Κάθε νέο έτος ξεκινά με μια υπόσχεση, μια μικρή, προσωπική τελετουργία ανανέωσης. Για εμάς στο ελculture, αυτή η υπόσχεση συχνά παίρνει τη μορφή ενός βιβλίου: της πρώτης ιστορίας που θα ανοίξουμε τις πρώτες ημέρες του Γενάρη, άρρηκτα συνδεδεμένες με την ενέργεια που θέλουμε να κουβαλήσουμε το 2026.
Οι συντάκτες του ελculture μοιράζονται το βιβλίο που επιλέγουν να διαβάσουν πρώτο τη νέα χρονιά, μέσα από τα ράφια των εκδόσεων Ψυχογιός. Ακολουθούν οι πρώτες μας σελίδες για το 2026. Ένα νέο ξεκίνημα, μια νέα ανάγνωση.
James του Percival Everett | Old Boy
Επιλέγω το James του Πέρσιβαλ Έβερετ, σε μετάφραση της Μυρσίνης Γκανά. Για την ιδέα του, να πάρει τον σκλάβο Τζιμ από τις «Περιπέτειες του Χάκλμπερι Φιν» του Μαρκ Τουέιν και να μας επαναπαρουσιάσει έναν χαρακτήρα που είχε περάσει μέσα υπό ένα συγκεκριμένο πρίσμα και βλέμμα στην αμερικάνικη και την παγκόσμια λογοτεχνία, τώρα υπό ένα ριζικά διαφορετικό. Για την ιδέα να του δώσει μια εντελώς νέα φωνή μέσα από μια παλιά γλώσσα. Ο Τζιμ – Τζέιμς μιλά όπως μιλά, επειδή έτσι συνιστά μικρότερη απειλή στα αυτιά και τα μάτια των λευκών, επειδή έτσι εξακολουθούν και νιώθουν προστατευμένα ανώτεροί του, είτε είναι υπέρ είτε κατά της δουλείας. Η γλώσσα του μετατρέπεται σε όπλο του. Σε ένα από τα όπλα του, μαζί τα κλεμμένα βιβλία του και το κλεμμένο μολύβι του, την σκανδαλώδη για δούλο δυνατότητα ανάγνωσης και γραφής του, καθώς -σύμφωνα με τις δικές του λέξεις- γράφοντας δίνει υπόσταση στον εαυτό του, γράφοντας βρίσκεται εδώ. Αλλά το οπλοστάσιο του δεν εξαντλείται εδώ. Όπου απαιτηθεί θα επιστρατεύσει και τη βία του: υπάρχουν ιστορικές περίοδοι, που η πορεία προς την ελευθερία δεν μπορεί να μείνει μόνο στα λόγια, γραμμένα ή προφορικά, μιλημένα φυσικά ή με προσποιητή -αλλά το αντίθετο της δουλοπρεπούς- γλωσσική δουλοφάνεια.
Το Ίκαμπογκ της Τζ. Κ. Ρόουλινγκ | Σταυρούλα Αλπίτση
Τα βιβλία είναι πάντα σημαντικά. Το ΠΡΩΤΟ, όμως, βιβλίο της χρονιάς είναι πιο σημαντικό, όπως κάθε «καλή αρχή».
Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά,ψηλή μου δεντρολιβανιά…«Ichabod» σημαίνει «καμία δόξα» ή «η δόξα έχει τελειώσει», διαβάζω στον πρόλογο του βιβλίου, όπου η συγγραφέας εξομολογείται ότι η ιδέα «μπήκε ανολοκλήρωτη στη σοφίτα για πάνω από μια δεκαετία και μάλλον θα ήταν εκεί ακόμα αν δεν συνέβαινε η πανδημία του κορωνοϊού και εκατομμύρια παιδιά δεν κλείνονταν στο σπίτι, χωρίς να μπορούν να πάνε στο σχολείο ή να συναντήσουν τους φίλους τους».
…κι αρχή καλός μας χρόνοςΕκκλησιά με τ’ άγιο θρόνο.
Ένας βασιλιάς. Ένας λαός που ζει στη χώρα της Αφθονίας (εκεί όπου εκτός από την Τυρούπολη, τη Γλυκούπολη, τη Φιλετούπολη και την Οινούπολη, υπάρχουν κι οι απομακρυσμένοι και υποβαθμισμένοι Βαλτότοποι). Ένα τέρας που όλοι πιστεύουν ότι δεν υπάρχει. Ένας κακός. Δύο κακοί. Πολλοί καλοί και αφελείς άνθρωποι που φοβούνται κάτι που δεν ξέρουν αν υπάρχει μέχρι τη στιγμή που ο βασιλιάς ξεστομίζει φοβισμένος: «Το Ικ-Ικ-Ίκαμπογκ!…Το ει-ει-είδα! Ένα τεράστιο τέρας – παραλίγο να με πιάσει!…Το τ-τέρας είναι αληθινό!»…κι ο κακός Γιαφτύσιμο έχει τη φαεινή ιδέα (έτσι συμβαίνει πάντα με τους κακούς και κουτοπόνηρους) να διηγηθεί αλλιώς την ιστορία με τον τρομαγμένο βασιλιά: «Ο βασιλιάς είχε ορθώσει το ανάστημά του κι είχε πολεμήσει το Ίκαμπογκ, αντί να παρατήσει απλώς το σπαθί του και να το σκάσει». Κι όταν μιλάνε οι κακοί, λίγοι καλοί μιλάνε. Ο Καλοκύριος είχε το θάρρος να φωνάξει αγανακτισμένος: «Ανάθεμά με αν υπάρχει Ίκαμπογκ! Δεν πρόκειται να συμμετάσχω σε ένα ψέμα!», είπε και μπήκε φυλακή αμέσως.
Αρχή που βγήκε ο Χριστός,άγιος και πνευματικός…
Τα παιδιά. Τα παιδιά είναι η ελπίδα. Κι όχι μόνο. Τα παιδιά είναι τολμηρά και θα μπορέσουν αυτά που δεν μπόρεσαν οι μεγάλοι. Τα παιδιά βρίσκουν το Ίκαμπογκ, μιλούν μαζί του, το αγκαλιάζουν κι ακούνε το μελωδικό σαν ψαλμωδία τραγούδι του.
«Τι λέει αυτό το τραγούδι;»«Είναι η ιστορία των Ίκαμπογκ – και του δικού σας είδους».«Των ανθρώπων, εννοείς;», ρώτησε η Ντέιζι.«Των ανθρώπων, ναι», απάντησε το Ίκαμπογκ. «Οι δυο ιστορίες είναι μία, γιατί οι άνθρωποι Γεννηθάνανε από τα Ίκαμπογκ».«Τι θα πει “Γεννηθάνανε”; Είναι σαν το γεννηθήκανε;»«Όχι», απάντησε το Ίκαμπογκ, «το Γεννηθάνανε είναι πολύ διαφορετικό από το γεννηθήκανε. Είναι ο τρόπος που έρχονται στη ζωή τα νέα Ίκαμπογκ».…στη γη να περπατήσεικαι να μας καλοκαρδίσει.«Αν πεθάνω θλιμμένο και απελπισμένο, τα μωρά μου δεν θα ζήσουν. Ένα Ίκαμπογκ δεν μπορεί να ζήσει χωρίς ελπίδα. Είμαι το τελευταίο Ίκαμπογκ που έχει μείνει και ο Γεννηθάνατός μου θα είναι ο πιο σημαντικός…Όλα μας τα προβλήματα ξεκίνησαν από τον κακό Γεννηθάνατο, ξέρεις».
Είναι αλήθεια ότι τα καλά βιβλία μιλούν και για προβλήματα. Μιλούν, όμως, και εμπνέουν τους ανθρώπους να υπερνικήσουν τα προβλήματα. Το Ίκαμπογκ δεν είναι ένα παιδικό βιβλίο. Είναι ένα βιβλίο για όλους τους σκεπτόμενους ανθρώπους. «Μερικές φορές -δεν ξέρω πώς- άνθρωποι που ζουν πολλά χιλιόμετρα μακριά συνειδητοποιούν ότι έχει έρθει η ώρα να δράσουν. Ίσως οι ιδέες να ταξιδεύουν όπως η γύρη στο αεράκι». Το Ίκαμπογκ είναι το αεράκι. Όπως και το βιβλίο. Ένα βιβλίο, το ΠΡΩΤΟ βιβλίο της νέας χρονιάς που θα μας θυμίσει ότι: «οι άνθρωποι -οι περισσότεροι, τέλος πάντων- δεν είναι σκληροί ούτε κακοί. Είναι περισσότερο θλιμμένοι και κουρασμένοι, Ίκαμπογκ. Κι αν σε ήξεραν, αν ήξεραν την καλοσύνη σου, την ευγένειά σου, ότι το μόνο που τρως είναι μανιτάρια, θα καταλάβαιναν πόσο ανόητο είναι να σε φοβούνται».
Άγιος Βασίλης έρχεταικι όλους μας καλοδέχεται…
Ο βιβλιοπώλης της Γάζας του Rachid Benzine | Λευτέρης Αναγνωστόπουλος
Με τη δικαιολογία ότι πολεμά την τρομοκρατία, η κυβέρνηση του Ισραήλ διαπράττει γενοκτονία σε ζωντανή μετάδοση. Τα επόμενα χρόνια, όπως γίνεται σε όλες τις γενοκτονίες και τα ολοκαυτώματα, αυτοί που κάνουν πλάτες σε κυβερνήσεις σαν και αυτή, είτε πολιτικά πρόσωπα είτε πολίτες συνειδητοί και ασυνείδητοι, θα εμφανιστούν δημόσια και θα ισχυριστούν πως πάντα ήταν ενάντια στα εγκλήματα κατά των Παλαιστινίων. Αφού δεν θα έχει μείνει τούβλο στη θέση του από τις βόμβες, κάποιοι θα πουν ότι δεν ήξεραν, ότι δεν καταλάβαιναν, ότι δεν είχαν ιδέα.
Αν αυτές οι δικαιολογίες δεν λειτουργούσαν πριν από ογδόντα χρόνια, δεν βλέπω πώς μπορούν να λειτουργούν στον 21ο αιώνα, παρά μόνο όταν εμείς οι ίδιοι τις επιτρέπουμε. Γενοκτονία σε ζωντανή μετάδοση σημαίνει πως είναι χρέος μας να ενημερωνόμαστε για τα αποτρόπαια εγκλήματα που συμβαίνουν στη Γάζα και να ερχόμαστε σε επαφή με ιστορίες που φανερώνουν το βάθος της φρίκης. Ο Βιβλιοπώλης της Γάζας είναι μια απ’ αυτές τις ιστορίες, ώστε να μην μπορεί κανείς να πει αργότερα «δεν ήξερα». Όλοι ξέρουμε.
Το φθινόπωρο του πατριάρχη του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες | Κωστής Καλογρούλης
Η αλλαγή πολιτικών τάσεων της κοινής γνώμης είναι κάτι λογικό και μάλιστα ευπρόσδεκτο, ακόμα κι αν δεν μας αρέσει η κατεύθυνση που αυτές παίρνουν. Μπορώ επίσης να κατανοήσω, όσο κι αν με ενοχλεί, την εξουσία απολυταρχικών καθεστώτων σε χώρες με μηδενική παράδοση δημοκρατικών θεσμών, χώρες στις οποίες η απουσία ισχυρής κεντρικής εξουσίας έχει αποδεδειγμένα καταλήξει σε αιματοβαμμένο χάος. Όμως αυτό που είναι πραγματικά επικίνδυνο είναι όταν δυτικές χώρες με φιλελεύθερες δημοκρατίες που αποτελούν προϊόν αιώνων πολιτικής εξέλιξης αρχίζουν να διολισθαίνουν προς μία κανονικοποίηση μίας δικτατορικής αισθητικής και αρχής, η οποία απειλεί να εκτροχιάσει κατακτήσεις που με τόσο κόπο θεσμοθετήθηκαν.
Γι’ αυτό και θα διαβάσω την επανέκδοση ενός βιβλίου που δεν έτυχε να διαβάσω στο παρελθόν, Το φθινόπωρο του πατριάρχη του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, ένα μυθιστόρημα που γράφτηκε το 1975 με θέμα έναν δικτάτορα μιας χώρας της Καραϊβικής. Ναι μεν ο Μάρκες γράφει για έναν παλιομοδίτικο δικτάτορα παλιάς κοπής, όμως οι δομές της εξουσίας και ιδιαίτερα ο διαβρωτικός της εθισμός είναι διαχρονικά χαρακτηριστικά που άπτονται της ανθρώπινης φύσης και άρα πάντα επίκαιρα.
Το μήλο δεν έπεσε κάτω από τη Μηλιά του Κώστα Εξαρχέα | Δήμητρα Κοκκώνη
Σκοπεύω να ξεκινήσω τη νέα αναγνωστική χρονιά μου με Το μήλο δεν έπεσε κάτω απ’ τη Μηλιά του Κώστα Εξαρχέα. Η ελληνική λαογραφία μου τραβούσε πάντα το ενδιαφέρον, και ένα ταξίδι στη Μάνη της δεκαετίας του ‘80 μοιάζει ιδανικό. Θεωρώ πως πρέπει να μελετάμε τις προηγούμενες γενιές, για να καταλάβουμε τι κουβαλάμε και με τι παλεύουμε. Αξίες και στερεότυπα που δεν αμφισβητούμε, όμως ούτε αναγνωρίζουμε μέχρι να δούμε το είδωλό μας στον καθρέπτη: ιστορίες που ακούσαμε ξανά και ξανά, φωνές και σιωπές που κληρονομήσαμε, συμπεριφορές που – δεν θυμόμαστε πότε και γιατί, αλλά – έγιναν δικές μας.
Θεωρώ πως αυτό το βιβλίο είναι ένας τέτοιος καθρέφτης, ή ένα τέτοιο είδωλο∙ ένας τρόπος, τέλος πάντων, να μελετήσουμε την παράδοση και το συλλογικό παρελθόν μας, χωρίς εξιδανικεύσεις, αλλά με χιούμορ και διάθεση για αλλαγή.
Ο γάτος που έσωσε τη βιβλιοθήκη του Sosuke Natsukawa | Ελένη Κουτσιλαίου
Το πρώτο βιβλίο που σκέπτομαι να διαβάσω στην αυγή της νέας χρονιάς έχει τίτλο: Ο γάτος που έσωσε τη Βιβλιοθήκη του Γιαπωνέζου πολυβραβευμένου συγγραφέα SOSUKE NATSUKAWA. Αποτελεί την πολυαναμενόμενη συνέχεια του βιβλίου «Ο γάτος που έσωζε τα βιβλία». Οι βιβλιοθήκες είναι συναρπαστικοί τόποι και τα βιβλία μοιάζουν με καράβια που μπορούν να σε ταξιδέψουν παντού. Η Νανάμι ένα κορίτσι στο ξεκίνημα της εφηβείας που πάσχει από χρόνιο άσθμα και έχει περιορισμούς λόγω της εύθραυστης υγείας της καταφεύγει στη μεγάλη βιβλιοθήκη της πόλης της όπου περνά μεγάλο μέρος της ημέρας της αφού λατρεύει τη λογοτεχνία. Κάτι παράξενο, όμως, αρχίζει να συμβαίνει στην τεράστια, παλιά βιβλιοθήκη όπου αρχίζουν να εξαφανίζονται εμβληματικά λογοτεχνικά βιβλία. Στην αρχή η Νανάμι, παρατηρώντας τα άδεια ράφια νομίζει ότι όλο και περισσότεροι κάτοικοι δανείζονται βιβλία. Όμως η σκέψη της αυτή αποδεικνύεται ανεδαφική. Κάτι άλλο, κάτι παράξενο συμβαίνει. Άραγε πού χάθηκαν «Οι Είκοσι χιλιάδες λεύγες κάτω από τη Θάλασσα»; Γιατί παραμένουν άφαντα «Ο κύριος-Κουκουβάγιος» και το «Φρέντερικ»; Πού εξαφανίστηκαν τα «Κάτω από τον τροχό» του Έσσε και «Ο γέρος και η θάλασσα» του Χέμινγουέι;…Λοιπόν το θέμα είναι σοβαρό…Τα βιβλία εξαφανίζονται κάθε φορά που επισκέπτεται τη βιβλιοθήκη ένας μυστηριώδης άνδρας γεροδεμένος με γκρι κοστούμι και παλιομοδίτικη γκρι, κυνηγετική τραγιάσκα. Και, παρόλο που η συμπεριφορά του δεν είχε τίποτα το περίεργο…η Νανάμι το ένιωσε. «Αυτός είναι…Αυτός είναι ο κλέφτης», σκέφτηκε. Στην προσπάθειά της να τον ακολουθήσει θα πάθει μια έντονη κρίση άσθματος την οποία προσπαθεί να κατασιγάσει. Και τότε ακούει μια φωνή: «Είσαι εντάξει; Έδειξες να ζορίζεσαι τώρα δα». Η φωνή προερχόταν από έναν μεγάλο, δεμένο γάτο, με πλούσια γούνα πορτοκαλο-καφέ. Τον Τίγρη. Έναν γάτο που μιλάει με ανθρώπινη λαλιά και σώζει βιβλία… Και τότε ξεκινάει η περιπέτεια. Μια περιπέτεια με τρυφεράδα, χιούμορ και πολλά βιβλία; Άραγε η Λογοτεχνία μπορεί να μας σώσει;
Για τι μιλάω όταν μιλάω για το τρέξιμο του Χαρούκι Μουρακάμι | Ζωή Λυμπέρη
«Για μένα το τρέξιμο είναι άσκηση και ταυτόχρονα μεταφορά. Με το να τρέχω καθημερινά, με το να συσσωρεύω αγώνες σταδιακά τοποθετώ τον πήχη υψηλότερα και όταν καταφέρνω να ξεπερνώ το κάθε επίπεδο, ανεβαίνω ψηλότερα…Το ζητούμενο είναι κατά πόσο κατάφερα να βελτιωθώ σε σχέση με χθες. Στους αγώνες μεγάλων αποστάσεων ο μόνος αντίπαλος που καλείσαι να νικήσεις είναι ο εαυτός σου, η προηγούμενη εκδοχή σου», γράφει ο Χαρούκι Μουρακάμι στο βιβλίο του «Για τι μιλάω όταν μιλάω για το τρέξιμο» και σκέφτομαι πόσο αποκαλυπτικό θα ήταν να μπορούσαμε να μας βρούμε ανάμεσα σε αυτές τις φράσεις σε κάθε νέα χρονιά που ξεκινά. Στο τρέξιμο, κυριολεκτικά ή μεταφορικά, στην κίνηση σώματος και μυαλού, με λίγο πιο αυξημένα τα επίπεδα στις «ορμόνες της χαράς», στη δράση, στην αφοσίωση, στους στόχους, στα στοιχήματα, μακριά από την αδράνεια, ακόμα και αν τερματίσουμε στο απλό «τρέχω να προλάβω», στην αιώνια προσπάθεια να συμβαδίσουμε με τους ρυθμούς της καθημερινότητας.
Ο Μουρακάμι δημιουργεί ένα ημερολόγιο προπόνησης, ένα ταξιδιωτικό χρονικό που ξεδιπλώνεται γύρω από την τετράμηνη προετοιμασία του για τον Μαραθώνιο της Νέας Υόρκης το 2005. Μπρος-πίσω στον χρόνο και σε ταξιδεύει από τη Χαβάη στη Νέα Υόρκη, από τους κήπους του ιερού Μέιζι στο Τόκιο μέχρι τον ποταμό Τσαρλς στη Βοστόνη, αλλά κυρίως σε ταξιδεύει στις σκέψεις του, γίνεσαι κομμάτι των σκέψεων ενός ανθρώπου που άρχισε να τρέχει για να διατηρείται σε φόρμα, αφού πούλησε το τζαζ μπαρ του για να αφοσιωθεί στη συγγραφή και έναν χρόνο αργότερα, είχε ολοκληρώσει μόνος του τη διαδρομή Αθήνα-Μαραθώνας. Και τελικά η αφήγησή του σχηματίζει σχεδόν ολοκάθαρα μπροστά σου πόσο καθοριστικό ήταν το τρέξιμο για τη ζωή αλλά και τη γραφή του.
Το τσίμπημα της μέλισσας του Paul Murray | Πέπη Νικολοπούλου
Το τσίμπημα της μέλισσας παρακολουθεί μια οικογένεια που μοιάζει τρελά με πολλές που ξέρω, ίσως και με τη δική μου σε κάποιες σκοτεινές πιθανές εκδοχές της. Η οικογένεια Μπαρνς βρίσκεται παγιδευμένη σε μια αλυσίδα ατυχών γεγονότων. Ο Ντίκι, ο πατέρας, βλέπει την άλλοτε επικερδή αντιπροσωπεία αυτοκινήτων του να καταρρέει μέσα στην οικονομική κρίση της Ιρλανδίας. Αντί όμως να βρει τρόπους να σταθεί στα πόδια, χάνεται καθημερινά μέσα στο δάσος, λες και η φύση μπορεί να του εξαφανίσει μαγικά όσα δεν αντέχει να κοιτάξει. Η Ιμέλντα, η μητέρα, προσπαθεί να κρατήσει την οικογένεια ζωντανή πουλώντας τα κοσμήματά της στο eBay ενώ η Κας, η κάποτε άριστη και πειθαρχημένη έφηβη κόρη, αναλώνεται σε βραδινές εξόδους, ποτό και μικρές εξεγέρσεις, πριν από τις εξετάσεις για το Πανεπιστήμιο. Και ο μικρός ΠιΤζέι, μόλις δώδεκα, παραμελημένος και φοβισμένος, φτάνει στο σημείο να σχεδιάζει ακόμη και την απόδρασή του από το σπίτι. Τι έγινε και ένα-ένα τα κομμάτια αυτής της οικογένειας χάθηκαν από τη θέση τους; Πώς μέσα σε μια και μόνο στιγμή, η βοήθεια σε λάθος άνθρωπο και μια μέλισσα κάτω από ένα νυφικό πέπλο μπορούν να εκτρέψουν τη ροή μιας ζωής;
Διαλέγω αυτό το βιβλίο για τον πρώτο μήνα της νέας χρονιάς γιατί με γεμίζει σκέψεις: πόσο εύκολα μπορεί μια οικογενειακή ιστορία να ξεφύγει από την πορεία της, πόσο γρήγορα μπορεί να στραβώσει κάτι που θεωρούσες σταθερό. Διαβάζοντάς το, θέλω να ξορκίσω αυτές τις πιθανές κακοτοπιές και να ευχηθώ στον εαυτό μου και στους γύρω μου ένα έτος πιο γλυκό, πιο τρυφερό. Ένα βιβλίο σαν ευχή για να βρίσκουμε τρόπους να μένουμε μαζί, ακόμη κι όταν όλα γύρω μοιάζουν έτοιμα να διαλυθούν.
Mick Jagger του Philip Norman | Μύριαμ Παρασκευοπούλου
Χριστουγεννιάτικο ανάγνωσμα για μένα σημαίνει ένα ωραίο μουσικό βιβλίο με το βινύλιο στο πικάπ και την πιατέλα με τα μελομακάρονα δίπλα. Φέτος η βιογραφία του Mick Jagger λαμπύρισε ανάμεσα σε πολλούς τίτλους των εκδόσεων Ψυχογιός και μετά από 63 χρόνια ασταμάτητης, ανεξάντλητης και αειθαλούς πορείας θεώρησα χρέος μου να εντρυφήσω στις 640 σελίδες του Philip Norman, ο οποίος σκιαγραφεί τη ζωή και την πορεία του μεγαλύτερου ροκ σταρ όλων των εποχών! Ο Norman παρακολουθεί τον Jagger από τα παιδικά του χρόνια στην Αγγλία, εστιάζοντας στη διαμόρφωση της προσωπικότητας και των φιλοδοξιών του, μέχρι την εκρηκτική άνοδο των Rolling Stones και τη μετατροπή τους σε παγκόσμιο φαινόμενο. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη χαρισματική σκηνική παρουσία του Jagger, την επιχειρηματική του ευφυΐα και τον ρόλο του ως βασικού δημιουργικού πυρήνα του συγκροτήματος. Παράλληλα, ο συγγραφέας δεν αποφεύγει να αναφερθεί στις αντιφάσεις του χαρακτήρα του: την ανάγκη για έλεγχο, τις έντονες προσωπικές του σχέσεις, τα σκάνδαλα και τη συνεχή πάλη ανάμεσα στη δημόσια εικόνα και την ιδιωτική ζωή. Η βιογραφία εξετάζει επίσης το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο των δεκαετιών του ’60 και του ’70, αναδεικνύοντας πώς ο Jagger έγινε σύμβολο επανάστασης, σεξουαλικής απελευθέρωσης και πολιτισμικής αλλαγής.
Το βιβλίο του Philip Norman παρουσιάζει τον Mick Jagger όχι μόνο ως ροκ σταρ, αλλά ως μια σύνθετη προσωπικότητα που επηρέασε βαθιά τη μουσική και τη λαϊκή κουλτούρα. Όπως καταλαβαίνεται οι 640 σελίδες δεν είναι κάτι που εύκολα διαχειρίζεται κάποιος, ειδικά με τη λεπτομερή ανάλυση του συγγραφέα για το παραμικρό λιθαράκι που διαμόρφωσε και διατήρησε τον ΜJ στην κορυφή της αποδοχής και των φαν αλλά και της γενικότερης μουσικόφιλης παγκόσμιας κοινότητας.
Πίπη Φακιδομύτη της Άστριντ Λίντγκρεν | Κατερίνα Παρρή
Στη νέα πραγματικότητα των τελευταίων ετών, όσα δηλαδή φέρνει με δύναμη η έλευση ενός παιδιού αλλά και στην προσπάθεια να θυμηθώ τα ξεχασμένα καθαρά κομμάτια του παιδικού εαυτού μου, διαλέγω να με βρει ο νέος χρόνος με την «Πίπη Φακιδομύτη» της Άστριντ Λίντγκρεν. Στο νέο επετειακό τόμο που κυκλοφορεί υπάρχουν και τα τρία βιβλία με την ηρωΐδα, ογδόντα χρόνια μετά την πρώτη τους έκδοση. Η Πίπη Φακιδομύτη είναι αυτό το σπουδαίο κορίτσι με το πιο σπουδαίο πάνω της να είναι η δύναμή της. Πριν ακόμα μιλήσει όλοι την κοιτούν, γιατί πολύ απλά δεν είναι σαν όλους τους άλλους. Έχει καροτί μαλλί, το πρόσωπό της είναι γεμάτο φακίδες, φοράει ένα φόρεμα φτιαγμένο από τα χέρια της με μικρά κόκκινα μπαλώματα πάνω του και στα ψηλά καλαμένια της πόδια, στο ένα της φοράει μια καφέ κάλτσα και στο άλλο μια μαύρη. Κυκλοφορεί με μαύρα τεράστια παπούτσια κι ένα πιθηκάκι στον ώμο της. Τα δυνατά της χέρια, με δύναμη από την ψυχή της, μπορούν και σηκώνουν ψηλά δυο αστυνομικούς που θεωρούν ότι η ίδια δεν έχει το δικαίωμα να κάνει ό,τι της κατεβαίνει στο κεφάλι. Η Πίπη Φακιδομύτη μπορεί και τα βάζει με πέντε άτομα μια συμμορίας, λέγοντάς τους πώς δεν είναι σωστό πέντε να τα βάζουν με έναν.
Είμαι κάπου στην εκατοστή σελίδα της κι έχω πολλές ακόμα ιστορίες για την Πίπη που αφοπλίζει τους πάντες με την τρομερή της φαντασία, την ίδια στιγμή που αυτή είναι και η δύναμή της για να μπορεί να ζει τη ζωή αλλιώς, χωρίς οδηγίες και φροντίδα από γονείς. Η Πίπη Φακιδομύτη είναι ένας ύμνος για όλα τα ξεχωριστά παιδιά, αυτά που αύριο ως ενήλικες θα τα κοιτούν περίεργα, θα ξεβολεύουν με την αλήθεια τους τη νόρμα, αλλά κυρίως για όλα τα απίθανα κορίτσια, επ’ ουδενί «καλά» κορίτσια. Αυτά που προσπαθούν να είναι ατρόμητα με δυνατά χέρια και κάνουν ό,τι γουστάρει το «είναι» τους.
Ομέρο ο κρυφός γιος του Χρήστου Μαρκογιαννάκη | Στέλιος Παρρής
Επιλέγω το Ομέρο, ο κρυφός γιος του Χρήστου Μαρκογιαννάκη ως την πρώτη μου ανάγνωση για το 2026, γιατί πρόκειται για ένα βιβλίο που δεν ζητά να σε κερδίσει με τον θόρυβο της πλοκής μα με τη σιωπή που κουβαλά. Είναι ένα μυθιστόρημα που μπορεί και να είναι αλήθεια, μπορεί αυτό όντως να ήταν ο κρυφός γιος – καρπός του έρωτα μιας Κάλλας και ενός Ωνάση, μεταξύ μας θα ήθελα να είναι. Ένα μυθιστόρημα που χτίζεται πάνω σε υπόγειες εντάσεις, οικογενειακά μυστικά και ερωτήματα ταυτότητας. Δεν είναι ένα ιστορικό σκηνικό μα μια βαθιά ανθρώπινη συνθήκη. Ο Χρήστος Μαρκογιαννάκης παραθέτει τα χειρόγραφα που του παραχώρησε ένας άντρας που γνώρισε στο Παρίσι, τα οποία αφηγούνται την ιστορία της ζωής του. Ενός παιδιού που μεγαλώνει στη σκιά, ενός κρυφού γιου με τρόπο λιτό. Με γραφή που αποφεύγει τις συγκινήσεις και επιμένει στο ψυχολογικό βάθος. Η απουσία, η απόσταση και η αποσιώπηση διαμορφώνουν χαρακτήρες και ζωές.
Το βιβλίο δεν εξηγεί τα πάντα, αφήνει όμως τον χώρο στον αναγνώστη να συμπληρώσει, να υποψιαστεί, να σταθεί στα κενά και να πει «Λες να είναι αλήθεια; Λες να υπήρξε όντως αυτός ο κρυφός γιος»; Το επέλεξα γιατί με ενδιαφέρουν τα βιβλία που ανοίγουν ερωτήματα αντί να κλείνουν αφηγήσεις. Το Ομέρο, ο κρυφός γιος είναι ένα τέτοιο βιβλίο: ήσυχο, σκοτεινό, επίμονο και γι’ αυτό ακριβώς αξίζει να ξεκινήσει κανείς μαζί του μια νέα αναγνωστική χρονιά.
Το Μυστικό των Μυστικών του Dan Brown | Σοφία Τριάντου
Διάλεξα Το Μυστικό των Μυστικών του Dan Brown, γιατί ανήκει σε εκείνη την κατηγορία βιβλίων που δημιουργούν προβληματισμούς και σκέψεις, μέσα από τον συνδυασμό λογοτεχνίας, γνώσης και αλήθειας. Με ενδιέφερε ένα βιβλίο που να διαβάζεται όχι με εύκολο ρυθμό, αλλά με το αίσθημα της ανίχνευσης· να γεννά ερωτήματα γύρω από την έννοια της αλήθειας, της πληροφορίας και της εξουσίας της γνώσης. Κυρίως το ερώτημα «ποια είναι η αλήθεια» είναι αυτό που με εξελίσσει και με κρατά σε εγρήγορση ως αναγνώστρια.
Ο Dan Brown φαίνεται να έχει μια ιδιαίτερη σχέση με τα σύμβολα, τα κρυμμένα νοήματα και τις ιδέες που ταξιδεύουν μέσα στον χρόνο. Εξαιρετικά ενδιαφέρον! Δεν τον διάλεξα επειδή υπόσχεται απαντήσεις, αλλά επειδή προκαλεί περιέργεια και μια γλυκιά ανησυχία, που σε ωθεί να ψάξεις ακόμη περισσότερο. Η αφήγησή του λειτουργεί περισσότερο ως πρόσκληση για σκέψη παρά ως αμφισβήτηση. Τα βιβλία του Dan Brown λειτουργούν συχνά ως αφετηρία για επιπλέον αναζήτηση σε ιστορικά γεγονότα, φιλοσοφικά ερωτήματα ή επιστημονικές θεωρίες. Σε μια εποχή που η πληροφορία είναι άφθονη αλλά πολλές φορές γεννά αμφισβήτηση, με ενδιαφέρουν τα έργα που με ωθούν να σταθώ, να σκεφτώ και να συνδέσω διαφορετικά πεδία γνώσης. Αυτό το στοιχείο της σύνδεσης ιδεών είναι για μένα το πιο ουσιαστικό. Το Μυστικό των Μυστικών δεν περιορίζεται στη δράση, αλλά χρησιμοποιεί τη μυθοπλασία ως μέσο για ευρύτερους προβληματισμούς. Τελικά, το διάλεξα γιατί ήθελα ένα βιβλίο που να συνδυάζει αφήγηση και ιδέες, να διαβάζεται με ενδιαφέρον αλλά να αφήνει μια διάθεση για σκέψη και αναζήτηση. Όχι να κλείνει ερωτήματα, αλλά να ανοίγει.
The post Ποιο βιβλίο επιλέγεις να διαβάσεις πρώτο με την έλευση του νέου έτους; Οι συντάκτες του ελculture επιλέγουν την πρώτη ανάγνωση του 2026 appeared first on ελculture – Θέατρο, Μουσική, Τέχνη & Πολιτισμός.
Διαβάστε περισσότερα
