Τελευταία νέα
Λέτε να… τεταρτώσει; Με «δούρειο ίππο» τη Νότιγχαμ ο Ολυμπιακός Νέα Υόρκη: Γυναίκα μαχαίρωσε δύο ανθρώπους στην Times Square – Έπεσε νεκρή από πυρά αστυνομικών Ο Τραμπ θριαμβεύει μόνο… στο ΑΙ: Ανήρτησε ψεύτικο βίντεο με βομβαρδισμούς στο νησί Χαργκ του Ιράν Μέσι: «Πονάει η ψυχή μου, αλλά έφτασε η στιγμή» Δημοσκόπηση: Οι πρωταγωνιστές στα Τρίκαλα Τραγωδία στη λεωφόρο Αλεξάνδρας: Τρεις νεκροί από τη σύγκρουση δύο μοτοσικλετών Γαλλία και Γερμανία υποβαθμίζουν την Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης Σχολεία: Αντίστροφη μέτρηση για το πρώτο κουδούνι – Όλα όσα πρέπει να γνωρίζουν μαθητές και γονείς ΣΥΡΙΖΑ: Πρόταση νόμου για το ιδιωτικό χρέος – «Κόκκινα» δάνεια στην Αναπτυξιακή Τράπεζα Φρίκη με τις αποκαλύψεις στην Κυψέλη: Ποιος μαχαίρωσε μέχρι θανάτου το βρέφος – Στο μικροσκόπιο η προστασία των παιδιών «Σταγόνα στον ωκεανό» τα κυβερνητικά μέτρα με τους 1.700 κωδικούς στα σούπερ μάρκετ
Efsyn.gr

Ροδρίγο Ρέι Ρόσα στις «Νησίδες»: «Στη Λατινική Αμερική η βία επιστρέφει πάντα κυκλικά»

Ανήκει στους σημαντικότερους ισπανόφωνους συγγραφείς της Κεντρικής και Λατινικής Αμερικής. Τιμημένος, μεταξύ άλλων, με το περίφημο Βραβείο Λογοτεχνίας «Μιγκέλ Ανχελ Αστούριας» και το Ιβηροαμερικανικό Βραβείο Γραμμάτων «Χοσέ Δονόσο», ο Ροδρίγο Ρέι Ρόσα αποφεύγει συστηματικά τους εύκολους συμβολισμούς, γράφει με οικονομία, σχεδόν ψυχρά, αποστασιοποιημένα, αφήνοντας ακόμα και τη βία να αποκαλύπτεται μέσα από τις σιωπές. Η πρόζα του δεν κραυγάζει· λειτουργεί υπαινικτικά. Αλλά, πίσω από αυτή τη λιτότητα κρύβονται ο εμφύλιος πόλεμος της Γουατεμάλας, οι δικτατορίες της Λατινικής Αμερικής, η κρατική τρομοκρατία, οι εξαφανίσεις, η διαφθορά και η ιστορική αδικία απέναντι στους αυτόχθονες πληθυσμούς.
Γεννημένος το 1958 στην Πόλη της Γουατεμάλας, σε μια οικογένεια μεσοαστών, μεγάλωσε ταξιδεύοντας με τους γονείς του σε ολόκληρη την Κεντρική Αμερική, το Μεξικό και την Ευρώπη. Ξεκίνησε σπουδές Ιατρικής, όμως γρήγορα εγκατέλειψε το πανεπιστήμιο. Το 1979, ενώ η χώρα του βυθιζόταν ολοένα περισσότερο στη δίνη του εμφυλίου πολέμου, έφυγε για τη Νέα Υόρκη, όπου γράφτηκε στη School of Visual Arts με σκοπό να σπουδάσει κινηματογράφο.
Η καθοριστική καμπή της ζωής του ήρθε λίγο αργότερα. Μια αφίσα για ένα εργαστήριο δημιουργικής γραφής στην Ταγγέρη, με δάσκαλο τον Αμερικανό συγγραφέα Πολ Μπόουλς, τον οδήγησε στο Μαρόκο. Εστειλε ένα διήγημα, έγινε δεκτός και έτσι ξεκίνησε μια βαθιά προσωπική και λογοτεχνική σχέση. Ο Μπόουλς μετέφρασε αρκετά έργα του στα αγγλικά, συνέβαλε αποφασιστικά στη διεθνή αναγνώρισή του και, λίγο πριν από τον θάνατό του το 1999, όρισε τον Ρέι Ρόσα έναν από τους εκτελεστές της λογοτεχνικής του διαθήκης.
Αν όμως ο Μπόουλς τού άνοιξε τις πόρτες της διεθνούς λογοτεχνίας, η πρώτη ύλη της γραφής του βρισκόταν πάντα στη Γουατεμάλα. Είχε άλλωστε και προσωπική, πικρή εμπειρία. Οπως ο ίδιος έχει αφηγηθεί, το 1981 η μητέρα του είχε απαχθεί και ο ίδιος ανέλαβε να παραδώσει τα λύτρα για την απελευθέρωσή της. Εκείνη επέζησε· πολλοί άλλοι δεν είχαν την ίδια τύχη. Οπως θυμάται ο Ρόσα σήμερα, είχε συμμαθητές που δολοφονήθηκαν επειδή οι οικογένειές τους δεν μπόρεσαν ή δεν θέλησαν να πληρώσουν. Η εμπειρία αυτή σημάδεψε οριστικά τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος αντιμετωπίζει τη βία: ως καθημερινό μηχανισμό εξουσίας που διαβρώνει αθόρυβα τη ζωή των ανθρώπων.
Στα περισσότερα έργα του οι ήρωες βρίσκονται αντιμέτωποι με ακραίες καταστάσεις χωρίς ποτέ να προσφέρονται εύκολες εξηγήσεις. Ο αναγνώστης καλείται να συμπληρώσει μόνος του τα κενά, να ερμηνεύσει τα κίνητρα και να αναμετρηθεί με την αβεβαιότητα. Αυτή η λιτή, υπαινικτική γραφή έγινε το χαρακτηριστικό του γνώρισμα και συνέβαλε ώστε τα βιβλία του να μεταφραστούν σε περισσότερες από δεκαπέντε γλώσσες.
Τα τελευταία χρόνια το έργο του έχει αποκτήσει ακόμη πιο έντονο πολιτικό χαρακτήρα. Χωρίς να εγκαταλείπει τη μυθοπλασία, στρέφεται όλο και περισσότερο στις περιβαλλοντικές καταστροφές, στη λεηλασία της γης των Μάγιας, στη διαπλοκή πολιτικής, οικονομικών ελίτ και οργανωμένου εγκλήματος. Η ματιά του, ωστόσο, απέχει τόσο από τον εξωτισμό όσο και από τον διδακτισμό. Οι αυτόχθονες πληθυσμοί δεν εμφανίζονται ως φολκλορικά σύμβολα αλλά ως σύγχρονα πολιτικά υποκείμενα που συνεχίζουν να υφίστανται αποκλεισμούς και βία. Αυτή η προβληματική διαπερνά και τη, γραμμένη το 1991, «Μυστική φυλακή» (εκδ. Καστανιώτη, μτφ. Κώστας Αθανασίου), τη νουβέλα που έφτασε πρόσφατα στα ελληνικά ράφια (όπως άλλωστε και η «Σεβερίνα» από τις εκδόσεις Κυψέλη σε μετάφραση Κ. Αγγελοπούλου) για να συστήσει τον Ρόσα στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό.
Με αφετηρία ένα τετράδιο που πέφτει στα χέρια ενός γιατρού, ο συγγραφέας ξετυλίγει την ιστορία ενός παράνομου στρατοπέδου κράτησης στην τροπική ζούγκλα, όπου πολιτικοί κρατούμενοι γίνονται αντικείμενα ιατρικών πειραμάτων που διενεργούνται με την εποπτεία της δόκτορος Πελκάρι και βέβαια με την πλήρη ανοχή αν όχι προστασία της κρατικής εξουσίας. Συνομιλώντας υπόγεια όπως έχει επισημάνει η διεθνής κριτική, με τη «Σωφρονιστική αποικία» του Κάφκα αλλά και με τη σκέψη του Βιτγκενστάιν και του Φουκό, η νουβέλα γίνεται μια αλληγορία για την επιτήρηση, την αυθαιρεσία και την ευθύνη. Για κάποια από αυτά συζητήσαμε για λίγο με τον Ρόσα που, μόνιμος κάτοικος Αθηνών το τελευταίο διάστημα, ήταν φέτος και από τους επιφανείς προσκεκλημένους του Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων. Κάποιες από τις απαντήσεις του ήταν στα ελληνικά (μαθαίνει ταχύτατα τη γλώσσα μας), είχαμε όμως το προνόμιο τα περισσότερα απ’ όσα μας είπε στη γλώσσα του να τα μεταφράσει για εμάς ο κατ’ εξοχήν σύγχρονος Ελληνας μεταφραστής της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας -και μεταφραστής της «Μυστικής φυλακής»- Κώστας Αθανασίου.
Κύριε Ρόσα, διάβασα να παραλληλίζουν τη «Μυστική φυλακή» με τη «Σωφρονιστική αποικία» του Κάφκα. Εμένα μου θύμισε και την ιστορία των Τουπαμάρος, του Μουχίκα και της ταινίας «Δέκα χρόνια νύχτα» με την υπόγεια φυλακή, τα βασανιστήρια και την απόλυτη απομόνωση. Εσείς έχετε πει πάλι ότι πρώτα γράψατε το βιβλίο ως μυθοπλασία και μετά ανακαλύψατε ότι ίσχυε στην πραγματικότητα μια παρόμοια συνθήκη φυλακής στη Γουατεμάλα.
Παρόμοια ως προς την τοποθεσία, το βαθύ δάσος, τα δέντρα. Αλλά υπήρχαν και πάρα πολλές διαφορές. Ηταν γνωστό ότι στη Γουατεμάλα υπήρχαν μυστικές φυλακές, γιατί ήταν ένας πόλεμος μυστικός, κρυφός. Ομως δεν είχα ιδέα ότι αυτό που έγραφα είχε τόσο μεγάλη σχέση με την πραγματικότητα. Είχα διαβάσει τον Κάφκα, τον Κασάρες… Και την εποχή που έγραψα τη «Μυστική φυλακή» ζούσα στην Ταγγέρη, στο Μαρόκο. Αυτή ήταν λοιπόν μια δουλειά λογοτεχνική. Πιστεύω πως εκείνη την εποχή περισσότερο από το να μιλήσω για την πολιτική στη Γουατεμάλα (για την οποία άλλωστε δεν είχα επάρκεια ως μάρτυρας, αφού παρακολουθούσα τι γίνεται, αλλά δεν ζούσα εκεί) ήθελα να μιλήσω γι άλλα απ’ όσα είχα τότε στο μυαλό μου: π.χ. ότι ο μηχανισμός της πληροφορίας ή ακόμα και η εκπαίδευση μοιάζει σαν να μας κλείνουν σε μια αόρατη, μυστική φυλακή. Θυμάμαι εκείνο το σκάνδαλο που συνέβη με τις κρυφές διαφημίσεις: ξαφνικά την ώρα που έβλεπες μια ταινία πεταγόταν ένα μήνυμα που έλεγε π.χ. «Κόκα-Κόλα» και το μυαλό σου δεν προλάβαινε να το επεξεργαστεί. Τέτοια πράγματα τριγύριζαν στη σκέψη μου και με αυτό το πνεύμα ξεκίνησα να γράφω.
Το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί και ως μια διεθνής αλληγορία, διότι ο έλεγχος της ανθρώπινης συνείδησης ήταν πάντα επιδίωξη της ακραίας εξουσίας. Εχω την εντύπωση ότι αυτή η επιδίωξη ποτέ δεν ήταν αποτελεσματικότερη όσο τον 21ο αιώνα με τα fake news, την ΑΙ, την πλήρη ψηφιακή επιτήρηση. Αναρωτιέμαι μήπως τελικά έχει πετύχει σε διεθνή κλίμακα το πείραμα της δόκτορος Πελκάρι.
Ναι, μπορούμε να το πούμε κι έτσι με μια λογική που ακολουθεί την αλληγορία. Γι’ αυτό άλλωστε το βιβλίο μπορεί να εκδοθεί και να διαβαστεί και τώρα. Γιατί μιλάει και για προβλήματα που υπάρχουν αυτή τη στιγμή.
Το βλέμμα και ο τρόπος του Μπόουλς πώς σας επηρέασαν;
Νομίζω ότι υπήρχε μια πολύ στενή «συγγένεια» μεταξύ μας και γι’ αυτό άρχισε να μεταφράζει τα κείμενά μου στα αγγλικά. Εγώ, πάλι, θαύμαζα το στιλ του. Και βέβαια υπήρξαν κάποια πράγματα που ανακάλυψα χάρη σ’ εκείνον, όπως π.χ. το θέμα του τοπίου το οποίο δεν αναπτύσσεται πολύ στη λατινοαμερικανική λογοτεχνία. Σχεδόν ποτέ δεν το «βλέπουμε». Υπάρχει βέβαια μια εξαίρεση στον Χουάν Ρούλφο όπου το τοπίο αποτυπώνεται με μεγάλη σαφήνεια. Ομως αυτή η αποτύπωση του τοπίου και στον Ρούλφο και στον Μπόουλς δεν είναι απλώς περιγραφική. Εχει μια δυναμική έννοια. Και στους δύο υπάρχει μια συνέργεια ανάμεσα σε αυτό που ακούμε και σ’ αυτό που βλέπουμε. Στον Μπόουλς υπάρχουν άπειρα παραδείγματα. Στον Ρούλφο πάλι υπάρχει ένα διήγημα, «Ο κάμπος στις φλόγες», που ξεκινά με μια φωνή που φωνάζει «ζήτω» κι αντηχεί στα τοιχώματα ενός φαραγγιού. Με μία φράση ο Ρούλφο περιγράφει το τοπίο. Βρίσκεσαι σ’ ένα σημείο, φωνάζεις, η φωνή αντηχεί στο φαράγγι. Αυτή η αντιμετώπιση του τοπίου είναι κάτι που το έμαθα λοιπόν από τον Μπόουλς και μετά άρχισα να το πραγματεύομαι ως λογοτεχνικό ζήτημα. Αυτό ήταν το πρώτο σημαντικό μάθημα από τον Μπόουλς. Το δεύτερο ήταν η αδιαφορία του για την εμπορική επιτυχία και την υποδοχή της κριτικής. Σ’ εκείνη την ηλικία για μένα ήταν πολύ σημαντικό να απαλλαγώ από το άγχος της εμπορικής επιτυχίας.
Λέτε για το τοπίο. Κατ’ αντιστοιχία, μπορούμε να πούμε ότι στη «Μυστική φυλακή» η ζούγκλα της Γουατεμάλας, τα δέντρα είναι ζωντανοί οργανισμοί; Είναι βασικοί μέτοχοι στη δράση…
Πράγματι το τοπίο υπαινίσσεται πολλά πράγματα απ’ όσα πρόκειται να συμβούν…
Κάτι άλλο που σας έχει απασχολήσει λογοτεχνικά είναι η Ιστορία και οι αδικίες που υπέστησαν οι Μάγιας. Τι σας έδωσε το έναυσμα να γράψετε γι’ αυτούς;
Από την αρχή ήταν εκεί, κάτι παρόν στη σκέψη μου. Κάτι μυστηριώδες για το οποίο ήθελα να μιλήσω αλλά δεν ήξερα με ποιον τρόπο. Ηδη στην πρώτη συλλογή διηγημάτων μου υπάρχει μια ιστορία που δεν την είχα γράψει εγώ, είχα βάλει όμως αποσπάσματα από μαρτυρίες ιθαγενών που τις είχα μεταφράσει όσο μπορούσα πιο πιστά. Ηταν μαρτυρίες ανθρωπολογικές των Μάγιας κι εγώ λειτουργούσα ως «αναμεταδότης». Κάτι που έμαθα επίσης από τον Μπόουλς είναι να μην προσπαθώ να μιλήσω σαν να ήμουν κι εγώ Μάγιας, αλλά να τους αφήνω να μιλούν κι εγώ απλώς να αντανακλώ ό,τι λένε, ως παρατηρητής και όχι σαν να είμαι η φωνή τους. Γιατί οι Μάγιας έχουν τη δική τους φωνή που είναι πολύ δυνατή.
Εχετε πει ότι η πραγματικότητα της Λατινικής Αμερικής συχνά ξεπερνά τη μυθοπλασία. Σε αδρές γραμμές η βία που υπέστησαν και εξακολουθούν να υφίστανται οι λαοί σ’ αυτές τις χώρες είναι ακραία και διαρκής. Γιατί ειδικά σε αυτό το κομμάτι του κόσμου είναι τόσο διαρκής η απόπειρα υποταγής και ελέγχου;
Θα ήθελα και εγώ να ξέρω γιατί συμβαίνει αυτό σ’ αυτό το μέρος του κόσμου… Σίγουρα είναι μια κατάσταση κυκλική. Επανέρχεται διαρκώς. Σε πολλές χώρες, Κολομβία, Γουατεμάλα, Σαλβαδόρ, όπου, ενώ φαίνεται κάποια στιγμή να υπάρχει ένα κλίμα ειρήνης, ξαναμπαίνουν κάθε τόσο σ’ έναν κύκλο βίας. Είναι κάτι κοινό σ’ όλη τη Λατινική Αμερική και πιστεύω ότι έχει σχέση με την αποικιακή ιστορία. Παρ’ όλο που οι ίδιες οι χώρες είναι πολύ διαφορετικές (δεν έχει, για παράδειγμα, νόημα να συγκρίνει κανείς τη Γουατεμάλα με την Αργεντινή), αυτό που είναι κοινό είναι το εξής: η αποικιακή ιστορία και η δομή της εξουσίας όπως έχει διαμορφωθεί από την εποχή της αποικιοκρατίας αλλά κι από την ανεξαρτησία αυτών των χωρών και μετά. Για εμένα αυτό είναι ένα καίριο ερώτημα που δεν μπορεί κανείς να το απαντήσει εύκολα. Μπορεί όμως να βεβαιώσει ότι πράγματι συμβαίνει αυτή η κυκλική επιστροφή της βίας.
Στη «Μυστική φυλακή» ο φόβος είναι διάχυτος, συνεχής. Μεγαλώνοντας στη Γουατεμάλα και μέχρι να φύγετε στα 19 σας κατ’ αρχάς, πόσο προσωπική εμπειρία ήταν αυτός ο διάχυτος καθημερινός φόβος;
Εκείνη την εποχή στη Γουατεμάλα ζούσαμε σ’ ένα είδος συλλογικής παράνοιας. Υπήρχε πράγματι ένας φόβος διάχυτος κι επιπλέον σιωπηλός γιατί δεν ξέραμε τι συμβαίνει. Ο Τύπος δεν μιλούσε για τον πόλεμο – ήταν λογοκριμένο θέμα. Δίπλα σου εξαφανίζονταν ξαφνικά άνθρωποι απ’ όλες τις πολιτικές παρατάξεις (Δεξιά, Αριστερά, Κέντρο) και κανείς δεν ήξερε γιατί χάνονται. Οι απαγωγές ήταν συνεχείς. Και όταν γινόταν μια απαγωγή το σημαντικότερο ήταν να μην το μάθει η αστυνομία, γιατί σε διαφορετική περίπτωση θα εμπλεκόταν και θα έκανε τα πράγματα χειρότερα. Αρα ύστερα από αυτή την εμπειρία και στο Μαρόκο και στην Ευρώπη αισθανόμουν σαν να βρίσκομαι σε παιδική χαρά.
 

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...