«Συνδυάζει επιστημονική εγκυρότητα, κριτική ματιά και αφοσίωση στην ελληνική αποστολή του μουσείου» γράφει ο Δημήτρης Πλάντζος, καθηγητής αρχαιολογίας στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο, για το βιβλίο «Μουσείο, Εκπαίδευση και Κοινωνία» (εκδόσεις «Τόπος») του ιστορικού Στάθη Γκότση. Με επιστημονικό τρόπο και βιωματική εμπειρία ο συγγραφέας βάζει το θέμα στη δημόσια συζήτηση. Είναι από τους καταλληλότερους να αναδείξει πτυχές, να θυμίσει χαμένες ευκαιρίες, αλλά και να φωτίσει δρόμους που οφείλουμε να ανοίξουμε για το μέλλον.
Επί τριάντα χρόνια συνεργάστηκε με το υπουργείο Πολιτισμού και υπηρέτησε τη μουσειακή εκπαίδευση στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, έχοντας διοργανώσεις εκατοντάδες προγράμματα και ξεναγήσεις. Οχι μόνον για μαθητές όλων των σχολικών βαθμίδων αλλά και για πρόσφυγες, μετανάστες, ΑμεΑ, ψυχικά ασθενείς, ηλικιωμένους, φυλακισμένους, «…πληθυσμιακές ομάδες που κατά κανόνα αποκλείονται από τη μουσειακή εμπειρία, όχι με δική τους ευθύνη, αλλά ως αποτέλεσμα κοινωνικών παραγόντων», όπως λέει στην «Εφ.Συν.» στη συνέντευξη που ακολουθεί. Το βιβλίο, που κυκλοφόρησε πριν από μερικούς μήνες, συνάντησε θερμή υποδοχή, παρουσιάστηκε σε πολλές εκδηλώσεις σε όλη τη χώρα και έξι μήνες μετά την κυκλοφορία του δρομολογείται η ανατύπωσή του.
Το βιβλίο του Στάθη Γκότση «Μουσείο, Εκπαίδευση και Κοινωνία» είναι απόσταγμα 30 χρόνων εμπειρίας στη μουσειακή εκπαίδευση στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο
Ποιος είναι ο πυρήνας του βιβλίου και τι σε ώθησε να προχωρήσεις στην έκδοσή του;
Στο επίκεντρο του βιβλίου βρίσκεται ο προβληματισμός για μια διαφορετική κατεύθυνση στη σχέση των σημερινών ανθρώπων με τα μουσεία, τα μνημεία, τους αρχαιολογικούς χώρους, όλους εκείνους τους τόπους όπου αποτυπώνεται η ανθρώπινη περιπέτεια μέσα από τις δημιουργίες που άφησαν οι προηγούμενοι στο πέρασμά τους από τη ζωή. Η έκδοσή του συνδέεται κυρίως με την εκτίμησή μου πως, σε μια εποχή που τα μουσεία και τα μνημεία συνδέονται ολοένα και περισσότερο με φευγαλέες, ινσταγκραμικές και αγοραίες αντιλήψεις για κατανάλωση «προϊόντων» πολιτισμού και ιστορίας, είναι αναγκαίο να ξαναπιάσουμε το νήμα της κοινωνικής τους χρησιμότητας, της μορφωτικής τους σημασίας και της χειραφετικής τους δύναμης.
Είναι εξειδικευμένη έκδοση ή αφορά το πλατύ κοινό; Και αν ναι, γιατί;
Δεν πρόκειται για ένα εγχειρίδιο μουσειακής εκπαίδευσης ή για ένα εξειδικευμένο επιστημονικό σύγγραμμα, παρότι στα χέρια των ανθρώπων που ασχολούνται συστηματικά με την εκπαίδευση και τον πολιτισμό μπορεί να αξιοποιηθεί νομίζω πολύπλευρα. Η έκδοση μπορεί να είναι, θεωρώ, ενδιαφέρουσα ευρύτερα σε ανθρώπους που μοιράζονται την αγωνία για μια περισσότερο ουσιαστική και παραγωγική σχέση της σημερινής κοινωνίας με το παρελθόν της, για μια κοινωνικά χρήσιμη στο παρόν διαδικασία κατανόησης του εαυτού και των άλλων, απαλλαγμένη από συμπλέγματα και στερεότυπα.
«Σε μια εποχή που τα μουσεία και τα μνημεία συνδέονται ολοένα και περισσότερο με ινσταγκραμικές και αγοραίες αντιλήψεις, είναι αναγκαίο να ξαναπιάσουμε το νήμα της κοινωνικής τους χρησιμότητας»
Υπηρέτησες τρεις δεκαετίες στη μουσειακή εκπαίδευση, που αφορά, μαζί με τα παιδιά-μαθητές, ευρύτερες κοινωνικές ομάδες, κυρίως ευάλωτες, όπως είναι πρόσφυγες και μετανάστες, ΑμεΑ, ψυχικά ασθενείς, ηλικιωμένοι, φυλακισμένοι. Ποια είναι η εμπειρία σου; Τα μουσεία μας ανταποκρίνονται στην κοινωνική τους αποστολή; Συμπεριλαμβάνουν, με ικανοποιητικό τρόπο αυτές τις κοινωνικές ομάδες τόσο στις περιοδικές εκθέσεις τους όσο και στα εκπαιδευτικά προγράμματά τους;
Η συνάντηση του μουσείου, μέσα από σχεδιασμένες εκπαιδευτικές δράσεις, με τις ποικίλες κατηγορίες κοινού μπορεί να προσδώσει έναν πραγματικό πλούτο στο ίδιο το μουσείο. Ειδικά για τις πληθυσμιακές ομάδες που κατά κανόνα αποκλείονται από τη μουσειακή εμπειρία, όχι με δική τους ευθύνη, αλλά ως αποτέλεσμα κοινωνικών παραγόντων, η προσπάθεια ουσιαστικού ανοίγματος του μουσείου δεν είναι πράξη φιλανθρωπίας. Είναι πράξη αλληλεγγύης και κοινωνικής ευθύνης.
Οπως σημείωνε ο Eduardo Galeano: «Η φιλανθρωπία είναι κατακόρυφη, άρα είναι ντροπιαστική. Πηγαίνει από πάνω προς τα κάτω. Η αλληλεγγύη είναι οριζόντια. Σέβεσαι τον άλλο και μαθαίνεις από αυτόν. Εχω πολλά να μάθω από άλλους ανθρώπους». Η δική μου εμπειρία από δράσεις με ομάδες όπως αυτές στις οποίες αναφερόμαστε επιβεβαιώνει ακριβώς αυτό: το μουσείο, αν επιλέξει να συνομιλήσει με τα πολλαπλά κοινά με όρους σεβασμού και ισοτιμίας και όχι να «διδάξει» αφ’ υψηλού και από θέση αυθεντίας, έχει να μάθει πολλά. Και να γίνει καλύτερο για όλους. Στην ελληνική περίπτωση, τόσο στις εκθέσεις όσο και στα μουσειακά εκπαιδευτικά προγράμματα, έχουν γίνει πολλά βήματα προς την κατεύθυνση αυτή. Ωστόσο, απέχουμε νομίζω αρκετά από το να μπορούμε να υποστηρίξουμε βάσιμα πως τα μουσεία μας έχουν γίνει στ’ αλήθεια συμπεριληπτικά.
Μέσα από ποιες συνθήκες και διαδικασίες μπορεί να καταστεί εφικτό τα μουσεία να είναι χώροι ανοιχτοί και φιλόξενοι, δηλαδή σημεία συνάντησης και διαλόγου για το πλατύ κοινό και όχι για μια εξειδικευμένη ελίτ; Οπως είναι η προσωπική σου θέση που διατυπώνεις στην έκδοση.
Υποστηρίζω την άποψη πως τα μουσεία, υπό την ευρεία τους έννοια, μπορούν στ’ αλήθεια να μετασχηματιστούν από ελιτίστικοι, δυσνόητοι και συχνά βαρετοί τόποι σε πραγματικά φιλόξενους χώρους για όλους τους ανθρώπους, ανεξάρτητα από τα κοινωνικά, ηλικιακά, μορφωτικά ή άλλα χαρακτηριστικά τους, μέσα από σχεδιασμούς δράσεων επικοινωνίας και εκπαίδευσης που είναι στραμμένες στη σημερινή κοινωνική πραγματικότητα, με την πολυπλοκότητα και τις αντιφάσεις της. Δεν το υποστηρίζω αυτό θεωρητικά, αλλά κυρίως επειδή το έχω δει να συμβαίνει μέσα από την πληθώρα εφαρμοσμένων ερμηνευτικών/εκπαιδευτικών προγραμμάτων, ακόμη και για τις πιο «δύσκολες» ομάδες κοινού που είχα την ευκαιρία να εμπλακώ. Πολλά τέτοια παραδείγματα μπορεί κανείς να βρει στις σελίδες του βιβλίου.
Μετά τη μετατροπή των πέντε μεγάλων μουσείων σε ΝΠΔΔ, θεωρείς ότι οι οργανισμοί απέκτησαν μεγαλύτερη ευελιξία για την εκθεσιακή πολιτική τους και τα εκπαιδευτικά τους προγράμματα; Υπάρχουν ορατές αλλαγές και προς ποια κατεύθυνση;
Φοβάμαι πως δυστυχώς επιβεβαιώνεται χρόνο με τον χρόνο η εκτίμηση όσων εξαρχής αντιταχθήκαμε στη μετατροπή των πέντε μεγάλων μουσείων σε ΝΠΔΔ. Οι οργανισμοί αυτοί, αποκομμένοι πλέον από τον κορμό της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και με διορισμένες απευθείας από την πολιτική ηγεσία διοικήσεις, δεν έχουν ούτε την πολυδιαφημιζόμενη ευελιξία στην πολιτική τους ούτε την πολυπόθητη οικονομική αυτοτέλεια. Αντίθετα, όσα δείγματα γραφής έχουν δώσει ώς τώρα, κατατείνουν σε γενικές γραμμές στο ότι έχουν υποβαθμιστεί τόσο το εκθεσιακό τους πρόγραμμα όσο και οι λοιπές υπηρεσίες προς το κοινό, συμπεριλαμβανομένων και των εκπαιδευτικών προγραμμάτων.
Αν σου ζητούσα να θυμηθείς κάποιες στιγμές από το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο στο οποίο εργάστηκες επί σειρά ετών, ποιες θα ξεχώριζες; Πώς κερδίζατε το ενδιαφέρον των παιδιών; Υπάρχει κάποιο περιστατικό που θυμάσαι πιο έντονα;
Μια από τις πιο δυνατές εμπειρίες μου στα εκπαιδευτικά προγράμματα του Βυζαντινού Μουσείου ήταν η συνεργασία μας με έναν από τους ξενώνες αποασυλοποίησης του ΨΝΑ. Οταν λ.χ. οι συμμετέχουσες στο πρόγραμμα βρέθηκαν να σχολιάζουν μια επιλεγμένη για την περίσταση εικόνα της Βρεφοκρατούσας Θεοτόκου όχι ως αντικείμενο λατρευτικής τέχνης, αλλά μέσα από τα προσωπικά τους βιώματα για την οδυνηρή σχέση μάνας-παιδιού, μου έγινε εντελώς ξεκάθαρο πόσο ποικίλες μπορεί να είναι οι ματιές και οι τρόποι νοηματοδότησης των μουσειακών εκθεμάτων από τους ανθρώπους τού σήμερα.
Τα εκπαιδευτικά προγράμματα στο Βυζαντινό Μουσείο εμφορούνταν από τις ιδέες της προοδευτικής παιδαγωγικής και ειδικά της Κριτικής Παιδαγωγικής. Ετσι, για παράδειγμα, η ανατροπή της κλασικής σχέσης εκπαιδευτή – εκπαιδευόμενου, η μετακίνηση από την παραδοσιακή ξενάγηση του «εδώ βλέπετε» στη διαλογική συζήτηση, που εκκινεί με ερωτήσεις του τύπου «τι βλέπετε εδώ;», «πώς αισθάνεστε βλέποντας αυτό;» ή «τι θα σας έλεγε αν σας μιλούσε;», κέρδιζαν από την πρώτη στιγμή τους συμμετέχοντες, μικρούς και μεγάλους, εμπλέκοντάς τους ενεργά σε μια συλλογική διαδικασία προσέγγισης των εκθεμάτων, καθιστώντας τους ουσιαστικά ερμηνευτικούς συμμέτοχους.
Ποιο είναι το όραμά σου για το μέλλον;
Οραματίζομαι ένα μουσείο ανοιχτό σε όλους τους ανθρώπους, συμμετοχικό και δημοκρατικό, εργαστήρι κριτικής προσέγγισης και επεξεργασίας του παρελθόντος στο παρόν, κυψέλη αναστοχασμού και δημιουργίας. Μπορεί να ακούγεται ουτοπικό, αλλά είναι εφικτό, μέσα ασφαλώς από ευρύτερους δρόμους ανατροπής, όχι μόνο στάσεων και αντιλήψεων, αλλά και πολιτικών.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
