Τελευταία νέα
Τον Ιανουάριο οι παραιτήσεις των ανεξάρτητων βουλευτών που πάνε ΕΛ.Α.Σ: Η μάχη για τα ψηφοδέλτια Μητσοτάκης: “Τα Γλυπτά του Παρθενώνα εκλάπησαν – Θα εντείνουμε τις διεκδικήσεις μας” Θάνατος Μαζωνάκη: Στο ΑΤ Κυψέλης ο δικηγόρος του για το άνοιγμα του χρηματοκιβωτίου [βίντεο] Π. Μαρινάκης: Στο 100% η κρατική ενίσχυση για τις ζημιές στις κατοικίες στην Κρήτη Μητσοτάκης για Γλυπτά Παρθενώνα: «Τώρα είναι η ώρα να ασκηθεί πίεση» Γαλλία: Ποιος είναι ο 19χρονος Ριάντ Ρανί, που έγινε η φωνή των μαθητικών κινητοποιήσεων  Μαρινάκης: Στο 100% η κρατική ενίσχυση για τις ζημιές στις κατοικίες στην Κρήτη Τουρκία: Σήμα Μπαχτσελί για πρόωρες εκλογές το 2028 με υποψήφιο τον Ερντογάν Ο προκλητικός χάρτης της «Μεγάλης Τουρκίας» στο μετρό της Κωνσταντινούπολης: Κύπρος, Θράκη, Ρόδος τουρκικά εδάφη Φωτιά στη Λαμία – Επιχειρούν και εναέρια μέσα Κ. Μητσοτάκης για Γλυπτά του Παρθενώνα: Θα συνεχίσουμε τις διεκδικήσεις – Είναι ζήτημα για την Ευρώπη, όχι μόνο για την Ελλάδα Υποχωρεί η μεγάλη φωτιά στο Σουφλί – Διπλασιάστηκαν οι πυροσβεστικές δυνάμεις
Efsyn.gr

Τα κοινά σημεία των προεκλογικών υποσχέσεων των Τραμπ και Μητσοτάκη

Στη ΔΕΘ, 5 Σεπτεμβρίου 2026, ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρουσίασε πακέτο μέτρων για συνταξιούχους, δημόσιους υπαλλήλους, αγρότες, οικογένειες, ελεύθερους επαγγελματίες και επιχειρήσεις. Ουσιαστικά, πρόκειται για ένα πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής της επόμενης κυβερνητικής περιόδου μετά τις εκλογές, ενώ ήδη είναι πρωθυπουργός για τους επόμενους 8 μήνες και δεν λαμβάνει κανένα μέτρο ή τουλάχιστον δεν αρχίζει να υλοποιεί κάποια από τα όποια θετικά μέτρα για την κοινωνία, που υπόσχεται από τώρα.
Ο Κυρ. Μητσοτάκης κάνει απόλυτη χρήση της κρατικής εξουσίας ως πλεονέκτημα. Ο εν ενεργεία αρχηγός της κυβέρνησης χρησιμοποιεί το επίσημο θεσμικό βήμα για να διαφημίσει ένα μελλοντικό κομματικό πρόγραμμα. Υπάρχει μια δομική διαφορά ανάμεσα σε έναν υποψήφιο που υπόσχεται παροχές και σε έναν εν ενεργεία πρωθυπουργό.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει μια σύγκριση της επικοινωνιακής πολιτικής των υποσχέσεων του Κυριάκου Μητσοτάκη με εκείνη του Ντόναλντ Τραμπ. Στις 9 Σεπτεμβρίου 2026, ο πρόεδρος των ΗΠΑ ανακοίνωσε ότι, εάν οι Ρεπουμπλικανοί κερδίσουν και διατηρήσουν τον έλεγχο της Βουλής και της Γερουσίας στις ενδιάμεσες εκλογές, κάθε ενήλικος Αμερικανός πολίτης θα λάβει 5.000 δολάρια, το οποίο ονόμασε «Trump Dividend».
Η αμερικανική κυβέρνηση υπολογίζει περίπου 240–245 εκατομμύρια ενήλικους πολίτες, άρα το συνολικό κόστος θα ήταν περίπου 1,2 τρισ. δολάρια. Είναι σημαντικό ότι η διατύπωση ήταν ότι τα χρήματα θα δοθούν εφόσον κερδίσουν οι Ρεπουμπλικανοί, σε όλους τους ενήλικους Αμερικανούς πολίτες, αν και η καταβολή θα απαιτούσε νομοθετική έγκριση από το Κογκρέσο. Επομένως, ο χαρακτηρισμός «αγορά ψήφων» δεν είναι μόνο πολιτική/ηθική ερμηνεία αλλά και ένα διαπιστωμένο νομικό γεγονός.
Στην περίπτωση του Κυρ. Μητσοτάκη υπάρχει ένα ενδιαφέρον παράλληλο φαινόμενο, αλλά με διαφορετική μορφή. Στη ΔΕΘ, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωσε ότι οι εκλογές θα γίνουν την άνοιξη του 2027 και μίλησε ρητά για τα μέτρα που θα μπορούσε να εφαρμόσει η κυβέρνηση «από το καλοκαίρι του 2027 μέχρι το 2031», δηλαδή μετά τις εκλογές και εφόσον εκλεγεί πρωθυπουργός. Αυτό μεταφράζεται ως εσκεμμένη επιλογή της κυβέρνησης να κρατήσει την κοινωνία σε κατάσταση «αναμονής». Αν τα μέτρα εφαρμόζονταν άμεσα, οι ψηφοφόροι θα εισέπρατταν το όφελος και θα πήγαιναν στις κάλπες ελεύθεροι να κρίνουν το συνολικό έργο.
Με τη μετάθεση της υλοποίησης στο μέλλον (π.χ. μόνιμο επίδομα από το τέλος του 2027 ή μέτρα έως το 2031), η παροχή μετατρέπεται από κυβερνητικό έργο σε «υπόσχεση υπό αίρεση». Ναι στις δύο περιπτώσεις ο πολιτικός ηγέτης συνδέει την εκλογική επιλογή με την προσδοκία μελλοντικού οικονομικού οφέλους. Το ενδιαφέρον ερώτημα δεν είναι αν πρέπει αυτομάτως να χαρακτηρίσουμε τις δύο περιπτώσεις «αγορά ψήφων», αλλά πιο χρήσιμο είναι να τεθεί ένα γενικότερο θεσμικό ερώτημα: πότε μια προεκλογική οικονομική υπόσχεση αποτελεί θεμιτή παρουσίαση κυβερνητικού προγράμματος και πότε μετατρέπεται σε προσπάθεια επηρεασμού του εκλογικού σώματος μέσω άμεσης οικονομικής ανταμοιβής; Η πολιτική δωροδοκία ορίζεται από τη σχέση συναλλαγής: «μου δίνεις την ψήφο, σου δίνω το οικονομικό όφελος». Και στις δυο περιπτώσεις υπάρχει η ρητή σύνδεση των παροχών με την εκλογική επικράτηση του συγκεκριμένου προσώπου που αλλοιώνει τον χαρακτήρα της κοινωνικής πολιτικής. Αντί τα μέτρα να παρουσιάζονται ως εθνική ανάγκη, που πρέπει να εφαρμοστεί ανεξαρτήτως του ποιος θα κυβερνά, παρουσιάζονται ως αποκλειστικό προνόμιο που θα ενεργοποιηθεί μόνο με τη θετική ψήφο.
Επομένως, η πιο ακριβής διατύπωση είναι ότι και οι δύο περιπτώσεις αποτελούν προεκλογικές οικονομικές δεσμεύσεις και έχουν ρητή και άμεση σύνδεση μεταξύ εκλογικής νίκης και συγκεκριμένης χρηματικής παροχής. Δεν παύει όμως να χαρακτηρίζεται ως «αγορά ψήφων» και να αξιολογείται πολιτικά και ίσως νομικά με το ίδιο τρόπο. Το ερώτημα ίσως είναι διπλό: τυχαία παρόμοιες στρατηγικές διαπερνούν τον Aτλαντικό; Μήπως παρόμοιες ιδεολογίες διαπερνούν τις κυβερνήσεις κι αν ναι μήπως δεν υπάρχει άλλος χρόνος για να περιμένει η Δημοκρατία;
*Ομότιμος Καθηγητής-Μέλος Εθνικού Συμβουλίου ΕΛΑΣ

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...