Είναι η δεύτερη χρονιά που ανεβαίνει το τελευταίο έργο του Γιωργή Τσουρή – κι αν κρίνω από τα απανωτά sold out ήδη στην αφετηρία κιόλας της επανέναρξης, δεν το βρίσκω διόλου απίθανο να ακολουθήσουν κι άλλες ακόμη… Στο κατάμεστο «Ανεσις» –σε απογευματινή μάλιστα παράσταση–, το «Τζόνι Μπλε» μού θύμισε από ποια υλικά φτιάχνεται το επιτυχημένο θέατρο: μια πειστική κατάσταση στη βάση, γεροί χαρακτήρες στη σκηνή και στην πλοκή το ακριβοθώρητο εκείνο μίγμα από σασπένς, ένταση και συγκίνηση, μαζί με γερές δόσεις καλής ποιότητας χιούμορ.
Ο Τσουρής, είναι πλέον πολύ φανερό, έχει μια πολύ καλή και γενναιόδωρη αίσθηση αυτού του θεάτρου και μπορώ από τώρα να προφητεύσω ότι δεν θα αργήσει η μέρα που θα δούμε έργο του να ανεβαίνει στις σκηνές της Εσπερίας. Διόλου ανώτερα εξάλλου δεν είναι τα εγκωμιασμένα αντίστοιχά του, που κάθε χρόνο ξεφορτώνονται στη σκηνή μας από τη Νέα Υόρκη, το Δουβλίνο ή την Καταλονία.
Και σε αυτή την περίπτωση μάλιστα δεν απαιτείται κανένας κόπος για να νιώσουμε και να εμπεδώσουμε τις βαθύτερες γραμμές του πρωτότυπου κειμένου: τα πρόσωπα ακολουθούν τη μακριά γραμμή του θεάτρου μας που μας χάρισε μια σειρά από πορτρέτα και καθρέφτες της ελληνικής Μεταπολίτευσης. Δεν πάει να ζουν σε άλλα διαμερίσματα από τα δικά μας, σε άλλους ορόφους ή σε άλλους δήμους ή πόλεις – παραμένουν συγγενή μας πρόσωπα στην ανάσα και το ξέσπασμα, στην απορία και το λάθος. Και σαν τέτοια τούς δίνουμε κάποτε το μυστικό δικαίωμα να αντιγυρίζουν την κριτική, να τη γυρνούν προς «τα μούτρα μας» –με πολύ ρωμαίικο τρόπο μάλιστα– και να τους νιώθουμε όπως νιώθουμε τον εαυτό μας τα μεσάνυχτα.
Το έργο έχει πάρει βέβαια το όνομά του από ένα πολύ ακριβό ουίσκι συγκεκριμένης μάρκας – στις υποδηλώσεις του όμως σημαίνει μια ολόκληρη και κάπως ξεθωριασμένη πλέον εποχή: την εποχή όπου μια τάξη ενώθηκε με την ταμπέλα της ψευδεπίγραφης και άκρως προσωρινής ευωχίας, στην οποία μια γενιά μεγάλωσε στο δίχτυ της αρσενικής αντίληψης του κόσμου και μια ηλικία έμεινε στάσιμη στους ήχους της νιότης της.
Στο υπόγειο
Είναι αξιοσημείωτο ότι τα καλύτερα νεοελληνικά έργα γράφτηκαν μέσα σε ένα παρόν που διακατέχεται από τη νοσταλγία για κάτι που απομακρύνεται. Σαν να χρειάζεται ο κόσμος μας να αρχίσει να χάνεται για να μπορέσουμε επιτέλους να τον δούμε. Σε ένα κλειστό υπόγειο, γεμάτο με παλιές και άχρηστες πλέον τηλεοράσεις, ο Πέτρος Μπουγάρης (Ιωσήφ Ιωσηφίδης) θα καλέσει τους δύο παλιούς φίλους, τον Μάκη (Γιωργή Τσουρή) και τον Σωτήρη (Μάνο Καζαμία), με τους οποίους έχει αποξενωθεί ύστερα από έναν καβγά. Σε αυτό το τυπικό λοιπόν κλειστό κουτί, μήτρα της σύγχρονης δραματουργίας, η συνάντησή τους θα ξεκινήσει από μια αρχική προσπάθεια συμφιλίωσης με άφθονο ουίσκι, αναμνήσεις και αντρικά πειράγματα, μέχρις ότου η εμφάνιση του νεαρού Τόνι (Στρατή Χατζησταματίου) θα αποκαλύψει τον πραγματικό σκοπό της πρόσκλησης. Την επόμενη ώρα λοιπόν η φαινομενικά ανέμελη συνάντηση θα μετατραπεί σε επικίνδυνη αναμέτρηση, στην οποία οι ήρωες θα αντιμετωπίσουν τις προσωπικές ευθύνες, τη βία που διατρέχει τις σχέσεις και τα όρια ανάμεσα στη δικαιοσύνη και την αυτοδικία.
Εχουμε συνηθίσει να μιλάμε για τέτοια έργα τοποθετώντας τα στο αρκετά αόριστο, και ίσως περιοριστικό, είδος του «ωμού ρεαλισμού». Νομίζω, η θεματολογία αλλά και το ίδιο το ήθος τους μας οδηγούν αλλού. Διακρίνω πως έχει σχηματιστεί πλέον στη σημερινή ελληνική σκηνή μια ομάδα συγγραφέων που βάζει στο κέντρο το ανδρικό πρόσωπο και τις ρωγμές του, ανατέμνοντας και αποδομώντας τα σχετικά στερεότυπα. Συγγραφείς όπως ο Τσιοτσιόπουλος, ο Τσίρος, ο Τσουρής, αλλά και ο Παλούμπης και ο Οικονομίδης συγγράφουν από κοινού μια δραματουργία που παρουσιάζει σκηνικά και κριτικά το βάρος της σημερινής ανδρικής ταυτότητας. Σε αυτόν τον «μάτσο ρεαλισμό» παρέες διαλύονται με πάταγο, σώματα βαριά μεγαλώνουν άγαρμπα και φωνές με γρέζι ακούγονται αποξενωμένες από την εποχή που τις διαμόρφωσε. Στα βήματα του Κεχαΐδη, του Διαλεγμένου (και της Αναγνωστάκη, μεταξύ άλλων…), οι άνδρες του νέου αιώνα περιδινούνται άχαροι, αλλόκοτοι και απροσδιόριστα μόνοι.
Δεν είναι επομένως διόλου τυχαία η επιτυχία του «Τζόνι Μπλε». Πίσω από την επιδέξια δραματουργική κατασκευή, το έργο ανασύρει κάτι βαθύτερο, κάτι που ενυπάρχει στο κοινωνικό υπέδαφος και εξακολουθεί να καθορίζει, συχνά ανομολόγητα, τις συμπεριφορές μας. Στο έργο μάλιστα αναπτύσσονται δύο ακόμη άξονες προβληματισμού. Ο πρώτος αφορά τη σχέση της παλαιότερης γενιάς με τη νεότερη. Η συνάντησή τους αποκαλύπτει το χάσμα που έχει ανοίξει στο ανάμεσα, σαν να βρίσκονται σε δύο αντίπερα όχθες, καθεμιά από τις οποίες αντικρίζει την άλλη σαν γκρεμό. Ο δεύτερος αφορά την ορατή και αόρατη παρουσία της γυναίκας, η οποία, είτε με τη μορφή της δυναμικής πρώην συζύγου Κατερίνας (Βάλιας Παπακωνσταντίνου) είτε με εκείνη της απούσας από τη σκηνή κόρης, καθορίζει τη θέση, τις επιλογές και εν τέλει τη μοίρα των ανδρών. Η γυναίκα, ακόμη και όταν απουσιάζει, παραμένει το πρόσωπο γύρω από το οποίο οργανώνεται η ανδρική δράση.
Δύο ώρες παρασυρμένοι από την ένταση που άλλοτε υποβόσκει και άλλοτε αναδύεται ορμητικά στην επιφάνεια, γελώντας άγρια με τους απίθανους αυτούς τύπους και τα αδιέξοδά τους, συγκινημένοι από την κραυγή τους, την άλλοτε ηχηρή και άλλοτε βουβή
Δύο ώρες παρασυρμένοι από την ένταση που άλλοτε υποβόσκει και άλλοτε αναδύεται ορμητικά στην επιφάνεια, γελώντας άγρια με τους απίθανους αυτούς τύπους και τα αδιέξοδά τους, συγκινημένοι από την κραυγή τους, την άλλοτε ηχηρή και άλλοτε βουβή. Σκηνοθεσία από τον ίδιο τον συγγραφέα, που προφανώς μεταφέρει επί σκηνής τον ρυθμό και τον τόνο με τους οποίους συνέλαβε αρχικά το έργο του. Το σκηνικό της Ζωής Μολυβδά-Φαμέλη, ένα υπόγειο ασφυκτικά γεμάτο από τα απομεινάρια των δεκαετιών που πέρασαν, μοιάζει να συγκεντρώνει τα σκουπίδια μιας ολόκληρης ζωής, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να φωτιστούν ξανά οι σκοτεινές οθόνες της μνήμης. Τα κοστούμια της Αλέγιας Παπαγεωργίου υπηρετούν με ακρίβεια το ήθος των προσώπων, ενώ η μουσική του Γιώτη Κιουρτσόγλου και του ίδιου του συγγραφέα, όπως και οι φωτισμοί της Σεμίνας Παπαλεξανδροπούλου συντονίζονται με το ύφος και τον ρυθμό της σκηνοθεσίας.
Οι ήρωες
Δεν θα κουραστώ να το επαναλαμβάνω. Το μεγαλύτερο όφελος από την ανάδυση της ιθαγενούς δραματουργίας το αποκομίζουν οι ίδιοι οι εκφραστές της. Αυτό που κάνουν οι ηθοποιοί της παράστασης σχεδόν φυσικά, αβίαστα, θα απαιτούσε μήνες μελέτης και άσκησης για να το κατακτήσουν σε ένα ξένο έργο. Κι αυτό γιατί στη δική τους ανάσα πατούν οι ήρωες του έργου για να αναπνεύσουν και οι ίδιοι. Ο Ιωσήφ Ιωσηφίδης, ο Μάνος Καζαμίας και ο Γιωργής Τσουρής πρέπει να ιδωθούν σαν ένα κοινό ερμηνευτικό σώμα, τρεις διακλαδώσεις με κοινή ρίζα. Οι ερμηνείες τους δεν λειτουργούν απλώς συμπληρωματικά· μοιάζουν να αναδύονται από την ίδια βιωματική δεξαμενή, να μοιράζονται έναν κοινό κώδικα συμπεριφορών, αντιδράσεων και σιωπών.
Ο Στρατής Χατζησταματίου λειτουργεί θαυμάσια σαν «καταλύτης» της δραματουργίας, εκείνος που εισβάλλει από τον έξω κόσμο για να διαταράξει τις ισορροπίες και να ωθήσει την πλοκή προς την αναπόφευκτη αναμέτρηση. Η Βάλια Παπακωνσταντίνου, τέλος, εκπροσωπεί τη γυναίκα, την παραγκωνισμένη αλλά διαρκώς παρούσα, ως σώμα, μνήμη και υπόσχεση.
Ενα εξαιρετικό σύνολο, σε μια παράσταση συγκρουσιακή που σβήνει εν τούτοις σε κλίμα αποδοχής και συμφιλίωσης. Οχι με μια «χαμένη αθωότητα» ή κάποιο «παρελθόν». Με την ιδέα πως μπορούμε να αντικρίσουμε κάποτε κατάματα τον εαυτό μας και τα λάθη του.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
