Η Ελλάδα θέλει να γίνει μια οικονομία που βασίζεται περισσότερο στη γνώση, στην καινοτομία και στις δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης αξίας. Θέλει να συγκρατήσει νέους επιστήμονες, να προσελκύσει ταλέντο από το εξωτερικό και να συνδέσει περισσότερο την έρευνα με την παραγωγή. Οι στόχοι αυτοί είναι σωστοί. Είναι όμως δύσκολο να συμβιβαστούν με τη σημερινή κατάσταση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Στη θεσμική προσέγγιση της ανάπτυξης, η μακροχρόνια ευημερία εξαρτάται από την ικανότητα των θεσμών να αξιοποιούν τις δεξιότητες, τις ιδέες και τη δημιουργικότητα των πολιτών. Τα Πανεπιστήμια αποτελούν βασικό μέρος αυτής της θεσμικής υποδομής. Δεν είναι απλώς χώροι μετάδοσης γνώσεων. Εκπαιδεύουν το εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό, παράγουν έρευνα, υποστηρίζουν την τεχνολογική αλλαγή και διαμορφώνουν τις προϋποθέσεις για την αύξηση της παραγωγικότητας. Σε οικονομίες με περιορισμένους φυσικούς πόρους και δημογραφική συρρίκνωση, ο ρόλος τους γίνεται ακόμη πιο κρίσιμος.
Τα στοιχεία του Education at a Glance 2025: Greece του ΟΟΣΑ αποκαλύπτουν ένα πολύ μεγάλο επενδυτικό κενό. Η δημόσια δαπάνη ανά φοιτητή στην ελληνική τριτοβάθμια εκπαίδευση ανέρχεται σε μόλις 4.497 δολάρια, σε όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης. Ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 15.102 δολάρια. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα διαθέτει ανά φοιτητή λιγότερο από το ένα τρίτο των πόρων που διαθέτει κατά μέσο όρο ο ΟΟΣΑ. Η σύγκριση γίνεται ακόμη πιο προβληματική επειδή η Ελλάδα αποτελεί εξαίρεση σε σχέση με τις περισσότερες χώρες. Η δημόσια δαπάνη ανά φοιτητή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι χαμηλότερη από τη δαπάνη ανά μαθητή στις χαμηλότερες εκπαιδευτικές βαθμίδες, παρότι στη δαπάνη της τριτοβάθμιας περιλαμβάνεται και η έρευνα και ανάπτυξη.
Δεν μπορούμε να ζητάμε από τα ελληνικά Πανεπιστήμια να ανταγωνίζονται διεθνώς όταν διαθέτουν τόσο λιγότερους πόρους. Δεν μπορούμε να απαιτούμε καλύτερη έρευνα, σύγχρονα εργαστήρια, ψηφιακές υποδομές, διεθνείς συνεργασίες και ποιοτική διδασκαλία χωρίς την αντίστοιχη επένδυση. Η υποχρηματοδότηση έχει και άμεση επίπτωση στις συνθήκες διδασκαλίας και έρευνας. Στα ελληνικά ιδρύματα με ισχυρότερο ερευνητικό προσανατολισμό αντιστοιχούν κατά μέσο όρο 40 φοιτητές ανά μέλος ακαδημαϊκού προσωπικού. Στα ιδρύματα με χαμηλότερο ερευνητικό προσανατολισμό η αναλογία είναι 36 προς ένα. Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι σε πολλές άλλες χώρες συμβαίνει το αντίστροφο: τα περισσότερο ερευνητικά ιδρύματα έχουν συνήθως χαμηλότερη αναλογία φοιτητών προς ακαδημαϊκό προσωπικό.
Η εικόνα αυτή σημαίνει ότι εκεί όπου υπάρχουν μεγαλύτερες απαιτήσεις έρευνας, το ακαδημαϊκό προσωπικό αντιμετωπίζει ταυτόχρονα και μεγαλύτερο διδακτικό βάρος. Αυτό περιορίζει τον χρόνο για έρευνα, για συνεργασία με επιχειρήσεις και φορείς, για συμμετοχή σε διεθνή δίκτυα και για ουσιαστική καθοδήγηση των φοιτητών. Ανησυχητική είναι και η περιορισμένη διεθνοποίηση. Το ποσοστό των διεθνών ή αλλοδαπών φοιτητών στην Ελλάδα μειώθηκε από 3,4% το 2018 σε 3% το 2023. Αντίθετα, στον ΟΟΣΑ αυξήθηκε από 6% σε 7,4%. Η Ελλάδα ήταν μία από τις λίγες χώρες στις οποίες δεν καταγράφηκε αύξηση.
Πρόκειται για αρνητική τάση με ευρύτερη σημασία. Η διεθνοποίηση δεν αφορά μόνο τα έσοδα των Πανεπιστημίων. Αφορά τη δυνατότητά τους να συμμετέχουν σε διεθνή δίκτυα, να προσελκύουν φοιτητές και ερευνητές, να ενισχύουν την εξωστρέφειά τους και να δημιουργούν δεσμούς που μπορούν να λειτουργήσουν και αναπτυξιακά.
Υπάρχουν ωστόσο στοιχεία που δείχνουν ότι υπάρχει ανθρώπινο δυναμικό και ζήτηση για υψηλού επιπέδου σπουδές. Το 30% των αποφοίτων bachelor στην Ελλάδα προέρχεται από τα πεδία των επιστημών, της τεχνολογίας, της μηχανικής και των μαθηματικών, έναντι 23% κατά μέσο όρο στον ΟΟΣΑ. Επίσης, το ποσοστό των νέων ηλικίας 25 έως 34 ετών που διαθέτουν μεταπτυχιακό ή ισοδύναμο τίτλο αυξήθηκε από 9% το 2019 σε 13% το 2024. Ωστόσο παραμένει χαμηλότερο από το 16% του ΟΟΣΑ. Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι η απουσία δυνατοτήτων. Είναι το γεγονός ότι οι δυνατότητες αυτές δεν υποστηρίζονται από το αντίστοιχο θεσμικό και επενδυτικό πλαίσιο.
Συχνά η συζήτηση για τα Πανεπιστήμια περιορίζεται στη διοίκηση, στην ασφάλεια, στις μορφές αξιολόγησης ή στο θεσμικό πλαίσιο. Ολα αυτά είναι σημαντικά. Δεν μπορούν όμως να υποκαταστήσουν το βασικό ερώτημα: Με ποιους πόρους περιμένουμε από τα ελληνικά Πανεπιστήμια να επιτελέσουν την αποστολή τους; Η χρηματοδότηση δεν πρέπει να είναι ανεξέλεγκτη ή αποσυνδεδεμένη από αποτελέσματα. Μπορεί να συνδέεται με την ποιότητα της διδασκαλίας, την ερευνητική παραγωγή, τη διεθνοποίηση, την αποφοίτηση των φοιτητών και την κοινωνική λογοδοσία. Αλλά η αξιολόγηση χωρίς επαρκή χρηματοδότηση καταλήγει να μετρά τη διαχείριση της έλλειψης.
Το κρίσιμο είναι να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη δημόσια χρηματοδότηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Δεν είναι ακόμη μία καταναλωτική δαπάνη. Είναι παραγωγική δημόσια επένδυση. Οι αποδόσεις της εμφανίζονται στην παραγωγικότητα, στις νέες επιχειρήσεις, στην έρευνα, στην καινοτομία και στην ικανότητα της χώρας να συγκρατεί ανθρώπους με υψηλή εξειδίκευση. Εμφανίζονται επίσης στη δυνατότητα των νέων να αποκτούν ποιοτική εκπαίδευση χωρίς η πρόσβασή τους να εξαρτάται από το εισόδημα της οικογένειάς τους. Η Ελλάδα δεν μπορεί να ζητά από τα Πανεπιστήμιά της να παράγουν ευρωπαϊκά αποτελέσματα με χρηματοδότηση που βρίσκεται τόσο μακριά από τα ευρωπαϊκά και τα διεθνή επίπεδα. Ούτε μπορεί να οικοδομήσει οικονομία γνώσης αντιμετωπίζοντας την επένδυση στη γνώση ως δευτερεύον δημοσιονομικό κόστος. Χωρίς ισχυρά Πανεπιστήμια, η συζήτηση για ένα νέο παραγωγικό μοντέλο θα παραμένει περισσότερο διακήρυξη παρά πραγματική στρατηγική.
*Βουλευτής Κιλκίς ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής, υπεύθυνος ΚΤΕ Παιδείας
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
