Το 1949, στα διακόσια χρόνια από τη γέννηση του Γκαίτε και στα μόλις τέσσερα από τη συνθηκολόγηση της Γερμανίας, ο αυτοεξόριστος από το 1933 νομπελίστας λογοτέχνης, Τόμας Μαν, επιστρέφει στην πατρίδα του, προκειμένου να παρευρεθεί σε τιμητικές εκδηλώσεις, τόσο στην Φρανκφούρτη, πόλη γέννησης του Γκαίτε, όσο και στη Βαϊμάρη, πόλη θανάτου του. Η Φρανκφούρτη βρίσκεται στη Δυτική κι η Βαϊμάρη στην Ανατολική Γερμανία. Γιατί πια η συντετριμένη κυριολεκτικά αλλά και ηθικά πατρίδα του είναι χωρισμένη στα δύο.
H «Πατρίδα» του Πάβελ Παβλικόφσκι κρύβει την εξής παγίδα: τηρουμένων όλων των αναλογιών και χωρίς εννοείται καμία άλλη σύγκριση ανάμεσα στις δυο ταινίες, όπως μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων βλέπει στη μεγάλη οθόνη κάποιον να παίζει τον Ιωάννη Καποδίστρια και συγκινείται αυτόματα, έτσι μια διαφορετική μερίδα ανθρώπων βλέπει κάποιον να παίζει τον Τόμας Μαν και συγκινείται αυτόματα. Το δέος που προκαλείται είναι σε μεγάλο βαθμό δανεικό και -αρχικά τουλάχιστον- εξωκινηματογραφικό. Το μάλλον χαμηλής κινηματογραφικής αισθητικής σύμπαν του «Καποδίστρια» και το αναμφίβολα υψηλής κινηματογραφικής αισθητικής σύμπαν της «Πατρίδας» δανείζονται σε μεγάλο βαθμό δέος από τις ιστορικές προσωπικότητες που απεικονίζουν. Βλέπουμε τον Μαν και λέμε, α, μα αυτός ο άνθρωπος έχει φτάσει σε δυσθεώρητα λογοτεχνικά βάθη! Και είναι κάπως σαν οι εντυπώσεις από την ταινία και η συζήτηση για την ταινία να ξεκινούν πατώντας πάνω στο δικό του μπόι. Κοίτα να δεις, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε μ’ ό,τι κι ό,τι, έχουμε να κάνουμε με έναν τιτάνα του πνεύματος. Θα σέβεστε.
Η «Πατρίδα» ξεκινάει λοιπόν με ένα μεγάλο αβάντζο. Και δεν είναι το μόνο. Παίρνει το τεράστιο μέγεθος του Μαν και το τοποθετεί σε ένα εντελώς ψαρωτικό πλαίσιο, σε μια εντελώς σπάνια, ως οριακά μοναδική, στιγμή στον χρόνο, έχοντας ένα όντως καταπληκτικό premise, μια όντως καταπληκτική συνθήκη πάνω στην οποία καλείται να χτίσει την πλοκή της. Μια Γερμανία και μια εκδοχή κόσμου που μόλις έχει ηττηθεί, η ναζιστική – φασιστική. Μια δεύτερη εκδοχή πατρίδας και κόσμου, καπιταλιστική, της Δυτικής Γερμανίας. Μια τρίτη, η κομμουνιστική, της Ανατολικής. Αλλά δίπλα τους και μια τέταρτη εκδοχή, η Γερμανία του ένδοξου πολιτιστικού παρελθόντος, του Γκαίτε και του Μαν, του Μπετόβεν και του Μπαχ.
Ο Τόμας Μαν πήρε θέση παλιότερα, φεύγοντας από τη Γερμανία με την άνοδο των Ναζί στην εξουσία. Τώρα, με την επιστροφή του για τις παράτες και τις ομιλίες του για τον Γκαίτε, από τη μια τον εγκαλούν ότι έφυγε και δεν υπέφερε μαζί με τον λαό του (δεν ήταν αρκετά πατριώτης, πάει να πει δεν ήταν αρκετά ναζιστής), αλλά κυρίως τον καλούν να ξαναπάρει θέση, να ξανατοποθετηθεί, με ποια εκδοχή Γερμανίας και κόσμου είναι, με την καπιταλιστική ή την κομμουνιστική; Μόνο που τώρα δεν είναι τόσο πρόθυμος να ταυτιστεί με κανένα στρατόπεδο, κρατώντας επιφυλάξεις κι αποστάσεις απέναντι και στα δύο. Ένας κόσμος έχει μόλις τελειώσει, ένας καινούργιος έχει αναδυθεί, μια πατρίδα έχει κοπεί στα δύο, δυο πατρίδες σε κολλητές συχνότητες ραδιοφώνου, μια πατρίδα που άφησε τα μεγαλεία του Βάγκνερ και τώρα ο μονόδρομος της μιας εκδοχής της είναι ο Μίκυ Μάους και της άλλης ο Ιωσήφ Στάλιν.
Κι ο Τόμας Μαν να μιλά για τη βαθύτερη πατρίδα του, για τη λογοτεχνία, τη μουσική, τον πολιτισμό. Μια βαθύτερη πατρίδα που αποδείχτηκε ωστόσο τραγικά ανεπαρκής. Γιατί όλη αυτή η θαυμαστή γερμανική πολιτισμική παράδοση δεν απέτρεψε στο παραμικρό τη γέννηση του ναζιστικού τέρατος. Δεν τις έκαναν απολίτιστοι βάρβαροι της Αφρικής και της Ασίας τις φρικαλεότητες, Γερμανοί της άριας φυλής ακούγοντας Βάγκνερ τις έκαναν. Ο πολιτισμός δεν μπορεί να είναι η μοναδική απάντηση σε κάθε ερώτημα. Παρόλα αυτά ο Μαν εκεί στρέφεται ξανά, εκεί θέλει να πατήσει, εκεί ψάχνει την ελπίδα του για μια καλύτερη Γερμανία κι έναν καλύτερο κόσμο, απαλλαγμένο αυτή τη φορά από τη λατρεία του θανάτου και στραμμένο προς τη ζωή, μεταφορικά και κυριολεκτικά.
Δώσε λοιπόν στους θεατές της «Πατρίδας» έναν Τόμας Μαν επιβλητικό, γέροντα που ακόμα όμως κρατιέται, ντυμένο στην πένα, το κύρος το ίδιο, πέτα τον ανάμεσα στις τρεις τέσσερις Γερμανίες να πει τα υψιπετή του, κινηματογράφησέ τα όλα στο υπέροχο ασπρόμαυρο του διευθυντή φωτογραφίας Λούκας Ζαλ, δώσε την εντελώς διακριτή υπογραφή σου ως Παβλικόφσκι του «Ψυχρού Πολέμου» και της «Ιda», με τη σύγκρουση ανάμεσα σε πολιτικούς και πνευματικούς κόσμους, με τα μεγάλα απειλητικά παράθυρα, με τις υπαίθριες ή μη χορωδίες, δώσε και κεντρικό ρόλο στη Σάντρα Χίλερ (που με τη Ρενάτε Ρέινσβε παίρνουν εναλλάξ τις σημαντικές ευρωπαϊκές ταινίες των τελευταίων ετών), δώσ’τα όλα. Μπήκαν όλα τα συστατικά; Σούπερ. Γίνεται όμως και κάτι στην ταινία τώρα που έχουν μπει όλα στη θέση τους;
Ας βάλουμε και κάτι οικογενειακό να γίνεται, ας βάλουμε και τα προσωπικά του νομπελίστα. Η κόρη του τον ακολουθεί στο ταξίδι στη Γερμανία, επιμελείται τις ομιλίες του, τον φροντίζει, ο γιος του από την άλλη έχει πολλά θέματα. Θέματα με την πατρίδα του στην οποία δεν θέλει να επιστρέψει ούτε καν για αυτή την περιοδεία και τις τιμητικές εκδηλώσεις, θέματα με τον πατέρα του ως σκιά και ως παρουσία, θέματα με τον εαυτό του και την αποδοχή του που περνά μέσα κι από τη (μη) αποδοχή του πατέρα του. Εδώ λοιπόν μπαίνει το ερώτημα. Σε τι μας εξυπηρετεί εμάς ως θεατές του 2026 να ξέρουμε ότι ένας κορυφαίος άνθρωπος των γραμμάτων των τεχνών δεν ήταν ο ιδανικός πατέρας, ήταν ψυχρός, σκληρός, εγωκεντρικός και εργοκεντρικός ή οτιδήποτε άλλο; Αποτελεί κάποια καινούργια, πολύτιμη πληροφορία ότι οι άνθρωποι που είναι αφοσιωμένοι στην τέχνη τους ή την καριέρα τους αφήνουν σε δεύτερη μοίρα τους δικούς τους, ακόμα και τα παιδιά τους; Πόσο μάλλον όταν δεν είναι biopic, όπου θα δούμε όλη τη ζωή του πρωταγωνιστή και δεν γίνεται να μην δούμε και τα προσωπικά του, αλλά εστιάζουμε μόνο σε μια στιγμή στον χρόνο; Γιατί άραγε εκεί δίπλα στην μεγάλη ιστορία επιλέγεται να μπει μια τέτοιας υφής μικρή; Όχι μόνο δεν προσφέρει κάτι αυτή η πληροφορία, αλλά θεωρώ ότι εκτός από μπανάλ και κουτσομπολίστικη είναι και (χωρίς να υπαινίσσομαι με κανένα τρόπο ότι ήταν στις προθέσεις του Παβλικόφσκι) μειωτική, όταν βρισκόμαστε σε μια ευρύτερη πολιτισμική κουλτούρα κάνσελ, όπου πρέπει να είσαι υποδειγματικός σε όλα, ειδάλλως ό,τι άλλο έχεις κάνει στη ζωή σου, αν δεν σβήνεται πάντως σχετικοποιείται. Ας το σημειώσουμε λοιπόν στα κιτάπιά μας, όσο σημαντικός λογοτέχνης κι αν ήταν ο Μαν, δεν ήταν ο καλύτερος μπαμπάς.
Είναι πολύ πρόσφατη η «Συναισθηματική Αξία» που μίλησε για το πώς μπορεί ενδεχομένως ένας αφοσιωμένος στην τέχνη του καλλιτέχνης να προσεγγίσει, να προσπαθήσει να καταλάβει και να κοιτάξει τα παιδιά του: μέσω της τέχνης του. Η όποια αντιστοιχία στην «Πατρίδα» μοιάζει με φτωχό συγγενή, το κάπως ανοιχτό σε ερμηνείες κλάμα του ήρωά της που φιλοδοξεί να σε συγκλονίσει διακριτικά, θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί από θεατές που δεν συντονίστηκαν μαζί της (αν και πραγματικά θα το επιθυμούσαν) με ένα σήκωμα των ώμων: ωραία, τον συγκίνησε τον Μαν η τέχνη, ή ίσως η τέχνη του επέτρεψε να ξεκλειδώσει τα συναισθήματά του – παρακάτω;
Και νομίζω η βασική μου ένσταση με την «Πατρίδα» βρίσκεται σε αυτή την έλλειψη του παρακάτω. Ότι ο Παβλικόφσκι έχει μια ιδανική συνθήκη με όλα τα συστατικά στη θέση τους για να δώσει ένα αριστούργημα, αλλά αντί να χτίσει επάνω της, αρκείται στην παρουσίαση των συστατικών της. Κι όπως αποδεικνύεται δεν του στοιχίζει, βραβεύεται στις Κάννες με το βραβείο σκηνοθεσίας, αποθεώνεται γενικότερα.
Παρόλα αυτά προφανώς και πρόκειται για μία από τις ούτως ή άλλως σημαντικές ταινίες της χρονιάς που αξίζει να δει κανείς. Εύχομαι να είστε από εκείνους που βλέποντάς την θα τους μείνει μόνο ενθουσιασμός, εμένα όμως θα μου μείνει ένα κρίμα, καθώς περίμενα κάτι πολύ περισσότερο απ’ αυτό που μας πρόσφερε τελικά εδώ ο Πάβελ Παβλικόφσκι.
The post «Πατρίδα» του Πάβελ Παβλικόφσκι: Ανάμεσα σε τέσσερεις Γερμανίες appeared first on ελculture – Θέατρο, Μουσική, Τέχνη & Πολιτισμός.
Διαβάστε περισσότερα
