Σπουδαίος ζωγράφος, ιδιοσυστασιακή προσωπικότητα όπως οι μεγάλοι καλλιτέχνες, σ’ έναν βαθμό αναχωρητής αλλά όχι μόνον κατ’ επιλογήν – «παρότι ήταν το χρυσό παιδί της ελληνικής ζωγραφικής τη δεκαετία του ’80, προτίμησε να κρατήσει εαυτόν μακριά από τη λογική των χορηγών», μου είπε φίλος του.
Επίσης ο Χρήστος Μαρκίδης ήταν γνήσιος εστέτ που συγκέντρωνε όσα τον συνάρπασαν ως θεατή, ακροατή ή αναγνώστη και συνήθιζε να τα «αναμεταδίδει» καθημερινά από τη σελίδα του στο Facebook. Μόνον αυτόν τον Αύγουστο, «τον πιο μεταφυσικό μήνα του χρόνου» όπως έγραφε, όμνυε στον Μπέλα Ταρ και τον Καρυωτάκη, τον Παναγιώτη Κονδύλη και τον Γέροντα Αιμιλιανό, τον Ταρκόφσκι και τον Μπλεζ Πασκάλ, τον Εμπειρίκο, τον Αλέν Ρενέ, τον Σαχτούρη, τον Τσαρούχη… Ανεξαρτήτως της (παθολογικής ή όχι) αιτίας του θανάτου του όπως θα διευκρινιστεί, δεν ήταν ενδεικτική η τελευταία του ανάρτηση με την «Περσόνα» του Μπέργκμαν και τη ρήση του Νίκου Καρούζου.
Καταλαβαίνω τον χρόνο όταν τρέχει για τις ιστοσελίδες που ψάχνουν άμεσες απαντήσεις στα συμβάντα – είναι ένας χρόνος αντιστικτικός με τον χρόνο όπως τον αντιλαμβάνονται συνήθως οι καλλιτέχνες. Σ’ αυτήν την περίπτωση όμως ρισκάρισαν να κωδικοποιήσουν διαφορετικά μια συνηθισμένη ανάρτηση του Μαρκίδη, αναπαράγοντας ένα άδικο στερεότυπο, αυτό που συνδέει την υψηλή τέχνη με την υψηλή κατάθλιψη. Ναι, ο ζωγράφος μπορεί να έστειλε ένα ύστατο μήνυμα, ή και όχι – δεν θα το μάθουμε ποτέ. Κι αν αναπαρήγε Καρούζο, Καρυωτάκη ή Σαχτούρη σημαίνει σίγουρα ότι αγαπούσε την ακριβή ποίηση, αλλά καθόλου ότι ήταν πιο καταθλιπτικός από κάποιον που ποστάρει στίχους του Νίκου Βέρτη.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
