Στις 5 Αυγούστου του 1936 είχε προκηρυχθεί σε Αθήνα και Πειραιά 24ωρη πανεργατική απεργία από τη ΓΣΕΕ και την Ενωτική ΓΣΕΕ. Επρόκειτο δηλαδή για μια ενωμένη αντίδραση του εργατικού κινήματος απέναντι σε ένα καθεστώς το οποίο πέραν των προβλημάτων που δημιουργούσε στις λαϊκές τάξεις ελάχιστα απείχε από το να είναι μια καθαρή στρατιωτική δικτατορία.
Στις 2 Αυγούστου, ημέρα Κυριακή, η εφημερίδα του ΚΚΕ «Ριζοσπάστης» κυκλοφόρησε με έναν τίτλο που δεν άφηνε την παραμικρή αμφιβολία ότι η δικτατορία ήταν ζήτημα χρόνου. Διαβάζουμε: «Καταγγέλλουμε ότι ο Μεταξάς και Σκυλακάκης προετοιμάζουν δολοφονικές ενέργειες κατά των εργατών για να δικαιολογήσουν την κήρυξη φασιστικής δικτατορίας».
«Καταγγέλλουμε ότι ο Μεταξάς και Σκυλακάκης προετοιμάζουν δολοφονικές ενέργειες κατά των εργατών για να δικαιολογήσουν την κήρυξη φασιστικής δικτατορίας» γράφει ο «Ριζοσπάστης» στις 2/8/1936
Τα διατάγματα
Η δικτατορία επιβλήθηκε δύο ημέρες μετά, ημέρα Τρίτη. Το βράδυ της 4ης Αυγούστου 1936, στις 8 μ.μ., ο Μεταξάς συγκάλεσε υπουργικό συμβούλιο όπου και ζήτησε από τους υπουργούς του να υπογράψουν δύο διατάγματα με τα οποία καταλύονταν οι αστικοδημοκρατικές ελευθερίες. Αντιδράσεις ουσιαστικά δεν υπήρχαν. Αρνήθηκαν να υπογράψουν -και παραιτήθηκαν- δύο υπουργοί κι ένας υφυπουργός.
Αριστερά, ο δικτάτορας στην πρώτη σελίδα του περιοδικού της ΕΟΝ. Στο κέντρο, ο τότε διάδοχος και μετέπειτα βασιλιάς Παύλος. Δίπλα, διαταγή για συγκέντρωση απαγορευμένων βιβλίων
Με το πρώτο διάταγμα αναστελλόταν η ισχύς βασικών άρθρων του Συντάγματος και με το δεύτερο διαλυόταν η Βουλή. Στις εισηγητικές εκθέσεις που τα συνόδευαν, ως αιτιολογία για την επιβολή της δικτατορίας προβαλλόταν ο λεγόμενος κομμουνιστικός κίνδυνος. Το γνωστό δηλαδή παραμύθι πάνω στο οποίο θεμελιώθηκαν τα πιο αντιδραστικά-αντιλαϊκά καθεστώτα στη σύγχρονη νεοελληνική ιστορία.
Μια προαναγγελθείσα εξέλιξη
Η επιβολή της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Ηταν απαίτηση των κυρίαρχων οικονομικών και πολιτικών κύκλων της χώρας υπό τις ευλογίες, βεβαίως, της Μεγάλης Βρετανίας που είχε αποφασιστικό λόγο στις ελληνικές εσωτερικές υποθέσεις.
Ο ίδιος ο Μεταξάς αναρριχήθηκε πολύ εύκολα στην κυβερνητική εξουσία, πριν γίνει δικτάτορας, με την ανοχή και τη στήριξη των κομμάτων της Δεξιάς και του Κέντρου -ιδιαίτερα των δύο μεγάλων κομμάτων, του Κόμματος Φιλελευθέρων και του δεξιού Λαϊκού Κόμματος-, παρότι από τον Γενάρη του ’34, σε συνέντευξή του στην «Καθημερινή», δήλωνε: «Το πρόβλημα δεν είναι πως θα μείνωμεν εις τον κοινοβουλευτισμόν, αλλά διά ποίας θύρας θα εξέλθωμεν εξ αυτού. Διά της θύρας του κομμουνισμού ή διά της θύρας του εθνικού κράτους».
Ο αστικός πολιτικός κόσμος αποδέχτηκε στις 5 Μαρτίου του ’36 τον διορισμό του Μεταξά από τον βασιλιά Γεώργιο στη θέση του υπουργού Στρατιωτικών και στήριξε την κυβέρνηση Δεμερτζή στην οποία ο επίδοξος δικτάτορας ήταν αντιπρόεδρος.
Στις 27 Απριλίου του ίδιου έτους -μετά τον θάνατο του Δεμερτζή- έδωσε σχεδόν σύσσωμος ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση Μεταξά και τρεις μέρες αργότερα ψήφισε στη Βουλή τη διακοπή των εργασιών της μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου του ’36, δίνοντας στον μετέπειτα δικτάτορα και στην κυβέρνησή του το δικαίωμα να εκδίδουν διατάγματα. Ετσι εγκαθιδρύθηκε στη χώρα ένα ιδιότυπο καθεστώς που, αργότερα, πολύ εύστοχα ονομάστηκε «Καθεστώς της Τρεισήμισι Αυγούστου».
Η παραπάνω στάση του αστικού πολιτικού κόσμου μπορεί να ερμηνευτεί καλύτερα αν λάβουμε υπόψη τα εξής στοιχεία: Με το ενδεχόμενο της δικτατορίας ερωτοτροπούσαν όλοι οι κορυφαίοι αστοί πολιτικοί της εποχής εκείνης, ενώ άλλοι βοηθούσαν αντικειμενικά στην επιβολή της είτε το αντιλαμβάνονταν είτε όχι.
Ομοϊδεάτες υποδέχονται τον δικτάτορα με τον γνωστό φασιστικό χαιρετισμό
Η Δεξιά συγκέντρωνε στις γραμμές της τα πιο ακραιφνή φιλοδικτατορικά στοιχεία και παρείχε κάλυψη στους στρατοκράτες των ενόπλων δυνάμεων. Το Λαϊκό Κόμμα ήταν αυτό που υπονόμευσε στο έπακρο την κοινοβουλευτική προεδρευόμενη δημοκρατία του 1924 και πρωταγωνίστησε στην παλινόρθωση της μοναρχίας με το δημοψήφισμα της βίας και νοθείας της 3ης Νοεμβρίου του 1935, γεγονός που αποτέλεσε την αντίστροφη μέτρηση προς την 4η Αυγούστου.
Αλλά και τα κόμματα του Κέντρου -με κορυφαίο το Κόμμα Φιλελευθέρων του Ελ. Βενιζέλου- δεν πήγαιναν πίσω. Από αυτόν τον χώρο ξεκίνησαν δύο αποτυχημένα στρατιωτικά κινήματα για την κατάληψη της εξουσίας. Το πρώτο ήταν το πραξικόπημα-οπερέτα του Πλαστήρα, που εκδηλώθηκε στις 6 Μαρτίου του ’33, μία μέρα μετά τις εκλογές, και κράτησε λίγες ώρες.
Η μοναρχία
Το δεύτερο είναι το γνωστό Βενιζελο-Πλαστηρικό Κίνημα της 1ης Μαρτίου του ’35, που έστω κι αν είχε στις γραμμές του πολλούς δημοκρατικούς αξιωματικούς είναι γεγονός αναμφισβήτητο πως άνοιξε τον δρόμο στην αντίδραση για να προωθήσει από καλύτερες θέσεις τα αντιδημοκρατικά της σχέδια. Είναι φανερό λοιπόν πως με αντιδημοκρατικές, δικτατορικές λύσεις ερωτοτροπούσε και το λεγόμενο δημοκρατικό Κέντρο, γεγονός που αποδεικνύεται και από τα παρακάτω στοιχεία.
Ο Ελ. Βενιζέλος σε συνομιλία του με τον Πλαστήρα, λίγο πριν από το κίνημα του ’33, εξέφραζε τη δυσπιστία του προς το κοινοβουλευτικό σύστημα, δεν έκρυβε τη συμπάθειά του προς τη φασιστική Ιταλία και το πείραμα Μουσολίνι, αλλά κατέληγε στο συμπέρασμα πως στην Ελλάδα δεν υπήρχε ένας ντούτσε.
Ακόμη, τον Φλεβάρη του ’35 αναγνώριζε ως ανάγκη να επιβληθεί στη χώρα μια δικτατορία για λίγο διάστημα (Γρ. Δαφνή: «Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων», τόμος β’, σελ. 183-184, 290). Επίσης ενέκρινε την παλινόρθωση της μοναρχίας και εξέφρασε τη χαρά του, αναφωνώντας «Ζήτω ο Βασιλεύς», όταν ο Γεώργιος διόρισε τον Μεταξά υπουργό Στρατιωτικών (στο ίδιο, σελ. 391-392 και 406-407).
Ο Πλαστήρας, που πρωταγωνίστησε στα δύο στρατιωτικά κινήματα που προαναφέραμε, ήταν φανατικός αντικομουνιστής και δεν το έκρυβε. Πριν μάλιστα ο Μεταξάς εγκαθιδρύσει τη δικτατορία του, ο Πλαστήρας με δηλώσεις του, στις 29/6/1936, έλεγε ανάμεσα στα άλλα:
«Κατά τας ημέρας αυτάς διαδίδονται πολλά περί εγκαθιδρύσεως εις την Ελλάδα δικτατορίας εκ μέρους των κυβερνώντων. Θα ήτο τη αληθεία ευχής έργον να πραγματοποιηθή η ιδέα αύτη… διότι οι καιροί ου μενετοί» (Σπ. Λιναρδάτος: «Πώς εφτάσαμε στην 4η Αυγούστου», εκδόσεις Θεμέλιο, σελ. 233).
Ο Σοφούλης, ως επικεφαλής του Κόμματος Φιλελευθέρων, είχε υπογράψει με το Παλλαϊκό Μέτωπο (ΚΚΕ-αγροτιστές), στις 19/2/1936, σύμφωνο συνεργασίας (γνωστό ως σύμφωνο Σοφούλη-Σκλάβαινα), από το οποίο στη συνέχεια υπαναχώρησε υποστηρίζοντας μαζί με το κόμμα του και το δεξιό Λαϊκό Κόμμα τη λύση Δεμερτζή, την κυβέρνηση Μεταξά και το καθεστώς της 3 1/2 Αυγούστου. Επίσης, λίγο πριν από την επιβολή της δικτατορίας, με δηλώσεις του διαβεβαίωνε ότι κίνδυνος για τους «ελεύθερους κοινοβουλευτικούς θεσμούς» δεν υπήρχε.
Ο Σοφοκλής Βενιζέλος -γιος του Ελ. Βενιζέλου και διάδοχος του πατέρα του στο Κόμμα Φιλελευθέρων-, όπως ο ίδιος αποκάλυψε δημόσια στα 1939, είχε συζητήσει και είχε συμφωνήσει με τον Μεταξά για την επιβολή της δικτατορίας προβάλλοντας κάποιους όρους δευτερεύουσας σημασίας (Σπ. Λιναρδάτου, στο ίδιο, σελ. 233-236).
Διεθνής κατάσταση
Τέλος, ο Γ. Παπανδρέου και ο Αλ. Παπαναστασίου, λίγο πριν ο Μεταξάς πραγματοποιήσει τα σχέδιά του -κι ενώ ο κίνδυνος ήταν κάτι παραπάνω από φανερός- αρθρογραφούσαν κατά του ΚΚΕ (Δ. Σάρλη: «Η πολιτική του ΚΚΕ κατά του μοναρχοφασισμού», Αθήνα 1975, σελ. 397).
Τη δικτατορία ως αναγκαιότητα προέβαλλαν και οι ισχυρές εφημερίδες της εποχής, η «Καθημερινή» του Γ. Βλάχου, που το έγραφε ανοιχτά στις σελίδες της, και το «Βήμα» του Λαμπράκη, που υποστήριξε τον Μεταξά στην πορεία του προς την εξουσία με αξιοζήλευτη συνέπεια.
Η επιβολή της δικτατορίας ευνοήθηκε από την εσωτερική και τη διεθνή οικονομική κατάσταση. Η διεθνής κατάσταση (παγκόσμια οικονομική κρίση 1929-1933, άνοδος του φασισμού στην Ευρώπη, προετοιμασία ενός νέου Παγκόσμιου Πολέμου κ.λπ.) ευνοούσε την εγκαθίδρυση σε διάφορες χώρες δικτατορικών-φασιστικών κυβερνήσεων.
Οι φιλοδικτατορικοί οικονομικοί κύκλοι είχαν συμφέρον από μια τέτοια εξέλιξη στην Ελλάδα και λόγω των κεφαλαίων που είχαν επενδύσει στο εσωτερικό της χώρας από τα οποία απομυζούσαν τεράστια κέρδη. Η πολιτική δε αστάθεια της χώρας ενίσχυε αυτή την επιλογή τους.
Χαρακτηριστικά είναι τα εξής στοιχεία: Στο διάστημα 1922-1932 παρουσιάζεται στην Ελλάδα μια τεράστια εισβολή ξένων κεφαλαίων, σχεδόν διπλάσια από αυτήν που είχαμε την εποχή του Τρικούπη. Το εξωτερικό χρέος της χώρας έφτανε τα 1.022 εκατομμύρια χρυσά φράγκα, ενώ το εσωτερικό ήταν 144 εκατομμύρια χρυσά φράγκα.
Συστηματικοί δανειστές της χώρας -αγοραστές δηλαδή ελληνικών χρεογράφων- ήταν ο οίκος Hambro του Λονδίνου (γνωστός από τα δάνεια της εποχής του Τρικούπη), το συγκρότημα Speyer and Co της Ν. Υόρκης και η Εθνική Τράπεζα Αθηνών. Το 67,42% του εξωτερικού χρέους ήταν αγγλικά κεφάλαια, το 9,88% ήταν κεφάλαια των ΗΠΑ, το 7,52% ήταν γαλλικά κεφάλαια, το 5,40% σουηδικά, το 3,44% βελγικά, το 1,7% γερμανικά και το 1,65% ιταλικά.
Τα συμφέροντα
Επίσης, ένα ποσό 108 εκατομμυρίων δολαρίων (περίπου το 20% του συνολικού εξωτερικού χρέους) ήταν χρεόγραφα οι κάτοχοι των οποίων ζούσαν στην Ελλάδα (Ιστορία Ελληνικού Εθνους, Εκδοτική Αθηνών, τόμος ΙΕ’, σελ. 335-338).
Η κατάσταση αυτή οδήγησε στο να κηρυχθεί η χώρα σε πτώχευση το 1932. Ομως και μετά την πτώχευση τα ξένα κεφάλαια δεν σταματούν να εισρέουν.
Αντιλαμβάνεται κανείς τι τεράστια συμφέροντα είχε το ντόπιο και ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα και πόσο ενδιαφερόταν για τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις. Και φυσικά δεν χρειάζεται πολύ μυαλό για να γίνει αντιληπτό γιατί ο μόνιμος υφυπουργός της Αγγλίας Ρ. Βάνσιταρτ έγραφε σε υπόμνημά του τον Μάιο του 1937 τα εξής: «Βρήκαμε ότι το καθεστώς Μεταξά είναι πολύ πιο συνεννοήσιμο από πολλά από τα προϋπάρχοντα καθεστώτα» (Γ. Ανδρικόπουλου: «Οι ρίζες του ελληνικού φασισμού», σελ. 25).
Η πρώτη σελίδα καταλόγου απαγορευμένων βιβλίων
ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ
Ενα στυγνό καθεστώς
Οπως ήταν αναμενόμενο, το δικτατορικό καθεστώς εξαπέλυσε απηνή διωγμό εναντίον των κομμουνιστών, των αριστερών και των προοδευτικών πολιτών, αλλά και των ιδεών στις οποίες όλοι αυτοί αναφέρονταν. Τα βιβλία που θεωρήθηκαν κοντινά ή ταυτόσημα με αυτές τις ιδέες οδηγήθηκαν στην πυρά.
Για την περίοδο που κράτησε το καθεστώς της 4ης Αυγούστου δεν υπάρχουν επίσημα στοιχεία αναφορικά με τον ακριβή αριθμό των διωχθέντων. Ο Κορωνάκης γράφει ότι «υπέρ τα 80.000 άτομα εβασανίσθησαν επί μήνας ολοκλήρους εις τα κρατητήρια των Ασφαλειών και των παραρτημάτων των, εις τας μονίμους φυλακάς του κράτους και τας ερημονήσους του Αιγαίου» (Ι. Γ. Κορωνάκη: «Η Πολιτεία της 4ης Αυγούστου», Αθήνα 1950, σελ. 45).
Το ίδιο το καθεστώς κατέβαζε τις συλλήψεις στις 50.000, διατυμπανίζοντας ότι απ’ αυτούς οι 47.000 είχαν υπογράψει δήλωση μετανοίας (Γ. Ρούσσου: «Νεώτερη Ιστορία του Ελληνικού Εθνους», εκδόσεις Ελληνική Μορφωτική Εστία, τόμος 7ος, σελ. 90).
Επρόκειτο για εξωφρενικό αριθμό που υπερέβαινε κατά πολύ τα μέλη του ΚΚΕ και των αριστερών οργανώσεων. Ηταν φανερό ότι είχαν αναγκαστεί να υπογράψουν δηλώσεις αποκήρυξης του ΚΚΕ πολλοί μη κομμουνιστές, ακόμα και αντικομμουνιστές. Το δικτατορικό καθεστώς εκτός από στυγνό ήταν και τραγικά γελοίο.
Διαβάστε περισσότερα
