Τελευταία νέα
Ξεκάθαρη νίκη Ανδρουλάκη στη μάχη της Βουλής «βλέπουν» στο ΠΑΣΟΚ και προετοιμάζονται για εκλογές Με προεκλογικό «άρωμα» η σύγκρουση των πολιτικών αρχηγών στη Βουλή για το Κράτος Δικαίου Μητσοτάκης: Παρουσίασε θεσμικές προτάσεις, άνοιξε τον δρόμο για ΚΟ, κράτησε κλειστά χαρτιά για Λαζαρίδη  Μητσοτάκης: Εκκαθαρίσεις στη ΝΔ για ΟΠΕΚΕΠΕ και φόβοι για τρομοκρατία Οι προτάσεις της ΝΔ για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, οι σκέψεις για τις αλλαγές στον εκλογικό νόμο και τα «αγκάθια» Οι υποψήφιοι για μία θέση στο Μαξίμου Ανδρουλάκης: Αποδόμηση της κυβερνητικής πολιτικής με τελικό αίτημα εκλογές-Αποτίμηση της παρουσίας στη Βουλή Γιώργος Μυλωνάκης: Σε 10 με 15 ημέρες οι πρώτες εκτιμήσεις για την κατάσταση της υγείας του – Παραμένει διασωληνωμένος Βουλή: Τι μάθαμε τελικά από την αντιπαράθεση σε ασυνήθιστα υψηλούς τόνους από Μητσοτάκη-αντιπολίτευση Μεικτό εκλογικό σύστημα με σταυρό και λίστα, μείωση των 300, δύο θητείες σε αιρετούς Πιερρακάκης: Ποια θέματα κυριάρχησαν στη συνεδρίαση της G7 Το «ευχαριστώ» του Αντόνιο Κόστα για την παραχώρηση του ελληνικού πρωθυπουργικού αεροσκάφους που τον μετέφερε στον Περσικό
Elculture.gr

«Σάρκα» του Ντέιβιντ Σολόι: Τι θέλει να πει ο ποιητής;

Ήρθε η ώρα να γράψω για το πιο πολυσυζητημένο μυθιστόρημα της χρονιάς, το περιβόητο Σάρκα του Καναδό-Ούγγρο-Βρετανού Ντέιβιντ Σολόι. Γιατί είναι το πιο «καυτό» βιβλίο της χρονιάς; θα ρωτήσει κάποιος εύλογα. Εκτός από το προφανές, ότι δηλαδή όποιος κατακτάει το βραβείο Booker γίνεται πλέον το επίκεντρο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος, το μυθιστόρημα του Σολόι έχει ερεθίσει τη φαντασία του αναγνωστικού κοινού και λόγω του αινιγματικού του τίτλου και ακόμη πιο αινιγματικού εξώφυλλου, που απεικονίζει ένα φαγωμένο μήλο.

Όλα αυτά όμως λειτουργούν με τρόπο που εξάπτουν τη φαντασία τόσο όσων έχουν διαβάσει το βιβλίο όσο και εκείνων που έχουν απλώς ακούσει για αυτό, επειδή η γραφή του ακολουθεί την περίφημη θεωρία του παγόβουνου: το τμήμα που εξέχει πάνω από την επιφάνεια είναι πολύ μικρότερο από εκείνο που βρίσκεται βυθισμένο. Με απλά λόγια: ο Σολόι αφήνει συνειδητά κενά που εμείς ως αναγνώστες πρέπει να γεμίσουμε με τη φαντασία μας, με τη λακωνική και αποστασιοποιημένη του γραφή (η οποία θυμίζει αρκετά Χέμινγουεϊ, τον απόλυτο άλλωστε ανατόμο της αρσενικής ψυχής) αντικατοπτρίζει τον λιγομίλητο, διαρκώς αποξενωμένο και απροσπέλαστο πρωταγωνιστή του. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Το μυθιστόρημα είναι η τριτοπρόσωπη αφήγηση της ζωής του Ίστβαν (το επώνυμο δεν το μαθαίνουμε ποτέ), όπως ξεδιπλώνεται από την εφηβεία του και για τα επόμενα σαράντα σχεδόν χρόνια. Ο Ίστβαν είναι ένας Ούγγρος που μένει σε ένα διαμέρισμα της εργατικής πολυκατοικίας μιας επαρχιακής πόλης με τη μητέρα του, όταν αφυπνίζεται για πρώτη φορά σεξουαλικά από την σαραντάχρονη γειτόνισσα. Από εκεί και μετά, κάθε κεφάλαιο μας πηγαίνει λίγους μήνες ή λίγα χρόνια πιο μετά στην ιστορία του, χωρίς απαραιτήτως να μας εξηγεί τι ακριβώς έχει συμβεί στο ενδιάμεσο παρά μόνο υπαινικτικά.

Έτσι, θα μπορούσε κάλλιστα κάποιος να ισχυριστεί ότι δεν έχουμε να κάνουμε με ένα συμβατικό μυθιστόρημα όσο με μια συλλογή (ή πιο σωστά κύκλο) διηγημάτων με τον ίδιο κεντρικό πρωταγωνιστή, όπου το κάθε διήγημα μας αποτυπώνει και ένα άλλο επεισόδιο από τη ζωή του Ίστβαν. Τα κενά τα γεμίζουμε εμείς και εμείς, ως αναγνώστες, διαμορφώνουμε την αφηγηματική συνέχεια που προϋποθέτει η υπόσταση ενός μυθιστορήματος. Από την Ουγγαρία στον στρατό και από εκεί στο Ηνωμένο Βασίλειο μετά την είσοδο της Ουγγαρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο Ίστβαν πηγαίνει όπου τον οδηγούν οι συγκυρίες, κινείται σαν ένα φτερό στον άνεμο, αποδέχεται παθητικά τα όσα του φέρνει η ζωή χωρίς να επιχειρεί ιδιαίτερα να πάρει ο ίδιος τα ηνία της μοίρας του στα χέρια του.  

Ο Ίστβαν λοιπόν, αν και αρκετά συνηθισμένος, δεν είναι χαρακτήρας με τον οποίο μπορείς εύκολα να ταυτιστείς. Στους περισσότερους διαλόγους απαντάει με «οκέι», «δεν ξέρω», «ξέρεις», «μπορεί», κάνοντάς μας να αναρωτηθούμε αν είναι λιγομίλητος ή απλά αδιάφορος. Αν και ο Σολόι ποτέ δεν τον περιγράφει, αντιλαμβανόμαστε ότι είναι εμφανίσιμος και δυνατός, και αυτά τα δύο χαρακτηριστικά είναι που χαράσσουν την πορεία του, αφού οι ευκαιριακές και μη σχέσεις του με διάφορες γυναίκες (στις οποίες παρεμπιπτόντως εκείνος απλά ανταποκρίνεται, πάντα προσέρχεται σε αυτές παθητικά) διαμορφώνουν όχι μόνο την επαγγελματική και οικογενειακή του κατάσταση, όσο και ως ένα βαθμό, τον ψυχισμό του. Είναι συναισθηματικά ευνουχισμένος ή μήπως απλά ανήμπορος να εκφράσει όσα νιώθει;

Ο Σολόι επιλέγει τον ενεστώτα σαν αφηγηματικό χρόνο και αυτό, σε συνδυασμό με την στεγνή περιγραφικότητα της γραφής του, δημιουργεί μια αίσθηση συνεχούς ροής κατά τη διάρκεια της οποίας ο Ίστβαν δείχνει ανήμπορος να ερμηνεύσει τα γεγονότα που του συμβαίνουν. Δεν είναι αρκετά μορφωμένος ή συνειδητοποιημένος ώστε αυτή η αποστασιοποιημένη του προσέγγιση να αποτελεί φιλοσοφία ζωής, ούτε και είναι τόσο αφελής ή αγνός ώστε να θυμίζει μια εκδοχή του Φόρεστ Γκαμπ, όπως διάβασα σε μια βρετανική κριτική του βιβλίου. Τα γεγονότα συμβαίνουν και εκείνος προσπαθεί να τα επεξεργαστεί, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ακόμα και η τύχη που του χαμογελάει και τον οδηγεί σε μια πολυτελή ζωή (έστω και προσωρινά), δεν δείχνει να είναι αρκετή για να τον συγκινήσει. Τα υλικά αγαθά τα δέχεται, όπως και όλα τα υπόλοιπα, αλλά τίποτα δεν δείχνει να ριζώνει πάνω του, ούτε πάθη ούτε ματαιοδοξία, ούτε απληστία. Η επαφή με την αφθονία της δύσης μετά από την φτωχική παιδική ηλικία δεν δείχνει να τον συγκινεί ιδιαίτερα. Το σεξ με μια όμορφη γυναίκα που τον έχει προσεγγίσει εκείνη, είναι κάτι που απολαμβάνει και επιθυμεί να επαναλάβει, αλλά κάτι που ξεχνάει αμέσως μετά. Μόνο όταν καπνίζει μοναχικός δείχνει να είναι ο εαυτός του.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι ανθρώπινος. Αυτό το μούδιασμα που έχει διαβρώσει το είναι του είναι μια ανθρώπινη αντίδραση. Το τι προκάλεσε αυτή την αντίδραση είναι ένα από τα ερωτήματα του βιβλίου, και για να προβώ σε εικασίες θα πρέπει να αποκαλύψω στοιχεία της πλοκής, κάτι που βάσει αρχής ποτέ δεν κάνω από σεβασμό στον επίδοξο αναγνώστη. Σίγουρα δεν είναι τυχαία η πρώτη του σεξουαλική εμπειρία με την γειτόνισσα (αυτό το αναφέρω διότι λαμβάνει χώρα στις πρώτες σελίδες του έργου), αλλά απέχει αρκετά από το να χαρακτηριστεί ως τραυματική. Κάθε γεγονός που του συμβαίνει συσσωρεύεται μέχρι που ξεσπάει βουβά σε ένα πραγματικά σπαρακτικό τέλος, ιδιαίτερα φορτισμένο ακριβώς επειδή ο Σολόι αποστρέφεται το μελόδραμα και προτιμάει την αποστασιοποίηση.

Τι θέλει να πει ο ποιητής, θα ρωτήσετε ενδεχομένως. Καταρχάς ο ποιητής δεν είναι υποχρεωμένος να πει οτιδήποτε εκτός από το να αφηγηθεί μια ιστορία. Και την ιστορία αυτή την αφηγείται πολύ καλά. Το μυθιστόρημα διαβάζεται απνευστί, κάτι που σίγουρα διευκολύνει η εύκολη γλώσσα και λιτή γραφή, αλλά κυρίως λόγω του έξυπνου τρόπου που ο Σολόι έχει καταφέρει να υπνωτίσει τον αναγνώστη χρησιμοποιώντας τον ενεστώτα για να παίζει με τον χρόνο. Αλλά για να μην νομίσει κάποιος ότι υπεκφεύγω, θα επιχειρήσω μια ερμηνεία που εγώ αντιλαμβάνομαι ως εύλογη διαβάζοντας το έργο του.  

Ας ξεκινήσουμε με τον τίτλο «Σάρκα». Προφανώς δεν είναι τυχαίο που οι σωματικές λειτουργίες κινούν τα νήματα της ζωής του. Από την πρώτη σεξουαλική επαφή στις πολλές που πρόκειται να ακολουθήσουν, από τη σωματική του διάπλαση που του άνοιξε την πόρτα στον στρατό και αργότερα στις υπηρεσίες φύλαξης που οδήγησαν σε όλα τα υπόλοιπα, είναι το σώμα που είναι το κύριο σημείο αναφοράς.

Είναι όμως και το σώμα ο κύριος καταλύτης μέσω του οποίου ο Ίστβαν βιώνει τη ζωή, το μόνο αξιόπιστο αισθητήριο μέσω του οποίου μπορεί να την γευτεί. Η ανικανότητά του να εκφραστεί, η λακωνικότητα που τον χαρακτηρίζει ουσιαστικά υποδηλώνει την ανικανότητα της ίδιας της γλώσσας να εκφράσει την ανθρώπινη εμπειρία, ιδιαίτερα τον πνευματικό κόσμο, ό,τι κι αν εννοούμε με αυτό τον όρο. Μπορούμε μονάχα να γευτούμε κάποιες αισθήσεις, πόνους, ηδονές, αλλά πόσο σίγουροι είμαστε ότι μπορούμε να κατανοήσουμε κάτι παραπάνω; Είναι αυτό το μανιφέστο ενός σκεπτικιστή ή απλά μια μαρτυρία των επιπτώσεων της αρσενικής τοξικότητας που στερεί από τον άντρα τα ζωογόνα εκείνα συναισθήματα που του νοηματοδοτούν την ίδια του τη ζωή;

Και το μήλο; Τι ρόλο παίζει στο εξώφυλλο; Βεβαίως, είναι ένα φαγωμένο μήλο, χωρίς σάρκα και αυτό. Ή μάλλον ότι μένει από αυτό αφού φάμε τη σάρκα του. Το κοτσάνι. Είναι το απομεινάρι μιας ζωής. Μετά το σεξ και τα πάρτι και τον πόνο και τα τραύματα και τα λεφτά και την καριέρα, τι μένει; Είναι η ζωή του Ίστβαν άδεια χωρίς την σάρκα; Ή είναι η ζωή όλων μας καταδικασμένη να είναι άδεια χωρίς αυτά; Δαγκώσαμε τον απαγορευμένο καρπό και πληρώνουμε το κόστος για πάντα ή το όλο νόημα είναι να δαγκώσουμε ό,τι μπορούμε γιατί τίποτα άλλο δεν έχει σημασία; Τα συμπεράσματα δικά σας και το Μπούκερ του Σολόι.  
The post «Σάρκα» του Ντέιβιντ Σολόι: Τι θέλει να πει ο ποιητής; appeared first on ελculture – Θέατρο, Μουσική, Τέχνη & Πολιτισμός.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...