Υπάρχουν παραστάσεις που τις παρακολουθείς και υπάρχουν εμπειρίες που τις διασχίζεις. Αυτό ακριβώς μου συνέβη το απόγευμα που βρέθηκα στο Θέατρο Δίπυλον για την ανοιχτή πρόβα της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου πάνω στο έργο «ΚΑΠΟΥΤ / Πόλεμος, ένα Vaudeville». Μια παράσταση που θα προκύψει βασισμένη στο μυθιστόρημα Καπούτ του Curzio Malaparte. Δεν πήγα όμως να δω μια παράσταση ολοκληρωμένη, πήγα να δω κάτι που ακόμα γεννιέται. Και αυτή η δημιουργία που έζησα είναι που καθιστά αυτή την εμπειρία τόσο σπάνια.
Πάμε στο θέατρο για να παρακολουθήσουμε κάτι που είναι ήδη έτοιμο και δουλεμένο. Που περιμένει εμάς τους θεατές για να πάρει ζωή, να τελεστεί. Ένα δρώμενο είναι το θέατρο που απαιτεί τη συμμετοχή, την ανταλλαγή ενέργειας μεταξύ κοινού και θιάσου. Κάθεσαι στη θέση σου περιμένοντας ν’ ακουστεί το τρίτο κουδούνι για ν’ αρχίσει η παράσταση μα πίσω από κάθε παράσταση κρύβονται από τα μάτια των θεατών πολύωρες πρόβες. Σε αυτές τις πολύωρες πρόβες, τις «μυστικές» έρχεται να ρίξει άπλετο φως και να μας τις κοινωνήσει η πρόταση των καλλιτεχνικών διευθυντών της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου, του Ακύλλα Καραζήση και της Νεφέλης Μαϊστράλη. Η «Διαρκής Ανοιχτή Πρόβα» καταργεί τη μυστικότητα της δημιουργίας. Δεν βλέπεις το θαύμα άξαφνα μπροστά σου, βλέπεις την προσπάθεια. Η πράξη αυτή δημιουργεί στον θεατή έναν διαφορετικό σεβασμό, μια διαφορετική εγγύτητα με το θέατρο και τον τρόπο λειτουργίας του. Η επιλογή αυτής της Ανοιχτής Πρόβας δεν είναι απλώς μια εναλλακτική δράση, είναι για μένα και μια πολιτική πράξη. Ζούμε σε μια εποχή, όπου ο πολιτισμός έρχεται έτοιμος, ραφιναρισμένος, τέλειος προς κατανάλωση, οπότε η απόφαση να δείξεις τη διαδικασία της πρόβας είναι και μια πράξη διαφάνειας.
Το Θέατρο Δίπυλον μεταμορφώνεται από την Πειραματική Σκηνή του ΕΘ από χώρος πρόβας σε ένα ζωντανό εργαστήριο, όπου ο θεατής αποκτά πρόσβαση και μέσω της παρατήρησης γνώση, με αντίτιμο 5€. Η διάρκεια της ανοιχτής πρόβας είναι 4 ώρες, από τις 18:00 έως τις 22:00 κάθε Τετάρτη και Πέμπτη. Οι πόρτες παραμένουν ανοιχτές, ο θεατής είναι ελεύθερος να εισέλθει ή εξέλθει οποιαδήποτε στιγμή, να καθίσει για 20 λεπτά ή για τέσσερις ώρες. Δεν υπάρχουν κουδούνια ή αυλαία για να δώσουν το σήμα έναρξης ή λήξης. Βλέπεις τεχνικούς να ρυθμίζουν φώτα και ήχο, ηθοποιούς να πειραματίζονται, να παίρνουν οδηγίες από την σκηνοθέτη και να δοκιμάζουν. Το φως είναι ωμό και οι ηθοποιοί φορούν ρούχα πρόβας άνετα, τριγύρω τραπέζια που έχουν πάνω τους χαρτιά, βιβλία στυλό, κράκερ, παγούρια με νερό. Μπήκα μέσα στον χώρο και κάθισα πίσω από το τραπέζι που ήταν η Νεφέλη Μαϊστράλη. Ήθελα να παρακολουθώ τη σκηνοθέτιδα όπως τους μαέστρους που βλέπεις την πλάτη τους. Οι ηθοποιοί δοκίμαζαν και εκείνη σηκωνόταν, πλησίαζε, έδινε κατευθύνσεις, συμμετείχε σε κομμάτια. Οι ηθοποιοί επαναλάμβαναν λέξεις και φράσεις με διαφορετικούς τρόπους, ποιότητες, τονισμούς. Μια ευκαιρία για τον θεατή ν’ ακούσει το κείμενο και να αντιληφθεί ότι το θέατρο δεν είναι μόνο η αναπαράσταση ή αφήγηση μιας ιστορίας μα η αναζήτησή του τρόπου. Του πώς και του γιατί.
Ο ηθοποιός καλείται να λειτουργήσει όπως και σε μια πραγματική πρόβα, να εκτεθεί μα η έκθεση της ανοιχτής αυτής πρόβας είναι μεγαλύτερο δώρο και για τον ηθοποιό πιστεύω. Όλοι οι ηθοποιοί που παρακολούθησα δεν κάνανε σα να μην είμαστε εκεί, εμείς οι θεατές. Μας είχαν υπόψιν τους, μας εξηγούσαν ακόμα και ότι αυτό είναι απόσπασμα από αυτό το κείμενο ή ότι αυτό δεν είναι ακόμα δουλεμένο. Ήταν οι εαυτοί τους σε συνθήκη πρόβας, συνομιλούσαν και αστειεύονταν μεταξύ τους, αλλά ήταν σε εγρήγορση, γιατί υπήρχε κοινό που τους παρακολουθούσε. Το σημαντικότερο όμως όλων είναι ότι δεν υποκρινόντουσαν πως κάνανε πρόβα αλλά όντως κάνανε πρόβα. Δεν υπήρχε ίχνος υποκρισίας, υπήρχε μόνο αλήθεια. Έπαιρναν τα χαρτιά στο χέρι και δοκίμαζαν μπροστά στο μικρόφωνο αν λειτουργεί το ν’ ακούγεται η φωνή τους και να μπαίνουν σιγά σιγά και άλλες φωνές για να δημιουργηθεί μια κορύφωση. Τραγουδούσαν προσπαθώντας να βρουν τη σωστή προφορά, πειραματίζονταν πάνω στην κίνηση και τον λόγο. Όλα αυτά καθόλου άναρχα, υπήρχε ροή και δυο διαλείμματα των 15 λεπτών που εγώ ως θεατής δεν τα είχα ανάγκη αλλά τα είχαν οι ηθοποιοί για να ξαποστάσουν. Για μένα η «Διαρκής Ανοιχτή Πρόβα» κυλούσε υπέροχα σαν τα γάργαρα νερά, πέραν του ότι μου αναθέρμανε τη σχέση μου και την αγάπη μου για το θέατρο, κατάφερε ως θεατή να με κρατήσει, να θέλω να δω την επομένη σκηνή, διότι όλο αυτό που παρακολουθούσα μπροστά μου ήτανε ζωντανό, οργανικό.
Κεντρικός άξονας αυτής της εμπειρίας που βίωσα είναι το μυθιστόρημα «Καπούτ» του Κούρτσιο Μαλαπάρτε, βιβλίο που εκδόθηκε το 1944 και αποτελεί το χρονικό της πολιτιστικής και ηθικής κατάρρευσης της Ευρώπης, όπως τις καταγράφει ο ίδιος ως αυτόπτης μάρτυρας. Ο Κούρτσιο Μαλαπάρτε είχε πολεμήσει στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και στον Δεύτερο, ήταν ανταποκριτής. Αμφιλεγόμενη προσωπικότητα ο ίδιος μα το έργο του Καπούτ, είναι μια ευκαιρία να τεθεί το ερώτημα του πώς μιλάς για τον πόλεμο σήμερα. Κατά τη διάρκεια της ανοιχτής πρόβας οι ηθοποιοί κάθισαν στις καρέκλες τους και μας συμπεριέλαβαν στη συζήτησή τους ρωτώντας μας πώς γεννιέται η βία; Τι είναι η πατρίδα μας; Μας συμπεριέλαβαν αργότερα και σε μια χορογραφία αποναζισμού για να πάρουμε το χαρτί και να μπορέσουμε να πάμε στην Αμερική να δουλέψουμε επειδή είμαστε λαμπρά μυαλά. Μας δώσανε χαρτιά με τους στίχους ενός ρώσικου τραγουδιού να τραγουδήσουμε όλοι μαζί. Μας έδειξαν φωτογραφίες και μας ρώτησαν αν αναγνωρίζουμε τα πρόσωπα. Τελικά ήταν ο Λεωνίδας Κύρκος με τον Μανώλη Γλέζο. Μας ρώτησαν, γιατί αυτή η φωτογραφία του Μπελογιάννη με το γαρίφαλο στο χέρι έχει μείνει στη συλλογική μας μνήμη.
Η επιλογή της μεταφοράς του Καπούτ ως vaudeville είναι πολύ ευφυής ως σκηνοθετική επιλογή. Το βοντβίλ ως είδος βασίζεται στην εναλλαγή σύντομων και άσχετων μεταξύ τους «νούμερων»: κωμωδία, μουσική, σάτιρα, ακροβατικά, ταχυδακτυλουργικά, τραγούδι. Ένα υπερθέαμα σαν variety show που ξεκίνησε γύρω στα 1880 κορυφώθηκε μέχρι το 1930 όπου και το αντικατέστησε ο ομιλών κινηματογράφος. Εδώ το βοντβίλ ως φόρμα επιτρέπει ο πόλεμος να μην έχει γραμμική αφήγηση, οι ιστορίες από επεισόδια φρίκης και παραλόγου μπορούν να πιάνουν από εποχή Ιλιάδας ίσαμε σήμερα. Το θέαμα γίνεται ένας καθρέπτης της ευρωπαϊκής κατάπτωσης και μιας επιθεώρησης θανάτου, όπου το γέλιο είναι πικρό.
Ως θεατής καταλαβαίνεις ότι η έμπνευση είναι στην πραγματικότητα σκληρή δουλειά, επανάληψη και συγκέντρωση. Το βλέμμα σου επηρεάζει τους ηθοποιούς, σε μια ανοιχτή πρόβα ως κοινό γίνεσαι σιωπηλός συνεργάτης με την ενέργειά σου στον χώρο να δίνει ρυθμό στη δοκιμή. Η Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου κάνει κάτι περισσότερο από το να ανεβάσει ένα έργο με διαρκείς ανοιχτές πρόβες, δημιουργεί μια κοινότητα. Μια κοινότητα γι’ αυτούς που αναζητούν μια εμπειρία που θα τους προκαλέσει να σκεφτούν, να νιώσουν, να παρατηρήσουν πώς γεννιέται η τέχνη από το χάος.
Η ομάδα λέει: Μη φοβάστε. Είναι θέατρο. Φεύγοντας από το Θέατρο Δίπυλον δεν είδα μια ολοκληρωμένη παράσταση. Είδα αποσπάσματα, πιθανότητες διαδρομών που ίσως αλλάξουν. Αλλά βίωσα κάτι σπάνιο, τις στιγμές που η τέχνη διαμορφώνεται. Περπατώντας στον δρόμο είχα μια αίσθηση εγρήγορσης σαν να κουβαλούσα μέσα μου ερωτήματα που πήρα μαζί μου. Πώς μιλάμε για τη βία; Πώς μετατρέπεις την ιστορία σε σκηνική πράξη; Πώς το γέλιο συνυπάρχει με την τραγωδία; Ποια η θέση μου ως θεατής των πολεμικών συρράξεων τριγύρω μου; Πόση δύναμη έχουν οι φωτογραφίες των 200 της Καισαριανής; Σαν να είχα συμμετάσχει μέσα από την ανοιχτή πρόβα σιωπηλά στη διαδικασία κατανόησης. Την ίδια διαδικασία που περνάνε και οι ηθοποιοί μέχρι την επόμενη πρόβα που θα έχουν. Που θα κάνουν την έρευνά τους, τη μελέτη τους και θα φέρουν στην σκηνοθέτιδά τους κάτι καινούργιο που μπορεί να ενταχθεί ή και όχι στην τελική παράσταση.
Για όσους αγαπάνε το θέατρο και θέλουν να γίνουν μέρος μιας πρόβας, για όσους έχουν δει πολλές παραστάσεις στη ζωή τους και αναζητούν νέες προτάσεις, ακόμα και για όσους ασχολούνται με το θέατρο επαγγελματικά, η «Διαρκής Ανοιχτή Πρόβα» στο Θέατρο Δίπυλον είναι μια καλή επιλογή. Η ομάδα των ηθοποιών θα βρίσκεται εκεί κάθε φορά με διαφορετικό υλικό πρόβας, πάνω στον κύριο άξονα της θεματικής του πολέμου που επιβάλλει το «Καπούτ». Στα διαλείμματα μπορείτε να συνομιλήσετε μαζί τους μιας και εδώ πια ο τέταρτος τοίχος έχει πια εξαφανιστεί εντελώς. Δεν είσαι πια απλώς θεατής έχεις γίνει πια μέλος μιας ομάδας δημιουργικής.
The post Παρακολούθησα τη «Διαρκής Ανοιχτή Πρόβα» του «ΚΑΠΟΥΤ / Πόλεμος, ένα Vaudeville» στο Θέατρο Δίπυλον από την Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου appeared first on ελculture – Θέατρο, Μουσική, Τέχνη & Πολιτισμός.
Διαβάστε περισσότερα
