Τελευταία νέα
Νέα Δημοκρατία: Τα ονόματα 11 υποψηφίων βουλευτών και βουλευτριών Σε εξέλιξη το πανεκπαιδευτικό συλλαλητήριο στην Αθήνα – «Από την Ελλάδα μέχρι τη Γαλλία…» [εικόνες] Αυτοψία Δούκα στο νέο γήπεδο του ΠΑΟ στον Βοτανικό: «Το έργο τρέχει -Το ίδιο κι εμείς» [βίντεο] Βορίδης: Ο Τσίπρας άφησε ανοιχτή τη Βουλή για να ψηφίσει τους ποινικούς κώδικες Λατινοπούλου:”Θα κόψω την επιδοματική πολιτική στους γύφτους” Η ελληνική αντίδραση μετά την ήττα Τραμπ και οι προσδοκίες της Αθήνας Χίος: Πρόταση για 6+3 ακτοπλοϊκά δρομολόγια την εβδομάδα Τσουκαλάς: Η κυβέρνηση μπορεί να μειώσει άμεσα την εισφορά αλληλεγγύης συνταξιούχων – Δεν θέλει Προειδοποίηση για βόμβα σε αεροσκάφος από το Δουβλίνο προς τη Ρώμη – Προσγειώθηκε στο Παρίσι Ο Γιάνης Βαρουφάκης καταγγέλλει πως τράπεζα στο Βέλγιο έκλεισε λογαριασμό του DiEM25 – «Το κάρμα σε τρελά κέφια» σχολιάζουν στο Χ ΟΦΗ: Να φανεί… σοφότερος κόντρα στην Μπερ Σεβά Τσουκαλάς: «Η κυβέρνηση να προχωρήσει άμεσα σε μείωση της εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων»
Efsyn.gr

Πάνε οι δεινόσαυροι στον Παράδεισο;

Η νέα ταινία του Μάρτιν ΜακΝτόνα («Τα πνεύματα του Ινισεριν»), μια κατάμαυρη πολιτική σάτιρα με ένα μαγικό καστ που περιλαμβάνει από τους Στιβ Μπουσέμι, Σαμ Ρόκγουελ και Τζον Μάλκοβιτς μέχρι τον Τομ Γουέιτς, είναι και μία από τις καλύτερες της σεζόν
Wild Horse Nine
Μάρτιν ΜακΝτόνα
Τζον Μάλκοβιτς, Σαμ Ρόκγουελ, Στιβ Μπουσέμι, Μαριάνα ντι Γκιρολάμο, Τομ Γουέιτς, Πάρκερ Πόιζι
Το 1997, σε ηλικία μόλις 27 ετών, ο Μάρτιν ΜακΝτόνα έγινε ο πρώτος θεατρικός συγγραφέας μετά τον Σέξπιρ που είδε τέσσερα έργα του να παίζονται ταυτόχρονα σε επαγγελματικές σκηνές του λονδρέζικου West End μέσα στην ίδια σεζόν, σοκάροντας και γοητεύοντας το κοινό με έναν συνδυασμό ακραίας βίας, ωμού ρεαλισμού και κατάμαυρου χιούμορ που οι Αγγλοι δεν είχαν ξαναδεί («in-yer-face» ονομάστηκε – κοινώς, «στα μούτρα σας»). Αυτή την επιτυχία όμως ο ίδιος δεν τη χάρηκε πολύ. Αργότερα θα δηλώσει πως το θέατρο ήταν «η τελευταία του επιλογή» και πως, πριν «πιάσει την καλή», το θεωρούσε «τη χειρότερη από όλες τις τέχνες».
Από τα λίγα θεατρικά του που έχω δει, μπορώ να επιβεβαιώσω πως, ακόμα και στο σανίδι, η τονικότητά τους μοιάζει περισσότερο κινηματογραφική – που θα πει πως όλη η προϋπηρεσία του στο θέατρο υπήρξε στην πραγματικότητα ο προθάλαμός του για την κατάκτηση των κινηματογραφικών πλατό. Αυτή η αμφιθυμία του μοιάζει να «πέρασε» σχεδόν ατόφια στους κινηματογραφικούς του ήρωες: Στο «Αποστολή στην Μπριζ», ο Ρέι (Κόλιν Φάρελ) μισεί θανάσιμα τη βελγική, πανέμορφη, ιστορική πόλη. Στα «Πνεύματα του Ινισεριν» (την πιο μπεκετική από όλες τις ταινίες του), ο Κολμ (Μπρένταν Γκλίζον) κόβει τις επαφές με τον κολλητό του επειδή αισθάνεται πως σπατάλησε τη ζωή του σε έναν τόπο που τον «πνίγει» – και μάλλον ήρθε η ώρα να μιλήσουμε για το «Wild Horse Nine», την τελευταία του δουλειά.
Η ιστορία εκτυλίσσεται το 1973, λίγο πριν από το αιματηρό στρατιωτικό πραξικόπημα στη Χιλή. Ο ιδιόρρυθμος διοικητής της CIA (Στιβ Μπουσέμι) στέλνει δύο μπαρουτοκαπνισμένους κυνικούς πράκτορες, τον βετεράνο Κρις (Τζον Μάλκοβιτς) και τον Λι (Σαμ Ρόκγουελ) για μια αποστολή στο απομονωμένο Νησί του Πάσχα. Ο Κρις είναι στα τελευταία του, βαριά άρρωστος και εθισμένος στην ηρωίνη – αλλά αισθάνεται κανείς πως η συνείδησή του είναι αυτή που πραγματικά τον βασανίζει. Σχεδιάζει μάλιστα να γράψει τα απομνημονεύματά του κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στο νησί και τα βράδια, όταν η κάμερα του ΜακΝτόνα περιδιαβαίνει το υπέροχο φυσικό τοπίο (και τα γιγαντιαία κεφάλια-μνημεία των Μαορί), τον ακούμε να αφηγείται τα πρώτα κεφάλαια στο κασετοφωνάκι του.
Παραδόξως, δεν μας βομβαρδίζει με ιντριγκαδόρικα ανέκδοτα για τη δράση του στη CIA – μόνο αναρωτιέται αν οι δεινόσαυροι έχουν ψυχή κι αν υπάρχει πιθανότητα να τους πετύχει στον Παράδεισο, ίσως γιατί βλέπει και τον εαυτό του σαν δεινόσαυρο, ένα ετοιμοθάνατο απομεινάρι του Ψυχρού Πολέμου. Ο δεύτερος τώρα, ο Λι, ξεκίνησε ως «προστατευόμενός» του και τώρα πια είναι προϊστάμενος – όπως υπαγορεύει δηλαδή η ζωή. Αφήνει κι αυτό μια κάποια θλίψη θανάτου – ειδικά όταν ο Κρις ζητά από τον Λι να τον σκοτώσει στο όμορφο αυτό νησί, μην αντέχοντας άλλο να ζει με τον σωματικό πόνο, αλλά και με τις ενοχές του. Ομως, μην μπερδεύεστε: το «Wild Horse Nine» είναι επίσης μια πολύ διασκεδαστική, ανά φάσεις σπαρταριστή μαύρη κωμωδία. Ο ΜακΝτόνα παραδίδει εδώ ένα πραγματικό σεμινάριο στην αλλαγή ταχυτήτων. Εκεί που οι δύο ήρωες αναρωτιούνται για το ποιες χώρες είναι πιο «gay» από τις άλλες (και πώς η ποιότητα του τυριού τους συνδέεται με αυτό) κι εσύ σχεδόν πνίγεσαι από τα γέλια, η ταινία επιδίδεται σε ένα τονικό σλάλομ, όπου το χοντροκομμένο, μακάβριο γέλιο «κλείνει» με έναν υπαρξιακό κόμπο στον λαιμό. Αυτό είναι άλλωστε και σήμα κατατεθέν του ΜακΝτόνα, που εδώ όμως λειτουργεί με την ακρίβεια ελβετικού ρολογιού.
Και για την επιτυχία αυτή, χρωστά πολλά στους ηθοποιούς του: Ο Τζον Μάλκοβιτς (δίκαια τιμημένος στη Βενετία) κεντάει πάνω στη γεροντική λήθη του χαρακτήρα του, ο Σαμ Ρόκγουελ αποδεικνύει για άλλη μια φορά την κλάση του στη σωματική κωμωδία, προσπαθώντας να κρατήσει το πρακτορικό πρωτόκολλο ενώ ο διπλανός του ξεστομίζει όπου βρει κρατικά μυστικά για τη δολοφονία του Κένεντι, και οι Στιβ Μπουσέμι, Πάρκερ Πόουζι και Τομ Γουέιτς (εδώ σε ρόλο που θυμίζει λίγο αυτόν του Χάρι Ντιν Στάντον στο «The straight story» του Λιντς) ολοκληρώνουν το τέλειο καστ μιας ταινίας που μας κάνει να γελάμε μέχρι δακρύων με την απόλυτη αθλιότητα του κόσμου μας. Ή, για να το πούμε διαφορετικά, ο σκηνοθέτης που ξεκίνησε δηλώνοντας πως απεχθάνεται το θέατρο κατάφερε τελικά να μετατρέψει ολόκληρο τον κινηματογραφικό του κόσμο σε ένα γλυκόπικρο μπεκετικό καλαμπούρι.

Το «Club Kid» του Τζόρνταν Φέρστμαν έχει λίγο – πολύ τα ίδια κλισέ με όλες τις ταινίες του είδους, ενώ λειτουργεί λίγο και σαν «κάλεσμα» για την queer κοινότητα
Από το ντεμπούτο του Φέρστμαν με queer στοιχεία μέχρι τον ήρωα -πάλι- Λίαμ Νίσον
Το «Club Kid» του Τζόρνταν Φέρστμαν, που αποτελεί κινηματογραφικό ντεμπούτο του σκηνοθέτη, πιάνει ένα κλασικό είδος «αντροταινιών» (ο μπαμπάς που πρέπει να τα βγάλει πέρα μόνος, χωρίς τη βοήθεια μιας μητέρας – βλέπε «Mr. Mom» με Μάικλ Κίτον ή και «Big Daddy» με τον Ανταμ Σάντλερ) και το αναποδογυρίζει ευχάριστα μέσα από ένα queer πρίσμα: Ο Πίτερ, ένας promoter πλήρως ενταγμένος στην underground queer σκηνή της Νέας Υόρκης, ανακαλύπτει πως έχει έναν γιο δέκα ετών, που προέκυψε μετά από μια οργιώδη νύχτα, κάπου στην Αγγλία. Η μητέρα έχει πεθάνει, κι έτσι, ο μικρός φτάνει στο σπίτι του. Εχει λίγο-πολύ τα ίδια κλισέ με όλες τις ταινίες του είδους (η σκηνή στην παιδική χαρά είναι λίγο «Κράμερ εναντίον Κράμερ»), λειτουργεί λίγο και σαν «κάλεσμα» για την queer κοινότητα (ναι στον ηδονισμό, η ζωή όμως φέρει και τις ευθύνες της), ενώ την παράσταση κλέβει με άνεση ο Ελνταρ Ισγκαντράνοφ ως Νίκι, συγκάτοικος του Πίτερ, μιας και έχει τις καλύτερες ατάκες.
Η «Μάχη» του Ηλία Γιαννακάκη έχει κάτι από Κώστα Ταχτσή, αυτό το χαρμάνι θεατρικότητας και λυρισμού
Στη «Μάχη» του Ηλία Γιαννακάκη, έχουμε ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον ψυχογράφημα που προσεγγίζει το ιστορικό τραύμα και τη σεξουαλική ταυτότητα με όρους καθαρά ελληνικούς: Η Μάχη (Μπέττυ Βακαλίδου) φτάνει στην Ελλάδα μετά από 40 χρόνια – και το κλου είναι πως ναι μεν επιστρέφει ως γυναίκα, αλλά από τη χώρα είχε φύγει ως άντρας, έκπτωτος αξιωματικός του ελληνικού στρατού στα χρόνια της χούντας, και πατέρας δύο παιδιών. Με το που επιστρέφει, αποφασίζει να εμφανιστεί στην τηλεόραση και η επιλογή της αυτή οδηγεί στην απόπειρα αυτοκτονίας του φασίστα γιου της (που μένει καθηλωμένος στο νοσοκομείο για το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας – τον υποδύεται ο σκηνοθέτης Γιάννης Οικονομίδης) και στην εντελώς αναπάντεχη συναισθηματική επανασύνδεση με την αγαπημένη της –και συνονόματη– κόρη (εξαιρετική η Ελενα Τοπαλίδου). Εχει κάτι από Κώστα Ταχτσή αυτό το χαρμάνι θεατρικότητας και λυρισμού. Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ελληνικές ταινίες της σεζόν, και μάλλον η πιο τρυφερή.
O Λίαμ Νίσον ξανά σε ρόλο action hero στην ταινία «Γκάζια στο κόκκινο»
Βγαίνει τέλος και η περιπέτεια «Γκάζια στο κόκκινο», με τον καημένο τον Λίαμ Νίσον ξανά σε ρόλο action hero – αυτή τη φορά έχουμε να κάνουμε με πρώην στρατιωτικό (με περγαμηνές στο Αφγανιστάν) που κατηγορείται άδικα για τον φόνο του κακοποιητικού συντρόφου της πρώην γυναίκας του (Μαρίζα Τομέι) και έτσι παίρνει τους δρόμους με την αμαξάρα του κι όπου φύγει φύγει. Τα κυνηγητά (που αποτελούν το βασικό κομμάτι του φιλμ) έχουν πλάκα, αλλά πρέπει να ανεχτείς τους φρικτούς διαλόγους και τη φτήνια της παραγωγής (όλα τα αμάξια αφήνουν τις σκιές τους στην ηλιοφωτισμένη άσφαλτο, τα ψηφιακά ελικόπτερα όμως όχι – δεν τους είχαν μείνει λεφτά, μάλλον).

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...