Σε μια σημαντική απόφαση για την προστασία της πρώτης κατοικίας από οφειλές προς το Δημόσιο, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι η κατάσχεση και ο πλειστηριασμός της δεν μπορούν να προχωρούν όταν υπάρχουν άλλα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη που είναι δυνατό να αξιοποιηθούν για την είσπραξη των οφειλόμενων ποσών.
Το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη συνταγματική προστασία της κατοικίας και στην αρχή της αναλογικότητας, επισημαίνοντας ότι η απώλεια της οικογενειακής στέγης πρέπει να αποτελεί την τελευταία επιλογή της Πολιτείας. Πριν από τη λήψη ενός τόσο σοβαρού μέτρου, οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να εξετάζουν αν υπάρχουν εναλλακτικοί τρόποι είσπραξης των δημοσίων οφειλών, οι οποίοι θα επιφέρουν μικρότερη επιβάρυνση στον πολίτη.
Η κρίση του ΣτΕ αφορά οφειλές που εισπράττονται με βάση τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων και καλύπτει χρέη προς την Εφορία και το Δημόσιο, τους δήμους και τις περιφέρειες, τα ασφαλιστικά ταμεία, καθώς και άλλα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου.
Παράλληλα, η απόφαση διευρύνει τις δυνατότητες δικαστικής προστασίας των οφειλετών. Ειδικότερα, αναγνωρίζεται η δυνατότητα άσκησης ανακοπής σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης. Έτσι, ο ενδιαφερόμενος δεν περιορίζεται πλέον στην αμφισβήτηση της αρχικής πράξης κατάσχεσης, αλλά μπορεί να προσφύγει στη δικαιοσύνη και σε μεταγενέστερο στάδιο, ακόμη και όταν έχει εκδοθεί το πρόγραμμα πλειστηριασμού.
Η υπόθεση που οδήγησε στη συγκεκριμένη δικαστική κρίση αφορούσε την κατάσχεση του 50% μιας μεζονέτας 162 τετραγωνικών μέτρων στο Μοσχάτο, η οποία χρησιμοποιούνταν ως κύρια κατοικία από διευθύνοντα σύμβουλο εταιρείας. Η αρμόδια ΔΟΥ ΦΑΕ Πειραιά είχε κινήσει τη διαδικασία πλειστηριασμού για την είσπραξη ληξιπρόθεσμων εταιρικών οφειλών ύψους 142.917 ευρώ. Το συγκεκριμένο ποσοστό του ακινήτου είχε αποτιμηθεί σε 100.000 ευρώ, ενώ η τιμή εκκίνησης του πλειστηριασμού είχε οριστεί στις 80.000 ευρώ.
Ο οφειλέτης προσέφυγε στα δικαστήρια, υποστηρίζοντας ότι η επιλογή της κατοικίας του ως αντικειμένου κατάσχεσης ήταν δυσανάλογη, καθώς διέθετε και άλλα ακίνητα σε διαφορετικές περιοχές της χώρας. Κατά την άποψή του, το Δημόσιο μπορούσε να επιδιώξει την είσπραξη των χρημάτων μέσω της συγκεκριμένης περιουσίας, χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τη στέγη του.
Το ΣΤ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας απέρριψε την αίτηση αναίρεσης που είχε καταθέσει το Δημόσιο, διατηρώντας σε ισχύ τις προηγούμενες αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου και του Διοικητικού Εφετείου. Στην κρίση του δικαστηρίου επισημάνθηκε ότι η κατοικία δεν αποτελεί απλώς ένα περιουσιακό στοιχείο, αλλά συνδέεται άμεσα με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, το αίσθημα ασφάλειας και την ομαλή ανάπτυξη της προσωπικής και οικογενειακής ζωής.
Η απόφαση, με πρόεδρο τον αντιπρόεδρο του ΣτΕ Ιωάννη Γράβαρη και εισηγήτρια τη σύμβουλο Επικρατείας Ελένη Παπαδημητρίου, στηρίχθηκε στις συνταγματικές εγγυήσεις για την προστασία της κατοικίας, καθώς και στην υποχρέωση των κρατικών οργάνων να διασφαλίζουν αποτελεσματικά τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών.
Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της, όταν ένα μέτρο που αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος ενδέχεται να οδηγήσει στην απώλεια της κατοικίας, οι αρμόδιες αρχές πρέπει να αποδεικνύουν ότι η συγκεκριμένη επιλογή είναι απολύτως αναγκαία. Αυτό προϋποθέτει ότι έχουν προηγουμένως εξεταστεί και αποκλειστεί άλλες, λιγότερο επαχθείς λύσεις που θα μπορούσαν να εξυπηρετήσουν τον ίδιο σκοπό.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την ερμηνεία των διατάξεων του ΚΕΔΕ που υιοθέτησε το δικαστήριο, η κατάσχεση ακινήτου που αποτελεί αποδεδειγμένα τη μοναδική κατοικία του οφειλέτη και της οικογένειάς του μπορεί να θεωρηθεί νόμιμη μόνο εφόσον έχει προηγηθεί ουσιαστική έρευνα για την ύπαρξη άλλων κατασχετών περιουσιακών στοιχείων και έχει τεκμηριωθεί ότι αυτά δεν επαρκούν ή δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την ικανοποίηση της απαίτησης.
Σε διαφορετική περίπτωση, η επιλογή της κύριας κατοικίας ως μέσου είσπραξης της οφειλής δεν είναι σύννομη. Επιπλέον, η πλημμέλεια δεν περιορίζεται στην πράξη κατάσχεσης, αλλά επηρεάζει και τις επόμενες πράξεις της διαδικασίας που οδηγούν στον πλειστηριασμό.
Με αυτό το σκεπτικό, το ΣτΕ θέτει σαφή όρια στην αναγκαστική εκτέλεση για χρέη προς το Δημόσιο, υπογραμμίζοντας ότι η είσπραξη των οφειλών πρέπει να συνδυάζεται με τον σεβασμό των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων. Η αξιοποίηση άλλων διαθέσιμων περιουσιακών στοιχείων προηγείται, επομένως, της προσφυγής σε ένα μέτρο που μπορεί να στερήσει από τον οφειλέτη και την οικογένειά του τη μοναδική τους κατοικία.
Διαβάστε περισσότερα
