση της τοπικής οικονομίας είναι επιθυμητή και απαραίτητη. Αλλά η οικονομική διαφοροποίηση δεν επιτυγχάνεται αποδυναμώνοντας τον ισχυρότερο παραγωγικό κλάδο μιας περιοχής. Επιτυγχάνεται αξιοποιώντας την αναπτυξιακή του δυναμική για να ενισχυθούν και άλλες δραστηριότητες.
Η τοπική αγροδιατροφή, η μεταποίηση, η παραγωγή ποιοτικών προϊόντων, ο πολιτισμός και οι σύγχρονες υπηρεσίες μπορούν να συνδεθούν με τον τουρισμό και να αποκτήσουν πρόσβαση σε μεγαλύτερες αγορές. Η τουριστική ανάπτυξη, όταν οργανώνεται σωστά, μπορεί να αποτελέσει μέρος αυτής της λύσης.
Η ανθεκτικότητα του Τουρισμού δεν μειώνεται μόνο από τον αριθμό των επισκεπτών
Ο κ. Σπιλάνης κάνει ιδιαίτερη αναφορά στην ανθεκτικότητα του τουρισμού, την οποία θεωρεί ότι υπονομεύει ο υπερτουρισμός. Η ανησυχία είναι θεμιτή. Πράγματι, ένας προορισμός που καταστρέφει τους φυσικούς του πόρους, υποβαθμίζει το περιβάλλον του και επιβαρύνει υπέρμετρα την καθημερινότητα των κατοίκων του υπονομεύει τη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητά του.
Αλλά η ανθεκτικότητα είναι πολύ ευρύτερη έννοια.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνδέει την ανθεκτικότητα του τουρισμού με παράγοντες όπως η διαφοροποίηση της οικονομικής δραστηριότητας, η εποχικότητα, η αγορά εργασίας, το κανονιστικό περιβάλλον και η δυνατότητα προσαρμογής σε εξωτερικές κρίσεις. Επομένως, η ανθεκτικότητα μπορεί να απειλείται και από την ανεπαρκή υδροδότηση, την ενεργειακή ανασφάλεια, τις ελλείψεις προσωπικού, το υψηλό κόστος λειτουργίας, τις καθυστερήσεις αδειοδοτήσεων, την έλλειψη συγκοινωνιών και την απουσία μακροπρόθεσμου σχεδιασμού. Μπορεί επίσης να απειλείται από τη μονομερή εξάρτηση ενός προορισμού από συγκεκριμένες αγορές ή από δύο μήνες υπερσυγκεντρωμένης ζήτησης.
Και εδώ υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά προσέγγισης.
Άλλο να προσπαθούμε να κάνουμε έναν επιτυχημένο προορισμό πιο ανθεκτικό και άλλο να αντιμετωπίζουμε την ίδια την επιτυχία του ως βασική παθογένεια.
Το πρώτο είναι αναπτυξιακή πολιτική.
Το δεύτερο κινδυνεύει να καταλήξει σε μια διαρκή καχυποψία απέναντι στην επιχειρηματικότητα.
Βιωσιμότητα σημαίνει κανόνες, όχι γενική ενοχοποίηση των επενδύσεων
Υπάρχει και ένα ευρύτερο ζήτημα που διατρέχει τη συζήτηση για τον υπερτουρισμό. Η τάση να αντιμετωπίζεται η νέα τουριστική επένδυση σχεδόν αυτομάτως ως πρόβλημα. Μόνο που οι επενδύσεις δεν είναι όλες ίδιες. Άλλη περιβαλλοντική επίπτωση έχει μια οργανωμένη εγκατάσταση που διαθέτει σύγχρονες υποδομές εξοικονόμησης νερού, διαχείρισης αποβλήτων και ενέργειας και άλλη μια άναρχη ανάπτυξη χωρίς επαρκείς υποδομές. Άλλο ένα επενδυτικό σχέδιο που αναβαθμίζει υφιστάμενες εγκαταστάσεις και άλλο μια δραστηριότητα που δημιουργεί νέες πιέσεις σε ήδη κορεσμένη περιοχή.
Αλλά ακόμη και αυτές οι διαφορές δεν μπορούν να κρίνονται με ιδεολογικούς αφορισμούς. Κρίνονται με μελέτες, σαφείς περιβαλλοντικούς κανόνες, χωροταξικό σχεδιασμό και αποτελεσματικούς ελέγχους.
Δεν είναι η ιδιωτική επένδυση που πρέπει να θεωρείται εκ προοιμίου ύποπτη.
Είναι η έλλειψη κανόνων, η επιλεκτική εφαρμογή τους και η απουσία αποτελεσματικής εποπτείας που δημιουργούν πραγματικούς κινδύνους.
Αν ένα έργο παραβιάζει τη νομοθεσία, πρέπει να σταματά.
Αν υπερβαίνει τη φέρουσα ικανότητα μιας περιοχής, πρέπει να επανεξετάζεται.
Αν καταστρέφει προστατευόμενους φυσικούς πόρους, δεν πρέπει να εγκρίνεται.
Αλλά αν μια επένδυση είναι νόμιμη, περιβαλλοντικά τεκμηριωμένη και συμβατή με τον σχεδιασμό του προορισμού, γιατί πρέπει να θεωρείται πρόβλημα μόνο και μόνο επειδή είναι τουριστική; Και να “ταλαιπωρείται” από ατελείωτες προσφυγές διαφόρων, γραφικών και μη…
Αξίζει να σημειωθεί ότι ακόμη και οι ευρωπαϊκές κατευθύνσεις για τον βιώσιμο τουρισμό δεν στηρίζονται σε μια γενική λογική απαγορεύσεων. Συνδυάζουν την αξιολόγηση των πιέσεων και της φέρουσας ικανότητας με κατάλληλα μέτρα διαχείρισης, επενδύσεις και συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.
Αυτή είναι η ουσία της βιώσιμης ανάπτυξης. Όχι να εμποδίζουμε οτιδήποτε καινούργιο. Αλλά να καθορίζουμε τι μπορεί να γίνει, πού μπορεί να γίνει και υπό ποιες προϋποθέσεις.
Το πραγματικό ερώτημα: Πού πηγαίνουν τα έσοδα που δημιουργεί ο Τουρισμός;
Αν υπάρχει ένα θέμα στο οποίο θεωρώ ότι πρέπει να επικεντρωθεί πολύ περισσότερο ο δημόσιος διάλογος, είναι αυτό.
Η Ελλάδα εισπράττει σημαντικά ποσά από την τουριστική δραστηριότητα. Οι επιχειρήσεις καταβάλλουν φόρους, τέλη και ασφαλιστικές εισφορές. Οι επισκέπτες επιβαρύνονται με διάφορους φόρους και ειδικά τέλη. Οι τοπικές οικονομίες δημιουργούν εισοδήματα που με τη σειρά τους τροφοδοτούν την οικονομική δραστηριότητα.
Πόσο μεγάλο μέρος αυτών των πόρων επιστρέφει στους προορισμούς με τη μορφή σύγχρονων δημόσιων υποδομών και ποιοτικών υπηρεσιών;
Αυτή είναι μια ερώτηση στην οποία οφείλει να απαντήσει η Πολιτεία. Και δεν αρκεί να μιλάμε γενικά για δημόσιες δαπάνες. Χρειάζεται να γνωρίζουμε ποια έργα έχουν χρηματοδοτηθεί, ποια παραμένουν στάσιμα, ποια καθυστερούν και ποιες είναι οι πραγματικές ανάγκες κάθε περιοχής. Αν ένας προορισμός δημιουργεί σημαντική οικονομική δραστηριότητα, αλλά εξακολουθεί να έχει προβληματική αποχέτευση, ανεπαρκές δίκτυο ύδρευσης και κυκλοφοριακό χάος, τότε είναι προφανές ότι κάτι δεν λειτουργεί σωστά. Και αυτό το κάτι δεν είναι υποχρεωτικά ο αριθμός των τουριστών. Μπορεί να είναι η ανεπάρκεια των σχεδίων, η κακή κατανομή πόρων, οι χρόνιες διοικητικές καθυστερήσεις ή η απουσία ουσιαστικού συντονισμού. Βεβαίως, σε περιοχές όπου ακόμη και οι επαρκείς υποδομές δεν μπορούν να αποτρέψουν τη σοβαρή περιβαλλοντική επιβάρυνση, απαιτούνται και όρια.
Αλλά το να αγνοούμε τις ευθύνες της δημόσιας διοίκησης και να μιλάμε αποκλειστικά για υπερτουρισμό είναι μια εξαιρετικά βολική μετατόπιση της συζήτησης. Και εδώ -ευτυχώς- συχνά πυκνά τα λέει ο περιφερειάρχης Χατζημάρκος.
Γιατί είναι πολύ ευκολότερο να κατηγορείς τον Τουρισμό για τις ελλείψεις ενός νησιού από το να εξηγήσεις γιατί το νησί δεν απέκτησε εγκαίρως τις υποδομές που χρειαζόταν.
Η ζωή των κατοίκων πρέπει να βρίσκεται στο επίκεντρο. Αλλά ποιος διαφωνεί;
Ο κ. Σπιλάνης ζητά να μετατραπεί ο προβληματισμός για τον υπερτουρισμό σε αίτημα αλλαγής τουριστικής και νησιωτικής πολιτικής. Συμφωνώ ότι η χώρα χρειάζεται ουσιαστική νησιωτική πολιτική.
Συμφωνώ επίσης ότι η ποιότητα ζωής των μονίμων κατοίκων πρέπει να αποτελεί κεντρικό κριτήριο κάθε αναπτυξιακής επιλογής.
Αλλά θα ήθελα να δω αυτή τη συζήτηση να γίνεται με μεγαλύτερη ακρίβεια και λιγότερες γενικεύσεις.
Για παράδειγμα, η κατοικία αποτελεί πλέον σοβαρό ζήτημα σε αρκετούς προορισμούς. Δεν αρκεί να διαπιστώνουμε ότι οι εργαζόμενοι δυσκολεύονται να βρουν σπίτι. Χρειάζεται να εξετάσουμε πώς επηρεάζουν την αγορά κατοικίας η βραχυχρόνια μίσθωση, οι αγορές εξοχικών κατοικιών, η έλλειψη διαθέσιμων ακινήτων, το κόστος κατασκευής και η ανεπαρκής δημόσια στεγαστική πολιτική. Αντίστοιχα, στη διαχείριση νερού πρέπει να εξεταστούν η κατάσταση των δικτύων, οι απώλειες, οι διαθέσιμοι πόροι, η αποθήκευση, η αφαλάτωση και οι πραγματικές ανάγκες κατοίκων και επιχειρήσεων. Στις μεταφορές, πρέπει να εξεταστούν η δημόσια συγκοινωνία, η στάθμευση, η οργάνωση των λιμενικών υποδομών και η διαχείριση των ημερήσιων επισκεπτών.
Η βιωσιμότητα δεν είναι μια αφηρημένη διακήρυξη. Είναι ένα σύνολο συγκεκριμένων αποφάσεων, επενδύσεων, κανόνων και μετρήσιμων αποτελεσμάτων.
Και αυτό ισχύει τόσο για την Πολιτεία όσο και για τους επιχειρηματίες.
Αλλαγή μοντέλου; Ναι. Αλλά ποιο μοντέλο και με ποιους όρους;
Εδώ βρίσκεται, τελικά, ο πυρήνας της διαφωνίας μου με τη συγκεκριμένη τοποθέτηση.
Είναι εύκολο να ζητά κανείς αλλαγή του τουριστικού μοντέλου.
Το δύσκολο είναι να περιγράψει με σαφήνεια τι ακριβώς προτείνει.
Λιγότερες αφίξεις;
Μικρότερο αριθμό επισκεπτών συγκεκριμένες ημέρες;
Μείωση των ημερήσιων επισκέψεων;
Περιορισμό νέων καταλυμάτων;
Αυστηρότερο χωροταξικό σχεδιασμό;
Κίνητρα για επιμήκυνση της περιόδου;
Μεγαλύτερη δαπάνη ανά επισκέπτη;
Αναβάθμιση των υφιστάμενων επιχειρήσεων;
Περισσότερη οικονομική δραστηριότητα που παραμένει στις τοπικές κοινωνίες;
Ορισμένες από αυτές τις παρεμβάσεις μπορεί να είναι απολύτως αναγκαίες. Άλλες μπορεί να έχουν σοβαρές οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες. Και καμία δεν μπορεί να εφαρμοστεί με τον ίδιο τρόπο σε όλα τα νησιά.
Εάν, για παράδειγμα, προτείνεται ουσιαστικός περιορισμός της τουριστικής δραστηριότητας σε έναν προορισμό, πρέπει να παρουσιαστεί και η αναμενόμενη επίδραση στην απασχόληση, στα τοπικά εισοδήματα, στα δημόσια έσοδα και στη δυνατότητα χρηματοδότησης των υποδομών.
Διαφορετικά, κινδυνεύουμε να θεραπεύσουμε ένα πρόβλημα δημιουργώντας ένα άλλο.
Η βιώσιμη ανάπτυξη απαιτεί να υπολογίζουμε τόσο το περιβαλλοντικό και κοινωνικό κόστος όσο και τα οικονομικά οφέλη.
Αν αγνοήσουμε το πρώτο, οδηγούμαστε σε ανεξέλεγκτη ανάπτυξη.
Αν αγνοήσουμε το δεύτερο, οδηγούμαστε σε αποφάσεις που μπορεί να υπονομεύσουν τη βιωσιμότητα των ίδιων των τοπικών κοινωνιών.
Και κανένα από τα δύο δεν αποτελεί σοβαρή αναπτυξιακή πολιτική.
Ο ελληνικός Τουρισμός δεν χρειάζεται ούτε χειροκροτητές ούτε εισαγγελείς
Επειδή εδώ και πολλά χρόνια παρακολουθώ την πορεία του ελληνικού τουρισμού, έχω υποστηρίξει επανειλημμένα ότι η χώρα αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ανταγωνιστικότητας.
Η Ελλάδα γίνεται ολοένα ακριβότερη ως συνολικός προορισμός. Το κόστος μεταφορών, εστίασης και υπηρεσιών αυξάνεται. Οι δημόσιες υποδομές σε αρκετές περιοχές υπολείπονται των αναγκών. Η φορολογική και λειτουργική επιβάρυνση των επιχειρήσεων είναι σημαντική. Και την ίδια στιγμή, οι ξενοδόχοι δεν μπορούν πάντοτε να μετακυλίουν τις αυξήσεις του κόστους στις τιμές των δωματίων τους.
Επομένως, δεν υπάρχει καμία διάθεση εξωραϊσμού της πραγματικότητας. Ούτε ισχυρίζομαι ότι ο ελληνικός τουρισμός πρέπει να αναπτύσσεται χωρίς όρια, χωρίς χωροταξικό σχεδιασμό και χωρίς περιβαλλοντικούς περιορισμούς. Ακριβώς το αντίθετο.
Η πραγματική υπεράσπιση του ελληνικού Τουρισμού προϋποθέτει να αναγνωρίζουμε τα προβλήματά του εγκαίρως, να ασκούμε κριτική και να απαιτούμε λύσεις.
Αλλά δεν μπορώ να αποδεχθώ ότι η απάντηση στις χρόνιες αδυναμίες του κράτους είναι η γενικευμένη ενοχοποίηση της τουριστικής ανάπτυξης. Ούτε ότι η επιχειρηματική δραστηριότητα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως περίπου αντίθετη προς το συμφέρον των τοπικών κοινωνιών. Και πολύ περισσότερο δεν μπορώ να αποδεχθώ ότι οποιαδήποτε πρωτοβουλία τουριστικής προβολής μπορεί να παρουσιάζεται ως προϊόν επιχειρηματικής επιβολής χωρίς συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία.
Ο δημόσιος διάλογος χρειάζεται επιχειρήματα.
Όχι υποθέσεις που εμφανίζονται ως βεβαιότητες.
Χρειάζεται μετρήσεις. Όχι γενικεύσεις.
Χρειάζεται σχέδιο. Όχι εύκολα συνθήματα.
Τελικά, τι είναι αυτό που «τρώει τις σάρκες» του ελληνικού τουρισμού;
Ο Γιάννης Σπιλάνης θέτει το ερώτημα μήπως ο υπερτουρισμός «τρώει τις σάρκες μας».
Θα απαντήσω με ένα διαφορετικό ερώτημα.
Μήπως αυτό που πραγματικά τρώει τις σάρκες του ελληνικού Τουρισμού είναι η χρόνια αδυναμία μας να σχεδιάσουμε, να οργανώσουμε και να διαχειριστούμε αποτελεσματικά την επιτυχία του;
Μήπως το πρόβλημα είναι ότι επί δεκαετίες αφήσαμε σημαντικούς προορισμούς να αναπτύσσονται χωρίς αντίστοιχες επενδύσεις στις δημόσιες υποδομές;
Μήπως είναι ότι εξακολουθούμε να συζητάμε για χωροταξικό σχεδιασμό, διαχείριση προορισμών και φέρουσα ικανότητα, χωρίς να έχουμε παντού λειτουργικά εργαλεία εφαρμογής και ελέγχου;
Μήπως είναι ότι αντιμετωπίζουμε τον Τουρισμό ως ανεξάντλητη πηγή εσόδων, αλλά διστάζουμε να επιστρέψουμε στους προορισμούς τους πόρους που χρειάζονται για να παραμείνουν ανταγωνιστικοί;
Και μήπως, τελικά, το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι έχουμε μάθει να συζητάμε διαρκώς για το πόσο Τουρισμό αντέχει η Ελλάδα, χωρίς να συζητάμε εξίσου σοβαρά για το πόση αποτελεσματική δημόσια διοίκηση χρειάζεται η Ελλάδα για να αξιοποιήσει σωστά τον Τουρισμό που ήδη διαθέτει;
Η απάντηση δεν είναι να αρνούμαστε την ύπαρξη υπερτουρισμού, εκεί όπου πράγματι καταγράφεται.
Ούτε να προσποιούμαστε ότι κάθε επένδυση είναι αυτομάτως ωφέλιμη.
Η απάντηση είναι να εγκαταλείψουμε τις απλουστεύσεις: Να μετρήσουμε την πραγματική φέρουσα ικανότητα των προορισμών,να επενδύσουμε στις υποδομές τους, να προστατεύσουμε το περιβάλλον και την κατοικία, να βελτιώσουμε την ποιότητα ζωής των κατοίκων, να ενισχύσουμε τη διάχυση των οικονομικών ωφελειών στις τοπικές κοινωνίες.
Και ταυτόχρονα να διαφυλάξουμε την ανταγωνιστικότητα, τις επενδύσεις και τις θέσεις εργασίας που δημιουργεί ο κλάδος.
Γιατί η προστασία των νησιών δεν επιτυγχάνεται με την ενοχοποίηση του Τουρισμού. Επιτυγχάνεται με καλύτερη διαχείριση του τουρισμού.
Και θα κλείσω με κάτι που θεωρώ ουσιώδες.
Επί δεκαετίες, οι άνθρωποι του ελληνικού Τουρισμού επένδυσαν, εργάστηκαν, ανέλαβαν κινδύνους και συνέβαλαν στο να αποκτήσουν πολλές περιοχές της χώρας οικονομικές δυνατότητες που κάποτε φάνταζαν απρόσιτες.
Αυτό δεν τους απαλλάσσει από τις ευθύνες τους.
Αλλά ούτε επιτρέπει σε κανέναν να παραγνωρίζει την προσφορά τους.
Ο ελληνικός Τουρισμός δεν χρειάζεται ασυλία από την κριτική. Χρειάζεται, όμως, να κρίνεται με πραγματικά δεδομένα και όχι με προκατασκευασμένα συμπεράσματα.
Γιατί, τελικά, ο υπερτουρισμός μπορεί πράγματι να υπονομεύσει έναν προορισμό.
Η ανεπάρκεια των υποδομών και η κακοδιοίκηση, όμως, μπορούν να τον υπονομεύσουν ακόμη και χωρίς υπερτουρισμό. Και αν δεν μάθουμε επιτέλους να ξεχωρίζουμε το ένα από το άλλο, θα συνεχίσουμε να αναζητούμε τον ένοχο εκεί όπου είναι ευκολότερο να τον βρούμε — και όχι εκεί όπου βρίσκεται η πραγματική ευθύνη.
#money-grid-34887{list-style:none;margin:0;padding:0;overflow:hidden;}#money-grid-34887>li{float:left;width:49%;min-width:250px;list-style:none;margin:0 1% 1% 0;;padding:0;overflow:hidden;}#money-grid-34887>li.last{margin-right:0;}#money-grid-34887>li.last+li{clear:both;}@media only screen and (max-width:768px) {#money-grid-34887>li{width:100%;}}The post Ο “υπερτουρισμός” «τρώει τις σάρκες μας» ή η υποκρισία τρώει τον ελληνικό Τουρισμό; appeared first on ΧΡΗΜΑ & ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ money-tourism.gr.
Διαβάστε περισσότερα
