Το βράδυ της Κυριακής 6 Σεπτεμβρίου, στο πλαίσιo των εκδηλώσεων Καλοκαίρι στο Αίθριο, προβλήθηκε στο αίθριο της ΣΤΟΑΣ Culture (Πεσμαζόγλου 5 και Σταδίου), το θρυλικό «Ρεμπέτικο» του Κώστα Φέρρη. Μετά το τέλος της προβολής, ο Μιχάλης Μανιάτης μοιράστηκε με συγκίνηση με το κοινό ξεχωριστές αναμνήσεις του από την ταινία. Πριν το ξεκίνημα της προβολής, διαβάστηκε ένα εισαγωγικό κείμενο, με τίτλο «Τα μυστικά του Ρεμπέτικου», το οποίο ο Κώστας Φέρρης μας έκανε την ιδιαίτερη τιμή να γράψει, ανταποκρινόμενος στο σχετικό μας αίτημα. Αναπαράγουμε κι εδώ αυτή την πολύτιμη κατάθεση για τη δημιουργία μιας από τις πιο σημαντικές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου:
Όλα ξεκίνησαν το 1954, όταν, σε ηλικία 19 ετών, στην Αίγυπτο, είδα μιαν άγνωστη ακόμα και σήμερα ιταλική ταινία, το “Carosello Napoletano”. Είναι ένα «Εθνικό Μιούζικαλ» μπορούμε να πούμε, του Έττορε Τζιανίνι, όπου ο Πάολο Στόππα και η οικογένειά του, επαγγελματίες «πανοραμιτζήδες», περιφέρονται ανάμεσα στους αιώνες ψάχνοντας μια στέγη για να κοιμηθούν. Και στην περιπλάνησή τους αυτή, μέσα από τις ιστορίες που διηγούνται σε εικόνες, περνούν όλες οι παραδόσεις και οι μικρές και μεγάλες ιστορίες της Νάπολης, που τις ερμηνεύουν τα Μπαλέτα ντε Κουέβας με οδηγό γνωστές ιταλικές καντσονέτες. Έτσι ανάμεσα στο ένα τραγούδι και το άλλο, παρελαύνουν η τραγική Ιστορία της Μικελεμμά, η ξεκαρδιστική ιστορία του Γκούσταφσον, τουρίστα που έγινε ξενοδόχος, του Πιερότου και του Αρλεκίνου, της εισβολής του Αμερικάνικου δολαρίου και άλλα πολλά.
Η ιδέα ήταν να γραφτεί ένα σενάριο, που να αφηγείται την Ιστορία της Ελλάδας από το 1936 του Μεταξά, ως το 1949 του τέλους του Εμφυλίου και της μετανάστευσης σε αλληλεπίδραση με τις περιπέτειες μιας μικρής ή μεγάλης ομάδας καλλιτεχνών, που θ’ αποτελούσαν τον συνδετικό κρίκο.
Το κίνητρο μου δόθηκε στην Ελλάδα τέσσερα χρόνια αργότερα, όταν ο φίλος μου Κώστας Καζάκος μου περιέγραψε την κηδεία της Μαρίκας Νίνου, που σημάδευε την Αθήνα της Αντιπαροχής. Μία κηδεία που έφερνε στην Ελλάδα τις συνήθειες της Νέας Ορλεάνης, με τις μουσικές της τζαζ στις κηδείες. Η ιδέα του θρυλικού έρωτα της Μαρίκας και του Τσιτσάνη, και με αφορμή τις περιοδείες τους στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ήταν ένα εξαιρετικό εύρημα.
Ζήτησα τα δικαιώματα από τον ίδιο τον Τσιτσάνη, που προσφέρθηκε μάλιστα να γράψει τα τραγούδια της ταινίας, και στρώθηκα στη δουλειά με συν-σεναριογράφο τον Στρατή Καρά. Ο πρώτος τίτλος που δώσαμε στο έργο, ήταν «Το Μινόρε της Αυγής». Όμως γρήγορα έγινε συνειδητό πως παραγωγό για ένα τέτοιο εγχείρημα δεν θα εύρισκα. Έτσι εκτονώθηκα το 1961, με τη μικρού μήκους «Τα ματόκλαδά σου λάμπουν», την ενασχόλησή μου με την έρευνα στο ρεμπέτικο τραγούδι, και τη σύνδεσή μου με τον Ηλία Πετρόπουλο και τους άλλους ρεμπετολόγους της εποχής.
Με την επιστροφή μας από το Παρίσι, το 1973, επανήλθε η ιδέα του σεναρίου. Και σε συνεργασία με άλλους δύο συναδέλφους μου, τον Νίκο Παναγιωτόπουλο και τον Κώστα Βρεττάκο, αρχίσαμε να γράφουμε τρία σενάρια, ένα για τον καθένα. Το «Κινέζικο Πορτραίτο» του Βρεττάκου, που όμως γυρίστηκε από τον Παναγιωτόπουλο με τον τίτλο «Τα χρώματα της Ίριδος», το «Ντάνκεσεν Μπίτεσεν» που δεν γυρίστηκε ποτέ, και η δεύτερη μορφή του Ρεμπέτικου, που είχε πια τον τίτλο «Η Περιοδεία». Η ιδέα να γυρίσω αυτή τη μορφή, εγκαταλείφθηκε όταν ανακοινώθηκε πως ο Θόδωρος Αγγελόπουλος θα γύριζε μια ταινία με σχετικό θέμα, και τίτλο «Ο θίασος».
Η προβολή του Θιάσου στη Θεσσαλονίκη το 1975 –στο μεταξύ έχω γυρίσει τη «Φόνισσα» και τον «Προμηθέα»-, ήταν αποκαλυπτική. Στον κινηματογράφο, κυριαρχεί το δεύτερο πρόσωπο, δηλαδή η «μικρή Ιστορία» ως λυρική όψη του δράματος, και η επική (η μεγάλη Ιστορία) έρχεται σε δεύτερο επίπεδο. Ο άνθρωπος δηλαδή πρώτα απ’ όλα. Έτσι στρώθηκα και πάλι στη δουλειά, περιστασιακά μάλιστα με κουβέντες με τον Μανώλη Ρασούλη, και έμεινε πάλι το υλικό στην αποθήκη μέχρι να βρεθεί ο παραγωγός. Και το 1980, τέλος, με την αλλαγή στο Κέντρο Κινηματογράφου και την γραφειοκρατική «χαμαλοδουλειά» της Σωτηρίας Λεονάρδου, ολοκληρώθηκε η πρόταση και κατατέθηκε.
Από κει και πέρα, χωρίς να λείψουν οι περιπέτειες, η ταινία κύλισε ως δια μαγείας πολύ εύκολα, και η συνέχεια έγραψε την ιστορία της. Στη διανομή των ρόλων, δεν κουράστηκα καθόλου. Σωτηρία Λεονάρδου, Μιχάλης Μανιάτης, Νίκος Καλογερόπουλος, Κωνσταντίνος Τζούμας, Βίκυ Βανίτα και άλλοι, κέρδισαν τον ρόλο με το σπαθί τους. Το ίδιο και ο Σταύρος Ξαρχάκος, που όταν έμαθε τα της ταινίας, έβαλε τον κοινό μας φίλο Γιώργο Ζερβουλάκο να… με πείσει πως είναι ο ιδανικός μουσικός της ταινίας. Λες και δεν είχαμε κάνει δέκα χρόνια πριν μαζί, το αριστουργηματικό «Ήτανε μια φορά» με τον Νίκο Ξυλούρη.
The post Πώς γεννήθηκε το «Ρεμπέτικο»: Ο Κώστας Φέρρης θυμάται appeared first on ελculture – Θέατρο, Μουσική, Τέχνη & Πολιτισμός.
Διαβάστε περισσότερα
