Τελευταία νέα
Οι δύο νέοι αντιπεριφερειάρχες Αττικής που όρισε ο Χαρδαλιάς Κόντρα ΠΑΣΟΚ με την εφημερίδα “Εστία”: Το νέο πρωτοσέλιδο και η σκληρή απάντηση «Τα “ανακαινισμένα” ΤΕΠ κατέληξαν δοκιμασία τύπου Surviror για τους υγειονομικούς» ΚΚΕ: Επικίνδυνη εξέλιξη το «αμυντικό» σύμφωνο Τουρκίας, Πακιστάν και Σαουδικής Αραβίας Ερυθρός Σταυρός: Ασθενής ξυλοκόπησε νοσηλεύτρια, χτύπησε το κεφάλι της σε πόρτα – Η καταγγελία της ΠΟΕΔΗΝ Ολοι για το αξίωμα του αρχηγού μαλώνουν Μελίνα προς Λίνα (μέρος ΙΙ) Η εκδίκηση του Μπέρνι; Η απειλή της εκλογικής καθίζησης Τραγωδία στην Πάρο: Στο μικροσκόπιο αν υπήρχε ναυαγοσώστης στην πισίνα όπου πνίγηκε ο 4χρονος Nordstream: Θέλει η Γερμανία να «λάμψει» η αλήθεια; – Το ένοχο ουκρανικό μυστικό της ανατίναξης των αγωγών Συνεχίζεται η κόντρα ΠΑΣΟΚ με την «Εστία»: Το νέο πρωτοσέλιδο και η απάντηση για «φαντασιόπληκτο ρεπορτάζ»
Efsyn.gr

Τι σημαίνει: Ποιος Όμηρος;

Όταν πρωτόμαθα πως «επτά πόλεις ερίζουν για την καταγωγή του Ομήρου», σκέφτηκα κάτι αρχαίους γενειοφόρους τύπους με χιτώνες να αλληλοδέρνονται φωνάζοντας «δικός μας ήταν ο Όμηρος!» ή «όχι, ρε, στην πόλη μας γεννήθηκε ο ποιητής!». Καβγάς φοβερός, με προεξάρχοντες τους Σμυρνιούς και τους Χιώτες, μέχρι να επικρατήσει κάποια πόλη ως η γενέτειρα του μεγάλου επικού ποιητή του 9ου (ή 8ου) αιώνα π.Χ., που ίσως αρχικά να λεγόταν «Μελησιγένης», γιος του Μαίονα και της Κριθηίδας από τη Σμύρνη. Βέβαια, μπορεί και να μην υπήρξε καν ο Όμηρος, όπως υποστηρίζει ο καθηγητής του Χάρβαρντ, Γκρέγκορι Νάγκι.
Όλα αυτά βέβαια τα πυροδότησε η «Οδύσσεια» του Νόλαν, που δίχασε τους Έλληνες, δίνοντάς τους ακόμα μία ευκαιρία να μαλλιοτραβηχτούν: από τη μια οι ένθερμοι υποστηρικτές της καλλιτεχνικής ελευθερίας του σκηνοθέτη να αποδώσει το ομηρικό έπος κατά το δοκούν, και από την άλλη οι λάβροι πολέμιοι των επιλογών του Νόλαν, που απορούν και εξίστανται: «Πώς είναι δυνατόν μια μαύρη ηθοποιός να υποδυθεί την ωραία Ελένη;». «Η ταινία είναι μυθοπλασία κι όχι ντοκιμαντέρ, και η Ελένη ήταν ένα μυθικό πρόσωπο», κραυγάζουν στεντορείως οι πρώτοι, χτυπώντας το χέρι τους στο τραπέζι. Όμως, οι δεύτεροι καγχάζουν: «Ωραία, τότε κάντε και μια ταινία με τον Εσκιμώο Δία να ’ναι παντρεμένος με την Πυγμαία Χιονάτη!».
Τέλος πάντων, η πρόσληψη της τέχνης είναι αυστηρά υποκειμενική. Κανείς δεν υποχρεούται να του αρέσει οτιδήποτε, είτε είναι πολιτικά ορθό είτε όχι, ενώ το δημιουργικό δικαίωμα είναι απολύτως ισότιμο με την ελευθερία του αποδέκτη του έργου τέχνης να το απορρίψει και να το σατιρίσει ευπρεπώς.
Πάντως όλη αυτή η φασαρία επανέφερε στο προσκήνιο και το ζήτημα της ταυτότητας του ποιητή. Τελικά, υπήρξε ο Όμηρος; Κι αν όντως υπήρξε ως ιστορικό πρόσωπο, έγραψε μόνος του την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, τα θεμέλια της Δυτικής Λογοτεχνίας, ή ήταν ο αρχικός εμπνευστής των δύο ποιημάτων, τα οποία πήραν τη γνωστή τους μορφή από μεταγενέστερους, οι οποίοι μορφοποίησαν τα έπη σαν τα δημοτικά τραγούδια, που δεν υπογράφονται από ένα άτομο, αλλά από έναν λαό;
Η ετυμολόγηση δεν βοηθάει τη κατάσταση: το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας λέει πως το όνομα του Ομήρου είναι αβέβαιου ετύμου, με πιθανότερη προέλευση το αρχαίο ουσιαστικό «όμηρος», δηλαδή εκείνο το πρόσωπο που κρατείται εκβιαστικά ως εγγύηση για την εκτέλεση υπόσχεσης ή συμφωνίας, και κατ’ επέκταση ο κρατούμενος, που η απελευθέρωσή του εξαρτάται από την ικανοποίηση συγκεκριμένων αιτημάτων. Η αρχική σημασία της λέξης πρέπει να ήταν «αυτός που συνοδεύει, που εξαναγκάζεται να εξακολουθήσει». Εδώ συσχετίζεται και η έννοια του τυφλού, που αναγκαστικά έχει συνοδό, όπου βασίζεται ακόμα μία εκδοχή: Όμηρος, από το «ο μη ορών».
Ίσως ο Όμηρος να ονομάστηκε έτσι όντας αιχμάλωτος των Κολοφωνίων στον πόλεμο με τη Σμύρνη ή να πήρε το όνομά του από μια κοινότητα ποιητών που ονομάζονταν «Ομηρίδες», «γιοι ομήρων», δηλαδή απόγονοι αιχμαλώτων πολέμου, ακατάλληλοι για μάχη, με μοναδικό καθήκον τους να θυμούνται τα ηρωικά γεγονότα του παρελθόντος και του παρόντος, ώστε να τα διασώσουν υπό μορφήν αφηγηματικών τραγουδιών. Κι εν τέλει, υπάρχει και η θεωρία που λέει πως το όνομα «Όμηρος» ενδέχεται να προέρχεται από τον σημιτικό όρο «omer», δηλαδή «αυτός που αφηγείται», τη μετοχή του ρήματος «amar» που σημαίνει «αφηγούμαι».
Α, ρε Νόλαν, φωτιά που μας άναψες.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...