Τελευταία νέα
Γεραπετρίτης για ουκρανικό drone στη Λευκάδα: «Φυσικά και δεν είναι λήξαν το θέμα» Πρόεδρος Κούβας: Οποιαδήποτε επίθεση των ΗΠΑ θα οδηγήσει σε αιματοχυσία Γ. Γεραπετρίτη στην Άγκυρα: Η «Γαλάζια Πατρίδα» δεν έχει έρεισμα στο Διεθνές Δίκαιο Μητσοτάκης: Οι ανακατατάξεις στην ευρύτερη περιοχή μπορεί να δημιουργήσουν νέες ευκαιρίες για τον ελληνικό τουρισμό ΗΠΑ: Άδεια 30 ημερών για πρόσβαση στο ρωσικό πετρέλαιο Κωνσταντοπούλου για Τζαβέλλα και Δεμίρη: “Μπορούν να κινηθούν βουνά” στη μάχη για τις υποκλοπές Βενιζέλος: Η Ελλάδα θα πρέπει να προχωρήσει στην οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών και να αναλάβει πρωτοβουλίες Μετά του Αγίου Πνεύματος οι αποφάσεις Μητσοτάκη για τον νέο γραμματέα της ΝΔ – Ανοιχτό αν θα είναι βουλευτής ή εξωκοινοβουλευτικός Global Sumud Flotilla: Συγκέντρωση διαμαρτυρίας έξω από το υπουργείο Εξωτερικών [εικόνες – βίντεο] Βουλή: Επεισόδιο Άδωνι-Σαλμά για «στημένο διαγωνισμό» και ιδιωτικά συμφέροντα Παύλος Πολάκης μετά την διαγραφή του από την ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ: «Το πιο σύντομο ανέκδοτο ότι είμαι ανεξάρτητος βουλευτής» «Πράσινο φως» στο deal Μασούτης- Κρητικός: Τα 53 καταστήματα που εξαιρούνται
Efsyn.gr

«Πολίτες Β’ κατηγορίας»: Μετρώντας ξανά τη θερμοκρασία της δημοκρατίας

Σχεδόν μισό αιώνα μετά το πρώτο ανέβασμά του στην Ελλάδα από το ζεύγος Καζάκου – Καρέζη (το πρώτο μάλιστα στο ιστορικό θέατρο), οι «Πολίτες Β’ κατηγορίας» του Μπράιαν Φρίελ επιστρέφουν στην ίδια ακριβώς σκηνή κουβαλώντας μαζί τους κάτι περισσότερο από τη μνήμη μιας «ιστορικής παράστασης». Η επιστροφή τους αποκτά χαρακτήρα σχεδόν συμβολικό. Φέρνει πρόσωπο με πρόσωπο δύο διαφορετικές στιγμές της δημοκρατίας μας. Την πρώτη μεταπολίτευση με το ακόμα νωπό τραύμα της δικτατορίας, τα οξυμένα πολιτικά πάθη, τη βαθιά, σχεδόν συγκινητική, πίστη πως η κοινωνία μπορεί να αλλάξει. Και τη δική μας, κυνική, κουρασμένη και εξοικειωμένη με τη διαχείριση της βίας και της κατασκευής της «αλήθειας», εποχή.
Κάπως έτσι το ανέβασμα του ίδιου έργου λειτουργεί σαν άτυπο δημοκρατικό «τεστ». Αν οι «Πολίτες Β’ κατηγορίας» μάς φαίνονταν σήμερα παλιοί ή ξεπερασμένοι, αυτό θα σήμαινε πως η δημοκρατία μας είχε πλέον ωριμάσει αρκετά· πως είχε κατορθώσει να αφήσει πίσω της τα σκοτάδια που γέννησαν το ιρλανδικό έργο. Κι όμως. Η ανατριχιαστική επικαιρότητά τους αποτελεί τη μάλλον δυσάρεστη ένδειξη πως πολλά από τα ερωτήματα εκείνης της εποχής εξακολουθούν να μας αφορούν: ποιος ορίζει την αλήθεια, ποιος βαφτίζεται «επικίνδυνος», ποιος έχει δικαίωμα στον δημόσιο λόγο και τελικά ποιος μετατρέπεται σιωπηρά σε «πολίτη δεύτερης κατηγορίας»;
Το ίδιο το έργο του Φρίελ, γραμμένο το 1973 στον απόηχο της «Ματωμένης Κυριακής» (της σφαγής άοπλων διαδηλωτών από τον βρετανικό στρατό στο Ντέρι της Βόρειας Ιρλανδίας το 1972), παραμένει ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά κείμενα του σύγχρονου ευρωπαϊκού θεάτρου. Τρεις καθημερινοί άνθρωποι βρίσκονται τυχαία παγιδευμένοι στο δημαρχείο μιας πόλης ύστερα από τη βίαιη καταστολή μιας διαδήλωσης στην οποία αυτοί συμμετείχαν αγωνιζόμενοι για τα πολιτικά τους δικαιώματα. Η εξουσία βέβαια θα τους παρουσιάσει σαν τρομοκράτες· μα ο θεατής γνωρίζει ότι πρόκειται για απλούς ανθρώπους, για μικρές και εύθραυστες υπάρξεις που βρέθηκαν στη σωστή πλευρά της Ιστορίας τη λάθος στιγμή. Δεν πρόκειται για τίποτα «άμμο στα γρανάζια» του συστήματος. Οι δύσμοιροι είναι μάλλον η δυσάρεστη σκόνη που κάθισε στα παπούτσια του.
Η παράσταση της Τζένης Κόλλια προφανώς δεν αντιμετωπίζει το έργο σαν ιστορικό μνημείο, αλλά ως ζωντανό και ανοιχτό πεδίο πολιτικής συνομιλίας με το σήμερα, μεταφέροντας ευδιάκριτα τη δράση του στην ελληνική εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών χωρίς να εγκαταλείπει τον αρχικό πυρήνα. Τα εξελληνισμένα ονόματα των ηρώων του -Αλέξης, Παύλος, Λέλα- δύσκολα μπορούν να θεωρηθούν τυχαία· λειτουργούν σαν διακριτικά πολιτικά ίχνη που παραπέμπουν σε σκοτεινές και ανεπούλωτες στιγμές της πολύ πρόσφατης ιστορίας μας. Η παράσταση αφήνει να αιωρούνται μνήμες της αστυνομικής βίας, της κοινωνικής έκρηξης, των νεκρών που μετατράπηκαν σε πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης, όσο και των δημόσιων αφηγημάτων που ακολούθησαν. Χωρίς διδακτισμό και με σαφή πολιτική στόχευση, η Κόλλια μετατρέπει το ιρλανδικό εθνικοαπελευθερωτικό έργο του ’73 σε μια παράσταση που συνομιλεί με την ελληνική εμπειρία τού σήμερα.
Τρυφερότητα
Κι όμως παρά τη μεταφορά της στο «εδώ και τώρα» η παράσταση διατηρεί ακόμα ανέπαφη τη θεατρική πολυσημία του συγγραφέα. Το θέατρο-ντοκουμέντο συνυπάρχει κι εδώ έντονα με την αποστασιοποίηση του επικού θεάτρου· η πολιτική καταγγελία τέμνεται συνεχώς με στιγμές πικρού χιούμορ, ενώ η τρυφερότητα που αναβλύζει από το κενό είναι και πάλι σχεδόν μπεκετική. Οι ήρωες μοιάζουν εγκλωβισμένοι όχι μόνο σε ένα δημαρχείο, αλλά μέσα στις ίδιες τις γλώσσες που μιλούν γι’ αυτούς η εξουσία, τα δελτία των ειδήσεων, οι κρατικές ανακοινώσεις, οι φορείς της δημόσιας ηθικής. Την ίδια ώρα στην παράσταση παρεμβάλλεται ο λόγος κάποιου κοινωνιολόγου (Αμερικανού στο πρωτότυπο), ο οποίος λειτουργεί και αυτός ως θεωρητικός υποβολέας της εξουσίας: εκπροσωπεί τον μηχανισμό του ιδεολογικού εξωραϊσμού της βίας μέσω της περίφημης «κουλτούρας της φτώχειας», ενώ ταυτόχρονα κατασκευάζει νέα, πιο βολικά στερεότυπα για όσους βρίσκονται απέναντι από το σύστημα.
Η σκηνοθεσία της Κόλλια κινείται με ένταση, νεύρο και εμφανή πολιτική στόχευση. Δεν νομίζω πως η πρότασή της αναζητά κάποια «λεπτότητα»· από τις πρώτες κιόλας στιγμές οικοδομείται μια αίσθηση ασφυξίας, σαν οι ήρωες να βρίσκονται ήδη παγιδευμένοι σε έναν καφκικό μηχανισμό που έχει αποφασίσει εκ των προτέρων την ενοχή τους. Το αποτέλεσμα φέρνει στο θέατρο ένα ενεργό κύτταρο πολιτικού θεάτρου που δεν ενδιαφέρεται απλώς να αφηγηθεί, αλλά ζητά να παρέμβει, να ενοχλήσει, να ενεργοποιήσει αντανακλαστικά των θεατών/μαρτύρων του.
Ιδιαίτερα ουσιαστική αποδεικνύεται γι’ αυτό η δραματουργική επεξεργασία της ίδιας της σκηνοθέτριας και του Μιχάλη Σιώνα, όπως και η μετάφραση του τελευταίου που κατορθώνει να μεταφέρει το έργο στη σκληρή, σημερινή γλώσσα. Τα σκηνικά και τα κοστούμια του Πάρη Μέξη δημιουργούν έναν χώρο ψυχρό και δημόσιο, σχεδόν απάνθρωπο, όπου τα σώματα μοιάζουν διαρκώς εκτεθειμένα. Είναι φαντάζομαι ενδεικτικό πως απουσιάζουν εντελώς οι «στολές» από τη σκηνή (στρατιωτικοί, ασφαλίτες, δικαστικοί, δημοσιογράφοι): αντικαθίστανται από τα φουτουριστικού τόπου ατσαλάκωτα κοστούμια των τεχνοκρατών που κουβαλούν το καφκικό πρόσωπο της σύγχρονης (εκλεπτυσμένης και πιο «στυλάτης») εξουσίας. Οι φωτισμοί της Στέλλας Κάλτσου ενισχύουν την ίδια αίσθηση διαρκούς επιτήρησης, ενώ η μουσική του Αλέξανδρου Καζάκου συνομιλεί οργανικά με τη γενικότερη πολιτική ατμόσφαιρα της παράστασης.
Οργισμένη γενιά
Υπάρχει μάλιστα και μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα παρέμβαση. Στην οθόνη προβάλλονται τραγούδια των Baildsa, τα οποία εισάγουν στη δράση τον παλμό της σύγχρονης, οργισμένης γενιάς, μεταφέροντας την ασφυξία, τη διάψευση και επιθετική ενέργεια ενός κοινωνικού σώματος νεανικού και διαρκώς αποκλεισμένου από τους μηχανισμούς εκπροσώπησης.
Στο επίπεδο των ερμηνειών ο Αργύρης Λάμπρου δίνει στον ήρωά του, τον φοιτητή «Αλέξη», μια μορφή λαϊκής αξιοπρέπειας και τραυματισμένης ευαισθησίας αποφεύγοντας την κάθε εύκολη ηρωοποίηση. Η Βασιλική Διαλυνά, σαν πολύτεκνη μητέρα και αγωνίστρια «Λέλα», κινείται με ένταση ανάμεσα στον φόβο και την ανάγκη για αξιοπρέπεια, ενώ ο Γιάννης Λατουσάκης πλουτίζει τον δικό του «Παύλο» με νευρική, σχεδόν εκρηκτική ενέργεια, που λειτουργεί ως μόνιμη απειλή απορρύθμισης της ισορροπίας. Ο Χρήστος Σαπουντζής αποδίδει θαυμάσια έναν ακροβάτη ισορροπιστή του συστήματος, κάποιον εισαγγελέα που κινείται διαρκώς ανάμεσα στη θεσμική νομιμότητα και τη σιωπηλή συνενοχή, ενώ οι Παναγιώτης Παπαϊωάννου και Τίτος Μακρυγιάννης συμπληρώνουν λειτουργικά το σύμπαν της παράστασης υπηρετώντας με ακρίβεια, μέσα από πολλαπλούς ρόλους, τη διαρκή εναλλαγή ανάμεσα στον δημόσιο, μιντιακό και παρακρατικό λόγο.
Στο τέλος απομένει αυτό: η αίσθηση πως το έργο του Φρίελ δεν επέστρεψε στην ίδια σκηνή για να αφηγηθεί σχεδόν πενήντα χρόνια μετά μόνο μια παλιά και δυσάρεστη ιστορία. Οτι γύρισε για να μετρήσει τη θερμοκρασία της δικής μας δημοκρατίας. Και αυτή μοιάζει ακόμη ανησυχητικά υψηλή.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...