Αν και το Σύνταγμά μας ανταποκρίθηκε με επιτυχία σε δύσκολες καταστάσεις, έχει επικρατήσει στο πολιτικό σύστημα, κυρίως μετά την ευρύτατη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, ένας αναθεωρητικός οίστρος, κατά την έκφραση του Ευάγγελου Βενιζέλου, με συμμέτοχο το μεγαλύτερο μέρος της επιστημονικής νομικής κοινότητας. Υστερα από κάθε αναθεώρηση, και πριν ακόμη συμπληρωθεί ο ελάχιστος χρόνος της πενταετίας που απαιτείται να παρέλθει για να κινηθεί εκ νέου αναθεωρητική διαδικασία, αρχίζει η συζήτηση για συνταγματικές αλλαγές. Τα πολιτικά κόμματα θεωρούν υποχρέωσή τους να εντάξουν στο πρόγραμμά τους ως πρωταρχικό ζητούμενο την αναθεώρηση του Συντάγματος και η συζήτηση πλατειάζει με τη συμμετοχή πολλών προσώπων που εκφέρουν δημόσιο λόγο. Ο νομοθετικός πληθωρισμός, που αποτελεί μία από τις ασθένειες της έννομης τάξης στη χώρα μας, τείνει να μεταφερθεί στο επίπεδο του Συντάγματος με συνέπεια την «εκνόμευση» του Συντάγματος που αποτελεί διαφυγή από τα δυσεπίλυτα προβλήματα της πολιτικής εξουσίας, όπως ανέφερε ο αείμνηστος καθηγητής Αντώνης Μανιτάκης.
Ως επακόλουθο της μειωμένης εμπιστοσύνης των πολιτών στη Δικαιοσύνη, ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην τρέχουσα αναθεωρητική διαδικασία στο θέμα της επιλογής που προεδρείου των τριών ανώτατων δικαστηρίων, στο οποίο περιορίζονται οι επόμενες σκέψεις.
Στην Ελλάδα η Δικαιοσύνη είναι εφοδιασμένη με ισχυρή θεσμική θωράκιση και οι δικαστές είναι οι δημόσιοι λειτουργοί με την ισχυρότερη θεσμική προστασία. Φαίνεται, όμως, ότι δεν έχει κατακτηθεί η αναγκαία ισορροπία μεταξύ των αρχών του κράτους δικαίου και της εφαρμογής τους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, μεταξύ της εκτελεστικής εξουσίας και των εκπροσώπων της δικαστικής εξουσίας, κυρίως των επικεφαλής των ανώτατων δικαστηρίων. Ετσι, έχει αναχθεί σε μείζον ζήτημα το γεγονός ότι η επιλογή του προεδρείου των ανώτατων δικαστηρίων γίνεται από κυβερνητικό όργανο διότι έχει δημιουργηθεί η εντύπωση ότι με τον τρόπο αυτόν διαπλάσσεται σχέση εξάρτησης της Δικαιοσύνης στο σύνολό της από την εκάστοτε κυβέρνηση. Η εντύπωση δεν είναι έωλη. Προκλήθηκε από πρακτικές του πολιτικού συστήματος, από συμπεριφορές δικαστών και κυρίως της κατά κατάχρηση λεγόμενης ηγεσίας της Δικαιοσύνης, αλλά και από τη συχνά ανερμάτιστη κριτική των δικαστικών αποφάσεων στον δημόσιο λόγο.
Αυτή η εντύπωση έχει καταγραφεί σε εκθέσεις ενωσιακών και άλλων ευρωπαϊκών οργανισμών, μεταξύ των οποίων και ετήσιες εκθέσεις για το κράτος δικαίου στην Ελλάδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία υπεδείκνυε την ανάγκη συμμετοχής του δικαστικού σώματος στη διαδικασία επιλογής των προέδρων και αντιπροέδρων των ανώτατων δικαστηρίων, παρά το ότι η τήρηση τέτοιας διαδικασίας δεν αποτελεί κανόνα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης ούτε τα όργανά της ή το Συμβούλιο της Ευρώπης έχουν αναγάγει τη συμμετοχή των δικαστών σε αυτή τη διαδικασία σε γενικότερο κανόνα συνδεόμενο με το κράτος δικαίου. Υποδείξεις σχετικά με θέματα οργάνωσης της Δικαιοσύνης οι δύο αυτοί υπερκρατικοί οργανισμοί απευθύνουν σε χώρες, στις οποίες το κράτος δικαίου νοσεί στην πράξη. Συνέπεια αυτών των υποδείξεων είναι η ψήφιση του νόμου, με τον οποίο προβλέπεται η συμμετοχή των ολομελειών των ανώτατων δικαστηρίων, χωρίς αποφασιστική αρμοδιότητα, στη διαδικασία επιλογής του προεδρείου τους.
Κατά την τρέχουσα διαδικασία της προτείνουσας Βουλής, στην οποία η πρώτη ψηφοφορία θα λάβει χώρα την επόμενη Δευτέρα 27 Ιουλίου, φαίνεται ότι μεταξύ των διατάξεων, των οποίων θα προταθεί η αναθεώρηση, είναι το άρθρο 90 παρ. 5 του Συντάγματος, με το οποίο προβλέπεται ότι το προεδρείο των ανώτατων δικαστηρίων ορίζεται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του υπουργικού συμβουλίου.
Ως προς το θέμα αυτό έχουν διατυπωθεί διάφορες προτάσεις. Μεταξύ άλλων, να ανατεθεί η επιλογή στους ίδιους τους δικαστές. Θεωρώ ότι αυτή η ρύθμιση θα ενίσχυε την εσωστρέφεια της δικαστικής εξουσίας, θα κατέληγε σε πλήρη αυτονόμησή της και θα ανέτρεπε τη θεσμική ισορροπία μεταξύ άμεσων οργάνων της πολιτείας, εκτός του ότι θα συνέβαλλε στη δημιουργία κλίματος ανταγωνισμού στους κόλπους του ίδιου του δικαστικού σώματος. Και πάντως αυτή η διαδικασία δεν διασφαλίζει εμπιστοσύνη στις ενέργειες του επιλεγομένου. Δεν δημιουργεί τεκμήριο αξιοπιστίας του. Το γεγονός ότι ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Τζαβέλλας είχε ψηφιστεί από τους συναδέλφους του δεν εμπόδισε την ακραία αμφισβήτηση της πρόσφατης κρίσης του στην υπόθεση των υποκλοπών.
Αλλά και η αναζήτηση άλλων λύσεων είναι κατά τη γνώμη μου ατελέσφορη διότι δεν υπάρχει κατά τη γνώμη μου σύστημα επιλογής χωρίς αδυναμίες. Αν λ.χ. η επιλογή του προεδρείου των ανώτατων δικαστηρίων ανατεθεί σε όργανο της Βουλής ή ακόμη και στην ολομέλειά της, είναι αναπόφευκτη ή με βεβαιότητα αναμενόμενη η ένταξη της σχετικής κρίσης στον κομματικό ανταγωνισμό. Απόφαση με απλή πλειοψηφία δεν θα διέφερε από την απόφαση του υπουργικού συμβουλίου, ενώ η αυξημένη πλειοψηφία δημιουργεί τον κίνδυνο αδυναμίας να ληφθεί απόφαση, όπως συμβαίνει για την επιλογή μελών των Ανεξάρτητων Αρχών.
Εχοντας ως βάση τη σκέψη ότι συνταγματικές αλλαγές δικαιολογούνται όταν υπάρχει βεβαιότητα ή έστω ισχυρή πιθανολόγηση ότι η προτεινόμενη νέα ρύθμιση βελτιώνει το θεσμικό πλαίσιο, και την πεποίθηση ότι καταφρόνηση των θεσμών από ενέργειες προσώπων, έστω και αν λειτουργούν ως όργανα της πολιτείας, δεν αίρεται ούτε παρεμποδίζεται με τροποποιήσεις ή προσθήκες στο Σύνταγμα, πιστεύω ότι δεν ενδείκνυται μεταβολή σε συνταγματικό επίπεδο του τρόπου επιλογής του προεδρείου των ανώτατων δικαστηρίων.
*Προέδρου ε.τ. του Συμβουλίου της Επικρατείας, τ. προέδρου της ανεξάρτητης Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
