Του Κωνσταντίνου Στ. Δεριζιώτη
Πολύ φοβάμαι ότι στον ελληνικό Τουρισμό έχουμε μαζέψει εσχάτως τόσους προστάτες, αυτόκλητους σωτήρες, τιμητές και κάθε λογής «θεματοφύλακες», που είναι πλέον πολύ περισσότεροι απ’ όσους μπορούμε να καταναλώσουμε. Και, δυστυχώς, όσο πληθαίνουν αυτοί που διατείνονται ότι ενδιαφέρονται για το καλό του Τουρισμού, τόσο περισσότερο αναρωτιέμαι ποιος τελικά ενδιαφέρεται πραγματικά για τους ανθρώπους που ζουν από αυτόν, εργάζονται σε αυτόν, επενδύουν σε αυτόν και κρατούν ζωντανές τις τοπικές κοινωνίες, φυλώντας Θερμοπύλες.#money-grid-35365{list-style:none;margin:0;padding:0;overflow:hidden;}#money-grid-35365>li{float:left;width:49%;min-width:250px;list-style:none;margin:0 1% 1% 0;;padding:0;overflow:hidden;}#money-grid-35365>li.last{margin-right:0;}#money-grid-35365>li.last+li{clear:both;}@media only screen and (max-width:768px) {#money-grid-35365>li{width:100%;}}
Γιατί έχουμε φτάσει στο εξής παράδοξο: να θεωρείται σχεδόν ύποπτος όποιος επιχειρεί, επενδύει, δημιουργεί θέσεις εργασίας και παράγει πλούτο, αλλά να απολαμβάνει περίπου το φωτοστέφανο του κοινωνικού ευεργέτη όποιος καταγγέλλει, αντιδρά, προσφεύγει, απαιτεί απαγορεύσεις και ανακαλύπτει καθημερινά έναν καινούργιο εχθρό της «βιωσιμότητας».
Και για να μην παρεξηγούμαστε: δεν υποστηρίζω ούτε την αυθαιρεσία, ούτε την ανεξέλεγκτη ανάπτυξη, ούτε την καταστροφή του περιβάλλοντος. Το ακριβώς αντίθετο. Υποστηρίζω τη νομιμότητα, τους αυστηρούς ελέγχους, τον σοβαρό χωροταξικό σχεδιασμό και την προστασία του φυσικού πλούτου. Και αυτό πρεσβεύουν και όλοι οι σοβαροί επιχειρηματίες του Τουρισμού. Αλλά από αυτό το σημείο μέχρι την ιδιότυπη ιδιωτικοποίηση της έννοιας της προστασίας από ορισμένους αυτόκλητους σωτήρες υπάρχει τεράστια απόσταση.
Και εξηγούμαι.
Μήλος: Δεν μας άρεσε η απόφαση; Ας ελέγξουμε όλα τα ξενοδοχεία!
Πριν από λίγες ημέρες έγινε γνωστό ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε την προσφυγή που είχε ασκηθεί κατά της επέκτασης του ξενοδοχειακού συγκροτήματος στην Μήλο. Η απόρριψη έγινε για δικονομικούς λόγους, καθώς η προσφυγή κρίθηκε εκπρόθεσμη, χωρίς το δικαστήριο να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης.
Και αμέσως μετά εμφανίστηκε ο Όμιλος Φίλων Βουνού και Θάλασσας Μήλου, ζητώντας να ελεγχθούν όλες οι οικοδομικές άδειες των ξενοδοχείων τεσσάρων και πέντε αστέρων που έχουν εκδοθεί στο νησί από την 1η Ιανουαρίου 2024. Για την ακρίβεια, όπως προκύπτει από τη σχετική ανακοίνωση, το αίτημα είχε ήδη υποβληθεί στον Δήμο από τον Αύγουστο και επανήλθε δημοσίως μετά την απόφαση του ΣτΕ.
Μάλιστα!
Δηλαδή, επειδή υπάρχουν ενστάσεις για συγκεκριμένες επενδύσεις, πρέπει να μπουν στο μικροσκόπιο συλλήβδην όλες οι μεγάλες ξενοδοχειακές επενδύσεις ενός ολόκληρου νησιού; Και γιατί μόνο τα τετράστερα και τα πεντάστερα; Τα υπόλοιπα κτίρια, οι κατοικίες, οι βίλες και οι κάθε λογής κατασκευές δεν επιβαρύνουν το περιβάλλον; Ή μήπως υπάρχει κάποια ιδιαίτερη περιβαλλοντική ευαισθησία που ενεργοποιείται μόνον όταν εμφανίζεται στην ταμπέλα ένα ξενοδοχείο υψηλής κατηγορίας;
Προφανώς, κάθε άδεια πρέπει να είναι νόμιμη και κάθε καταγγελία με συγκεκριμένα στοιχεία πρέπει να ελέγχεται. Αλίμονο. Όμως οι έλεγχοι οφείλουν να γίνονται με αντικειμενικά κριτήρια, από τις αρμόδιες αρχές και όχι με τη λογική ότι μια ολόκληρη κατηγορία επενδύσεων είναι εκ προοιμίου ύποπτη.
Αλήθεια, ποιος αποφάσισε ότι η επιχειρηματικότητα πρέπει διαρκώς να απολογείται για την ύπαρξή της;
Και κυρίως, ποιος έδωσε σε ορισμένους το αποκλειστικό δικαίωμα να ορίζουν τι επιτρέπεται να γίνει σε ένα νησί και τι όχι;
Μύκονος: Οι νεόκοποι «φίλοι» του νησιού και η επιλεκτική ευαισθησία
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Μυκόνου, όπου κατά καιρούς εμφανίζονται διάφοροι «φίλοι» του νησιού, που ανακάλυψαν ξαφνικά ότι η Kρουαζιέρα αποτελεί πρόβλημα και ότι πρέπει να περιοριστεί δραστικά.
Ποιοι είναι, όμως, ορισμένοι από αυτούς που διεκδικούν σήμερα ρόλο ρυθμιστή του μέλλοντος της Μυκόνου;
Θυμάμαι πολύ καλά την περίοδο μετά τη χρηματιστηριακή έκρηξη των τελών της δεκαετίας του 1990. Τότε που αρκετοί νεόπλουτοι της εποχής, με φρέσκο χρήμα και ακόμη πιο φρέσκες κοινωνικές φιλοδοξίες, ανακάλυψαν τη Μύκονο και έσπευσαν να αποκτήσουν τις πολυτελείς εξοχικές κατοικίες τους.
Η Μύκονος έγινε το απόλυτο σύμβολο κοινωνικής καταξίωσης. Μια βίλα με θέα στο Αιγαίο αποτελούσε το απαραίτητο συμπλήρωμα της επιτυχίας, μαζί με το σκάφος, τα ακριβά αυτοκίνητα και τις κατάλληλες κοινωνικές συναναστροφές.
Και σήμερα, χρόνια αργότερα, βλέπουμε ορισμένους από αυτούς τους νεόκοπους «Μυκονιάτες» να εμφανίζονται ως οι αυθεντικοί θεματοφύλακες της ταυτότητας του νησιού.
Οι άνθρωποι που αγόρασαν ένα σπίτι στη Μύκονο θεωρούν περίπου ότι αγόρασαν και τη Μύκονο ολόκληρη!
Άνθρωποι που περνούν στο νησί δύο ή τρεις εβδομάδες τον χρόνο, που έχουν οργανώσει τη ζωή τους με κέντρο την Αθήνα και που, σε ορισμένες περιπτώσεις, μεταφέρουν μαζί τους ακόμη και τα ψώνια του σούπερ μάρκετ, με τη βοήθεια του οικιακού προσωπικού τους, εμφανίζονται να ενδιαφέρονται βαθύτατα για την τοπική οικονομία.
Μιλάμε για μια συγκεκριμένη νοοτροπία, όχι βεβαίως για όλους τους ιδιοκτήτες εξοχικών κατοικιών.
Γιατί υπάρχει και η κατηγορία εκείνων που αντιμετωπίζουν το νησί ως ιδιωτικό θέρετρο. Θέλουν την ησυχία τους, την αποκλειστικότητά τους, τις ανέσεις τους και, ει δυνατόν, όσο λιγότερους άλλους γύρω τους. Και αποκτούν και δημόσιο λόγο, επειδή “δωρίζουν” … γάζες και οξυζενέ στο τοπικό Κέντρο Υγείας…
Και το καλύτερο;
Οι περισσότεροι δε εξ αυτών, δεν περιορίζονται στην προσωπική χρήση των πανάκριβων κατοικιών τους. Τις διαθέτουν προς ενοικίαση έναντι εξαιρετικά υψηλών τιμημάτων, αξιοποιώντας εμπορικά ακριβώς την τουριστική ζήτηση για τη Μύκονο ολόχρονα. Και οι ενοικιαστές …ενοχλούνται από την “πλέμπα” της Κροαυζιέρας…
Δηλαδή, για να καταλάβουμε: όταν ο Τουρισμός γεμίζει τις δικές μας τσέπες είναι ευλογία, αλλά όταν γεμίζει τα καταστήματα, τα εστιατόρια, τα μουσεία και τα ταμεία των επαγγελματιών του νησιού μετατρέπεται σε κατάρα;
Ωραία αντίληψη περί βιώσιμης ανάπτυξης!
Και ακόμη ωραιότερη αντίληψη περί κοινωνικής δικαιοσύνης.
Η κρουαζιέρα δεν είναι εχθρός. Είναι οικονομική δραστηριότητα με πολλούς αποδέκτες
Ας μιλήσουμε, όμως, και για την ουσία.
Η Κρουαζιέρα στη Μύκονο δεν είναι μια δραστηριότητα που αφορά αποκλειστικά τις μεγάλες ναυτιλιακές εταιρείες. Είναι μια ολόκληρη οικονομική αλυσίδα, η οποία στηρίζει επαγγελματίες και επιχειρήσεις, δημιουργεί απασχόληση και τροφοδοτεί άμεσα ή έμμεσα σημαντικό μέρος της τοπικής αγοράς.
Οι επιβάτες των κρουαζιερόπλοιων επισκέπτονται τα μουσεία, τους αρχαιολογικούς χώρους και, βεβαίως, τη μοναδική Δήλο. Χρησιμοποιούν τα ημερόπλοια που συνδέουν τη Μύκονο με το ιερό νησί, απασχολούν ξεναγούς, μετακινούνται με τουριστικά λεωφορεία, ταξί και άλλα μέσα μεταφοράς, καταναλώνουν σε καταστήματα, καφετέριες και εστιατόρια.
Και πίσω από κάθε μία από αυτές τις δραστηριότητες υπάρχουν άνθρωποι. Οικογένειες. Εργαζόμενοι. Μικρομεσαίες επιχειρήσεις που περιμένουν τη θερινή περίοδο για να εξασφαλίσουν το εισόδημά τους.
Προφανώς, η Κρουαζιέρα πρέπει να οργανώνεται σωστά. Να υπάρχει προγραμματισμός των αφίξεων, διαχείριση των ροών, επαρκής λιμενική υποδομή και μέριμνα για την καθημερινότητα των κατοίκων και των επισκεπτών.
Αυτό, όμως, ονομάζεται διαχείριση προορισμού.
Δεν ονομάζεται απαγόρευση.
Είναι άλλο πράγμα να απαιτείς καλύτερη διαχείριση της κρουαζιέρας και εντελώς διαφορετικό να αντιμετωπίζεις τους επισκέπτες και την οικονομική δραστηριότητα που δημιουργούν ως ανεπιθύμητους εισβολείς.
Και θα είχε πραγματικά ενδιαφέρον να ακούσουμε από τους πολέμιους της κρουαζιέρας μια συγκεκριμένη, κοστολογημένη και σοβαρή πρόταση για το πώς θα αναπληρωθούν τα εισοδήματα των επαγγελματιών που εξαρτώνται από αυτήν.
Θα πληρώσουν εκείνοι τη διαφορά;
Θα αποζημιώσουν τους ξεναγούς, τους ιδιοκτήτες ημερόπλοιων, τους καταστηματάρχες και τους εργαζομένους;
Ή μήπως η βιωσιμότητα αφορά μόνο την προσωπική τους ηρεμία και την ανεμπόδιστη θέα από την πισίνα της βίλας τους;
Το δικό μου σπίτι χτίστηκε. Τώρα απαγορεύεται να χτίσουν οι άλλοι!
Υπάρχει, δυστυχώς, μια διαχρονική ελληνική παθογένεια, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει αποκτήσει ιδιαίτερη ένταση στους δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς.
Πρώτα αγοράζουμε γη. Μετά χτίζουμε. Στη συνέχεια αξιοποιούμε την περιουσία μας και απολαμβάνουμε τα οφέλη που μας προσφέρει η ανάπτυξη μιας περιοχής. Και μόλις ολοκληρώσουμε τη δική μας επένδυση, ανακαλύπτουμε ξαφνικά την ανάγκη να προστατεύσουμε τον τόπο από τις επενδύσεις των άλλων! Αφού χτίσαμε εμείς, να μη χτίσει κανένας άλλος. Αφού αποκτήσαμε τη βίλα μας, να σταματήσει η οικοδομική δραστηριότητα. Αφού εξασφαλίσαμε την αξία της περιουσίας μας, να περιοριστεί η δυνατότητα των υπολοίπων να αξιοποιήσουν τη δική τους. Και αφού αποκομίσαμε τα οφέλη από την εκρηκτική ανάπτυξη ενός τουριστικού προορισμού, να εμφανιστούμε ως οι μεγάλοι πολέμιοι της τουριστικής ανάπτυξης.
Πρόκειται για την αποθέωση της υποκρισίας.
Γιατί, βεβαίως, είναι απολύτως θεμιτό να ζητά κάποιος προστασία του περιβάλλοντος, σεβασμό στο τοπίο και εφαρμογή των νόμων. Δεν είναι όμως καθόλου θεμιτό να διεκδικεί προνομιακή μεταχείριση για τη δική του περιουσία και απαγορεύσεις για τις περιουσίες των άλλων.
Η προστασία του περιβάλλοντος δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι για την προστασία της εμπορικής αξίας της δικής μας βίλας. Ούτε η βιωσιμότητα μπορεί να γίνεται ένα βολικό σύνθημα που προσαρμόζεται κάθε φορά στα προσωπικά συμφέροντα εκείνων που το επικαλούνται.
Ο τουρισμός δεν είναι ιδιωτικό κλαμπ
Το πρόβλημα, κατά τη γνώμη μου, είναι βαθύτερο.
Τα τελευταία χρόνια έχει διαμορφωθεί γύρω από τον ελληνικό Τουρισμό μια ολόκληρη κουλτούρα εύκολης καταγγελίας, επιλεκτικής ευαισθησίας και ανέξοδης αντίδρασης.
Ο καθένας μπορεί να αυτοανακηρυχθεί προστάτης ενός νησιού, μιας παραλίας, ενός οικισμού ή ενός τουριστικού προορισμού. Να αποκτήσει δημόσιο λόγο, να απαιτήσει περιορισμούς, να καταγγείλει επενδύσεις και να εμφανιστεί ως ο μόνος που ενδιαφέρεται πραγματικά για το μέλλον του τόπου.
Χωρίς απαραίτητα να παρουσιάζει μια ολοκληρωμένη αναπτυξιακή πρόταση.
Χωρίς να εξηγεί πώς θα δημιουργηθούν θέσεις εργασίας.
Χωρίς να απαντά πώς θα χρηματοδοτηθούν οι υποδομές.
Και, κυρίως, χωρίς να αναλαμβάνει το παραμικρό κόστος από τις συνέπειες των προτάσεών του.
Αντιθέτως, το κόστος καλούνται να το πληρώσουν οι άλλοι.
Οι επιχειρηματίες που επενδύουν.
Οι εργαζόμενοι που αναζητούν απασχόληση.
Οι νέοι που θέλουν να παραμείνουν στον τόπο τους.
Οι μικρομεσαίοι επαγγελματίες που ζουν από τον τουρισμό.
Και οι τοπικές κοινωνίες, που έχουν ανάγκη από οικονομική δραστηριότητα και προοπτική.
Ας είμαστε επιτέλους σοβαροί.
Η Ελλάδα χρειάζεται καλύτερο τουρισμό, ποιοτικότερες επενδύσεις, σύγχρονες υποδομές, αποτελεσματική προστασία του περιβάλλοντος και πραγματική διαχείριση των προορισμών της.
Χρειάζεται κανόνες που να ισχύουν για όλους. Χρειάζεται κράτος που να ελέγχει, να σχεδιάζει και να αποφασίζει. Χρειάζεται τοπικές κοινωνίες που να συμμετέχουν ουσιαστικά στον σχεδιασμό του μέλλοντός τους.
Δεν χρειάζεται, όμως, περισσότερους αυτόκλητους κηδεμόνες, που θεωρούν ότι η προσωπική τους άποψη αποτελεί νόμο και ότι οι τουριστικοί προορισμοί είναι ιδιωτικά τους κτήματα.
Και κυρίως δεν χρειάζεται κηρύγματα περί βιωσιμότητας από όσους ανακάλυψαν την οικολογική τους συνείδηση αμέσως μόλις ολοκλήρωσαν την οικοδόμηση της δικής τους πισίνας.
Αρκετά με τους αυτόκλητους σωτήρες
Για να τελειώνουμε.
Δεν είναι όλοι όσοι αντιδρούν σε μια επένδυση εχθροί της ανάπτυξης. Ούτε είναι όλοι όσοι υποστηρίζουν μια επένδυση αδιάφοροι για το περιβάλλον.
Υπάρχουν σοβαρές περιβαλλοντικές οργανώσεις, ενεργοί πολίτες και τοπικοί φορείς που έχουν προσφέρει πραγματικό έργο στην προστασία των νησιών μας. Και υπάρχουν ασφαλώς επενδύσεις που πρέπει να ελέγχονται αυστηρά, ακόμη και να απορρίπτονται, όταν παραβιάζουν τη νομοθεσία ή προκαλούν μη αποδεκτή περιβαλλοντική επιβάρυνση.
Αλλά δεν μπορούμε να κλείνουμε τα μάτια μπροστά σε μια άλλη πραγματικότητα: Ότι πίσω από την επίκληση της προστασίας του περιβάλλοντος μπορεί, ορισμένες φορές, να κρύβεται η επιθυμία διατήρησης προνομίων, αποκλειστικότητας και προσωπικής άνεσης.
Ότι κάποιοι θα ήθελαν τα ελληνικά νησιά να παραμείνουν όπως ακριβώς τα φαντάζονται: πανέμορφα, ήσυχα, χωρίς κόσμο, χωρίς νέες επενδύσεις, αλλά με τις δικές τους βίλες στη θέση τους και με τις τιμές των ακινήτων τους στα ύψη.
Και ότι, τελικά, η πιο ενοχλητική μορφή υποκρισίας είναι να εμφανίζεται κανείς ως υπερασπιστής του δημόσιου συμφέροντος, ενώ στην πραγματικότητα υπερασπίζεται πρωτίστως τη δική του ιδιωτική ευκολία.
Ο ελληνικός Τουρισμός δεν έχει ανάγκη από κηδεμόνες.
Δεν έχει ανάγκη από επαγγελματίες της καταγγελίας.
Δεν έχει ανάγκη από νεόκοπους «φίλους» των νησιών, που θέλουν να αποφασίζουν για όλους, αλλά να λογοδοτούν σε κανέναν.
Έχει ανάγκη από σοβαρότητα, επενδύσεις, κανόνες, προστασία του περιβάλλοντος και σεβασμό στους ανθρώπους που ζουν και εργάζονται στους τουριστικούς προορισμούς.
Και, επιτέλους, ας καταλάβουν ορισμένοι κάτι πολύ απλό: επειδή αγόρασαν μια βίλα στη Μύκονο ή απέκτησαν μια εξοχική κατοικία στις Κυκλάδες, δεν απέκτησαν μαζί και το δικαίωμα να αποφασίζουν ποιος θα επισκέπτεται, ποιος θα εργάζεται, ποιος θα επενδύει και ποιος θα ζει από τον Τουρισμό.
Γιατί, όπως είπα και στην αρχή, πολλοί προστάτες και «θεματοφύλακες» μαζεύτηκαν τελευταία πάνω από τον ελληνικό Τουρισμό.
Πολύ περισσότεροι απ’ όσους μπορούμε να καταναλώσουμε…
Και το χειρότερο είναι ότι αρκετοί από αυτούς, αφού πρώτα κατανάλωσαν με μεγάλη όρεξη τα οφέλη του ελληνικού Τουρισμού, τώρα θέλουν να απαγορεύσουν στους υπόλοιπους ακόμη και να καθίσουν στο τραπέζι!
#money-grid-34887{list-style:none;margin:0;padding:0;overflow:hidden;}#money-grid-34887>li{float:left;width:49%;min-width:250px;list-style:none;margin:0 1% 1% 0;;padding:0;overflow:hidden;}#money-grid-34887>li.last{margin-right:0;}#money-grid-34887>li.last+li{clear:both;}@media only screen and (max-width:768px) {#money-grid-34887>li{width:100%;}}The post Πολλοί “προστάτες” μαζεύτηκαν στον ελληνικό Τουρισμό | Περισσότεροι απ’ όσους μπορούμε να καταναλώσουμε… appeared first on ΧΡΗΜΑ & ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ money-tourism.gr.
Διαβάστε περισσότερα
