Τελευταία νέα
AEK: Η πιο μεγάλη ώρα είναι τώρα Η Πρέσβης του Ισραήλ στη Μύκονο – Ραγδαία αύξηση του ισραηλινού τουρισμού στην Ελλάδα Ηλίας Κασιδιάρης: Το «παράθυρο» που μπορεί να τον στείλει στη Βουλή – Η «καυτή πατάτα» στο Α1 τμήμα του Αρείου Πάγου Πέθανε ο ηθοποιός και τραγουδιστής Ευ. Τουρνάς: 3.083 πυρκαγιές από την έναρξη της αντιπυρικής – 830 μόνο τον Αύγουστο Έντονη αντίδραση ΣΥΡΙΖΑ για την άρνηση της Ν.Δ. να ψηφίσει την Ακρίτα για αντιπρόεδρο της Βουλής Ακρίτα, για την μη ψήφισή της στο αξίωμα του αντιπροέδρου της Βουλής: “Αισθάνομαι δικαιωμένη για το παράσημο” Αλεπούδες εντοπίστηκαν γύρω από το ΟΑΚΑ – Η ανακοίνωση της διοίκησης: «Δεν ταΐζουμε, δεν ενοχλούμε» Ν. Κεραμέως: Μνημείο πολιτικού θράσους η ανακοίνωση της ΕΛ.Α.Σ. για τις συντάξεις χηρείας ΣΥΡΙΖΑ για διαρροές ΝΔ: «Δεν θα υπερψηφίσουν την Ακρίτα ως αντιπρόεδρο της Βουλής διότι έχει ασκήσει σφοδρή κριτική στην κυβέρνηση» Βουλή: Στην Ολομέλεια το νέο πλαίσιο για την επαγγελματική ασφάλιση Συνάντηση του Κ. Μητσοτάκη με την Αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης του Ηνωμένου Βασιλείου Κέμι Μπάντενοχ
Athens.indymedia.org

[Τοπικά Νέα] (Θεσσαλονίκη) Ενημέρωση από το αντιφασιστικό μονοήμερο

30/06/2026 2:15 μμ.

Ενημέρωση από το αντιφασιστικό μονοήμερο που πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 27/6 στους κήπους του πασά. Παρατίθεται και η εισήγηση της ομάδας μας στην εκδήλωση

Με μεγάλη επιτυχία πραγματοποιήθηκε το 2ο αντιφασιστικό μονοήμερο στην πόλη της Θεσσαλονίκης και πιο συγκεκριμένα στους κήπους του Πασά. Η μέρα ξεκίνησε με την εκδήλωση: “Η μνήμη ενάντια στη λήθη, για τον Παύλο Φύσσα και τον αντιφασιστικό αγώνα”, η οποία πλαισιώθηκε από περίπου 200 άτομα. Η εκδήλωση ξεκίνησε με την εισήγηση της ομάδας μας στην οποία έγινε ανάλυση για την λειτουργία του φασισμού εντός του κοινωνικού σώματος και πως επιδρά στις ζωές των από τα κάτω. Στη συνέχεια επικεντρώθηκε στη σημαντικότητα της επαναστατικής μνήμης ενάντια στη λήθη που προσπαθούν με κάθε τρόπο να επιβάλουν οι εξουσιαστές. Έπειτα τον λόγο πήραν οι 2 φίλοι και σύντροφοι μέλη του συλλόγου πολιτισμού “Παύλος Killah p Φύσσας” κάνοντας μια πολύ σημαντική τοποθέτηση για την σημασία της ζωής του Παύλου που στηριζόταν σε καθημερινό επίπεδο σε μια αλληλέγγυα στάση προς τον αδύναμο, έτσι και η ίδια του η στάση απέναντι στο τέρας του φασισμού εκείνο το μοιραίο βράδυ κατάφερε να νικήσει και να διαλύσει το νεοναζιστικό μόρφωμα της χρυσής αυγής. Αναλύθηκαν αδυναμίες της τότε εποχής από το αντιφασιστικό κίνημα, που οδήγησαν στο να έχουμε έναν αντιφασίστα νεκρό. Σημαντικό κομμάτι της τοποθέτησης ήταν η λειτουργία του συλλόγου, οι στόχοι του για το μέλλον, αλλά και ο μακροχρόνιος δικαστικός αγώνας που τελείωσε πριν λίγο καιρό με την τελεσίδικη απόφαση ότι η Χρυσή Αυγή αποτελεί εγκληματική οργάνωση με ηγεσία. Τέλος, τον λόγο πήρε η κυρία Μάγδα Φύσσα, μητέρα του Παύλου, που με μια πολύ συγκινητική τοποθέτηση κατάφερε να μας δώσει να καταλάβουμε τι άνθρωπος ήταν ο Παύλος, ποια ήταν τα όνειρα του και πως η ίδια παλεύει καθημερινά να τα κάνει πράξη μέσα από τον σύλλογο. Ιδιαίτερη αναφορά τα εγκαίνια των γραφείων του συλλόγου που στεγάζονται στο εργατικό κέντρο Πειραιά και άνοιξαν τον περασμένο Φλεβάρη, μια κίνηση πολύ σημαντική για να έχει ο Παύλος το δικό του σπίτι όπως η ίδια ανέφερε. Η επιλογή του μέρους μόνο τυχαία δεν ήταν μιας και ο Παύλος ήταν εργάτης στην περιοχή του Πειραιά και περνούσε χρόνο στο συγκεκριμένο εργατικό κέντρο.
Η μέρα συνεχίστηκε με συναυλία hip hop οικονομικής ενίσχυσης της ομάδας. Πριν ξεκινήσει έγινε απαγγελία ποιημάτων από τον Άγγελο Ε., καθώς και ένα καλωσόρισμα από την κυρία Μάγδα στον κόσμο που είχε έρθει να παρακολουθήσει τις εκδηλώσεις του αντιφασιστικού μονοημέρου. Θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε ιδιαιτέρως τα μέλη του συλλόγου, την κυρία Μάγδα, όλους τους καλλιτέχνες, αλλά και κάθε σύντροφο και συντρόφισσα που βοήθησαν για την ομαλή διεξαγωγή του αντιφασιστικού μονοήμερου. Στα επόμενα που έρχονται!
ΠΑΥΛΟΣ ΦΥΣΣΑΣ ΠΑΝΤΑ ΠΑΡΩΝ
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΠΟΛΗ ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΤΙΚΗ
ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΗ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗ
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΝΑΡΧΙΚΩΝ
Το κείμενο της ομάδας για την εκδήλωση, μέρος του οποίου διαβάστηκε ως εισήγηση:
«Μη χαίρεστε που σκοτώσατε το κτήνος. H σκύλα που το γέννησε ζει και είναι πάλι σε οργασμό». – Μπέρτολτ Μπρεχτ
Ο ΕΚΦΑΣΙΣΜΟΣ ΩΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Η σύγχρονη άνοδος της ακροδεξιάς στην Ελλάδα και την Ευρώπη συνιστά έκφραση βαθύτερων μετασχηματισμών που διαπερνούν τις σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες και αφορούν την κρίση των κοινωνικών κινημάτων, την αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων, την αποδυνάμωση των συλλογικών μορφών οργάνωσης και την ενίσχυση αυταρχικών μορφών διακυβέρνησης. Η ακροδεξιά αναπτύσσεται μέσα σε συνθήκες γενικευμένης ανασφάλειας, όπου μεγάλα τμήματα της κοινωνικής βάσης βιώνουν την οικονομική επισφάλεια, τη στεγαστική κρίση, την υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών και την αίσθηση απώλειας πολιτικού ελέγχου πάνω στη ζωή τους.
Στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρατηρείται τα τελευταία χρόνια μια ευρύτερη πολιτική μετατόπιση, η οποία ευνοεί την ενίσχυση ακροδεξιών θέσεων. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η αντιμεταναστευτική πολιτική που υιοθετείται, με έμφαση στην αποτροπή των μεταναστευτικών ροών και την ενίσχυση της φύλαξης των εξωτερικών συνόρων. Η σύρραξη Ρωσία-Ουκρανία αναδιαμόρφωσε τις προτεραιότητες της ευρωπαϊκής πολιτικής, ενισχύοντας τη λογική της ασφάλειας και της γεωπολιτικής αντιπαράθεσης. Την ίδια στιγμή, παρατηρείται αυστηροποίηση του θεσμικού και νομικού πλαισίου σε αρκετάκράτη, που ως σκοπό έχουν την περιστολή των δικαιωμάτων και κατ΄επέκταση την τρομοκράτηση όλων εκείνων που αγωνίζονται ενάντια στο σάπιο κρατικοκαπιταλιστικό σύστημα. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αναπτύσσεται και ενισχύεται η επιρροή της ακροδεξιάς.
Η ευρωπαϊκή εμπειρία των τελευταίων ετών είναι ιδιαίτερα ενδεικτική. Στη Γαλλία, η Εθνική Συσπείρωση (Rassemblement National) της Λε Πεν έχει μετατραπεί από περιθωριακή ακροδεξιά δύναμη σε βασικό διεκδικητή της κυβερνητικής εξουσίας. Στη Γερμανία, ηΕναλλακτική για τη Γερμανία (Alternative für Deutschland) κατόρθωσε να μετατραπεί από ένα ευρωσκεπτικιστικό κόμμα σε έναν από τους ισχυρότερους πολιτικούς φορείς της χώρας, ιδιαίτερα στις ανατολικές περιοχές, αξιοποιώντας τη δυσαρέσκεια απέναντι στη μετανάστευση, την ενεργειακή κρίση και την κοινωνική ανασφάλεια. Στην Ιταλία, τα αδέλφιατης Ιταλίας (Fratelli d’Italia) της Μελόνι βρίσκονται στην κυβέρνηση, αποτελώντας το πρώτο κόμμα με σαφείς ιστορικές αναφορές στη μεταπολεμική ιταλική ακροδεξιά που κατακτά την πολιτική ηγεμονία σε μεγάλη ευρωπαϊκή χώρα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Την ίδια στιγμή στην Ουγγαρία, στην Ολλανδία, την Αυστρία, τη Σουηδία και τη Φινλανδία ακροδεξιοί ή εθνικιστικοί σχηματισμοί συμμετέχουν άμεσα ή έμμεσα στη διαμόρφωση κυβερνητικών πολιτικών.
Ο φασισμός δεν επιβάλλεται αποκλειστικά μέσω των οργανωμένων ταγμάτων εφόδου αλλά προηγείται η κοινωνική του νομιμοποίηση. Προηγείται η εξοικείωση με τη ρητορική του αποκλεισμού, η αποδοχή της κρατικής και παρακρατικής βίας, η εμπέδωση της αντίληψηςότι ορισμένες ζωές είναι αναλώσιμες και ορισμένα σώματα δεν έχουν καμία αξία. Οι επιθέσεις εναντίον μεταναστών, προσφύγων, τρανς, κουίρ ατόμων και κάθε κοινωνικού υποκειμένου που αποκλίνει από την κυρίαρχη εθνική και έμφυλη κανονικότητα συνιστούν τη συμπύκνωση μιας ιδεολογίας που έχει ήδη εγκατασταθεί στο κοινωνικό φαντασιακό. Όταν η εξόντωση του άλλου παρουσιάζεται ως αναγκαία προϋπόθεση κοινωνικής ειρήνης, τότε ο φασισμός έχει ήδη επιτελέσει την πιο ουσιαστική του νίκη.
Η μεγάλη επιτυχία της σύγχρονης ακροδεξιάς είναι ότι κατορθώνει να εμφανίζεται ως αντισυστημική δύναμη, ενώ στην πραγματικότητα αποτελεί έναν από τους αποτελεσματικότερους μηχανισμούς αναπαραγωγής της κυρίαρχης τάξης πραγμάτων. Οικειοποιείται τη γλώσσα της κοινωνικής οργής, καταγγέλλει δηθεν τις πολιτικές ελίτ, επικαλείται τον λαό απέναντι στις παγκόσμιες ελίτ και υιοθετεί ρητορική ρήξης. Πρόκειται όμως για μια ψευδή αντισυστημικότητα. Αυτό που κάνει είναι να υποκαθιστά το αντισυστημικό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης που από μια επιθετική μορφή εκκαθάρισης θεσμοποιήσαν την φυσική εξόντωση των αντιπάλων. Ο φασισμός δεν αμφισβητεί ποτέ τις σχέσεις ιδιοκτησίας, την καπιταλιστική εκμετάλλευση,την κρατική εξουσία ή την ταξική κυριαρχία. Αντίθετα, λειτουργεί ως ο πιο αποτελεσματικός μηχανισμός εκτροπής της κοινωνικής δυσαρέσκειας από τα πραγματικά κέντρα εξουσίας προς τους πιο αδύναμους. Δεν στρέφει τον εργαζόμενο απέναντι στον εργοδότη, αλλά απέναντι στον μετανάστη. Δεν στρέφει τον άνεργο απέναντι στις πολιτικές που παράγουν την ανεργία, αλλά απέναντι στον πρόσφυγα. Δεν στρέφει τη νεολαία απέναντι στις δομές που της στερούν το μέλλον, αλλά απέναντι σε όσους παρουσιάζονται ως «απειλή» για το έθνος, την οικογένεια ή την κανονικότητα.
Ιδιαίτερα κρίσιμο είναι το γεγονός ότι αυτή η εθνικιστική αφήγηση βρίσκει σήμερα γόνιμο έδαφος σε τμήματα της νεολαίας. Η διάλυση των συλλογικών μορφών πολιτικοποίησης, η αποδυνάμωση των κινημάτων και η κρίση της ριζοσπαστικής Αριστεράς αλλά και η υποχώρηση της αντιφασιστικής κουλτούρας αφήνουν πίσω τους ένα πεδίο ιδεολογικής ερημοποίησης. Μέσα σε αυτό το κενό καταφέρνει και μετατρέπει την ανασφάλεια σε μισαλλοδοξία, τη ματαίωση σε αντεπαναστατικό κυνισμό και την κοινωνική απομόνωση σε εθνικιστική συσπείρωση. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στο σήμερα επιταχύνουν αυτή τη διαδικασία, μετατρέποντας τη μισαλλοδοξία σε αισθητική, τον σεξισμό σε χιούμορ και τον αυταρχισμό σε στοιχείο πολιτισμικής ταυτότητας.
Για εμάς, η ανάδυση του φασισμού δεν μπορεί να ερμηνευθεί ανεξάρτητα από το κρατικοκαπιταλιστικό σύμπλεγμα. Σε περιόδους δομικής κρίσης, όταν οι μηχανισμοί κοινωνικής συναίνεσης αποδυναμώνονται και οι αντιφάσεις του καπιταλισμού οξύνονται, το κράτος απαντά με τη διεύρυνση των μηχανισμών επιτήρησης, καταστολής και ποινικοποίησης. Ο φασισμός λειτουργεί ως συμπληρωματικός μηχανισμός αυτής της διαδικασίας. Αναλαμβάνει να μεταφράσει την κοινωνική εξαθλίωση σε εθνική απειλή, την ταξική σύγκρουση σε πολιτισμικό πόλεμο και την αντικαπιταλιστική δυναμική σε εμφύλιο των καταπιεσμένων. Με αυτόν τον τρόπο, προστατεύει την αναπαραγωγή της κυριαρχίας ακριβώς τη στιγμή που αυτή κλονίζεται.
Ο φασισμός επομένως είναι λάθος να εκλαμβάνεται ως εξωτερικός εχθρός της φιλελεύθερης δημοκρατίας αλλά μία από τις ενδεχόμενες μορφές ιστορικής της μετάλλαξης όταν η αστική ηγεμονία εισέρχεται σε κρίση. Δεν εμφανίζεται παρά τη λειτουργία του κράτους, αλλά μέσα από αυτήν. Δεν γεννιέται στις παρυφές της κανονικότητας, γεννιέται από τις ίδιες τιςαντιφάσεις της. Γι’ αυτό και ο αντιφασιστικός αγώνας δεν μπορεί να περιορίζεται στην ηθική καταδίκη του ρατσισμού ή στην εκλογική αποδυνάμωση της ακροδεξιάς. Οφείλει να συγκρούεται με το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων που καθιστούν τον φασισμό ιστορικά αναγκαίο για τη διαιώνιση της κρατικής και καπιταλιστικής κυριαρχίας.
ΛΙΓΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ
Η Χρυσή Αυγή υπήρξε το πλέον συγκροτημένο νεοναζιστικό μόρφωμα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Η απαρχή της εντοπίζεται το 1980, όταν ο Νίκος Μιχαλολιάκος εξέδωσε το ομώνυμο περιοδικό Χρυσή Αυγή, το οποίο αποτέλεσε τον ιδεολογικό πυρήνα γύρω από τον οποίο διαμορφώθηκε σταδιακά η οργάνωση και, στη συνέχεια, ο πολιτικός της φορέας. Απότα πρώτα της βήματα, η Χρυσή Αυγή αυτοπροσδιορίστηκε ιδεολογικά μέσα από τον εθνικοσοσιαλισμό, τον φυλετισμό, τον ακραίο αντικομμουνισμό και την αποδοχή της πολιτικής βίας ως μέσου κοινωνικής και πολιτικής επιβολής. Το ομώνυμο περιοδικό δημοσίευε κείμενα που εξυμνούσαν τον Χίτλερ, τον ναζισμό και τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, επιβεβαιώνοντας ότι ο νεοναζιστικός χαρακτήρας της αποτέλεσε συνειδητή ιδεολογική επιλογή ήδη από την πρώτη περίοδο της συγκρότησής της.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 και του μεγαλύτερου μέρους της δεκαετίας του 1990, η Χρυσή Αυγή παρέμεινε μια μικρή περιθωριακή νεοναζιστική οργάνωση, με περιορισμένη κοινωνική και πολιτική απήχηση. Η απουσία ουσιαστικής εκλογικής παρουσίας κατά την πρώτη αυτή περίοδο δεν αντανακλούσε την πραγματική της λειτουργία. Η οργάνωση επεδίωκε την οικοδόμηση ενός δικτύου βίαιης και μιλιταριστικής παρουσίας στις γειτονιές, στους δρόμους και στους δημόσιους χώρους. Η συγκρότηση τοπικών πυρήνων, η στρατιωτική πειθαρχία, η αυστηρή αρχηγική δομή και η συγκρότηση ταγμάτων εφόδου συνιστούσαν βασικά στοιχεία της οργανωτικής της φυσιογνωμίας. Οι επιθέσεις εναντίον μεταναστών, αριστερών, αντιεξουσιαστών, συνδικαλιστών και αντιφασιστών ήταν οργανωμένες επιχειρήσεις πολιτικής τρομοκράτησης, σχεδιασμένες ώστε να επιβάλουν τον φόβο και να διεκδικήσουν κοινωνικό έλεγχο σε ολόκληρες περιοχές.
Η ανάπτυξη της Χρυσής Αυγής αναλύεται συνδυαστικά με τον ρόλο του κράτους και των κυρίαρχων θεσμών. Για δεκαετίες, η δράση της αντιμετωπίστηκε είτε με ανοχή είτε με χαρακτηριστική αδράνεια, παρά τον μεγάλο αριθμό καταγεγραμμένων ρατσιστικών επιθέσεων και οργανωμένων δολοφονικών ενεργειών. Παράλληλα, σειρά δικαστικών στοιχείων ανέδειξαν τις στενές σχέσεις που διατηρούσε η οργάνωση με τμήματα των σωμάτων ασφαλείας, ενώ ιδιαίτερα υψηλά εκλογικά ποσοστά της καταγράφηκαν σε εκλογικά τμήματα όπου ψήφιζαν αστυνομικοί. Η πραγματικότητα αυτή δεν μας προκαλεί καμία εντύπωση και επιτρέπει την ερμηνεία της Χρυσής Αυγής οχι ως ενός απομονωμένου εξτρεμιστικού φαινομένου, αλλά αναδεικνύει τις διαχρονικές διαπλοκές μεταξύ κρατικών μηχανισμών, παρακρατικών δικτύων και οργανωμένης ακροδεξιάς.
Έτσι λοιπόν η οικονομική κρίση που ξέσπασε μετά το 2009 δημιούργησε το κοινωνικό και πολιτικό έδαφος πάνω στο οποίο η ΧΑ μπόρεσε να αποκτήσει μαζική απήχηση. Η κατάρρευση του βιοτικού επιπέδου, η εκρηκτική ανεργία, η διάχυτη κοινωνική ανασφάλεια και η βαθιά κρίση νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος επέτρεψαν στη Χρυσή Αυγή να εμφανιστεί ως μια δήθεν αντισυστημική δύναμη. Στις βουλευτικές εκλογές του 2012 η ΧρυσήΑυγή συγκέντρωσε σχεδόν το 7% των ψήφων και εξέλεξε 18 βουλευτές, καταγράφοντας την πρώτη οργανωμένη κοινοβουλευτική παρουσία ενός ανοιχτά νεοναζιστικού μορφώματος στη μεταπολιτευτική Ελλάδα. Η κοινοβουλευτική της εκπροσώπηση σήμαινε την πολιτική νομιμοποίηση που απέκτησε χρησιμοποιήθηκε για την περαιτέρω ενίσχυση των ταγμάτων εφόδου και την κλιμάκωση των επιθέσεων εναντίον μεταναστών, εργαζομένων και αντιφασιστών. Επίσης όπως αναφέρθηκε η οργανωτική δομή της Χρυσής Αυγής ήταν αυστηρά αρχηγική και στρατιωτικοποιημένη. Στην κορυφή της βρισκόταν ο Νίκος Μιχαλολιάκος, ενώ η ηγετική ομάδα αποτελούνταν από στελέχη όπως ο Ηλίας Κασιδιάρης, ο Ιωάννης Λαγός, ο Χρήστος Παππάς, ο Γιώργος Γερμενής και ο Παναγιώτης Ηλιόπουλος. Η λειτουργία της βασιζόταν στην απόλυτη πειθαρχία, στην κάθετη ιεραρχία και στον επιχειρησιακό συντονισμό των τοπικών οργανώσεων, γεγονός που αποτυπώθηκε αργότερα και κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας.
Καθοριστικό σημείο καμπής στην ιστορία της οργάνωσης υπήρξε η δολοφονία του αντιφασίστα Παύλου Φύσσα τη νύχτα της 18ης Σεπτεμβρίου 2013 στο Κερατσίνι. Ο Φύσσας, γνωστός και ως Killah P, δέχθηκε οργανωμένη επίθεση από ομάδα μελών της Χρυσής Αυγής και δολοφονήθηκε από τον μπάτσο Γιώργο Ρουπακιά. Η ειρωνεία είναι πως η δολοφονία αυτή έγινε μπροστά στα μάτια της Ελληνικής Αστυνομίας. Το γεγονός αυτό ανέδειξε με τον πιο αδιαμφισβήτητο τρόπο ότι η εγκληματική βία ήταν αναπόσπαστο στοιχείο της οργανωτικής λειτουργίας της Χρυσής Αυγής. Η πολύχρονη δικαστική διαδικασία που ακολούθησε ολοκληρώθηκε στις 7 Οκτωβρίου 2020 με την ιστορική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, το οποίο έκρινε ότι η Χρυσή Αυγή λειτουργούσε ως εγκληματική οργάνωση υπό τη διεύθυνση της ηγεσίας της. Σε αυτό το σημείο βέβαια δεν μπορεί να μην γίνει σχολιασμός για την καταδίκη για όλες αυτές τις ειδεχθείς πράξεις σε 13μόλις χρόνια την ίδια στιγμή που η ανεξάρτητη δικαιοσύνη μοιράζει απλόχερα ποινές σε συντρόφους/ισσες που αγωνίζονται με κάθε τρόπο για έναν καλύτερο κόσμο, όπως έγινε και στην υπόθεση των Αμπελοκήπων.
Η απόφαση αυτή αποτέλεσε σημαντική πολιτική και κοινωνική νίκη του αντιφασιστικού κινήματος, καθώς επιβεβαίωσε δικαστικά όσα οι αντιφασιστικές ομάδες, τα θύματα των επιθέσεων και οι κοινωνικοί αγώνες υποστήριζαν επί δεκαετίες. Ωστόσο, η καταδίκη της Χρυσής Αυγής δεν συνεπάγεται και την ιστορική ήττα του φασισμού. Οι κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές συνθήκες που επέτρεψαν την ανάδυσή της παραμένουν ενεργές, ενώ οιεθνικιστικές και αυταρχικές ιδέες συνεχίζουν να αναπαράγονται μέσα από κρατικούς θεσμούς, μέσα ενημέρωσης, ακροδεξιά κόμματα και κυρίαρχες πολιτικές αφηγήσεις.
ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΗΣΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Το Μακεδονικό ζήτημα έδρασε ως μια από τις σημαντικότερες αφορμές ανασυγκρότησης του εθνικισμού στη μεταπολιτευτική Ελλάδα. Η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας το 1991 και η διαμόρφωση του ζητήματος της ονομασίας της Βόρειας Μακεδονίας λειτούργησαν ως καταλύτης για την αναβίωση εθνικιστικών αφηγήσεων, οι οποίες διαπέρασαν όχι μόνο την άκρα δεξιά αλλά μεγάλο τμήμα του πολιτικού φάσματος, των μέσων ενημέρωσης, της Εκκλησίας και του κρατικού μηχανισμού. Η Θεσσαλονίκη αναδείχθηκε σε προνομιακό πεδίο αυτής της εθνικιστικής κινητοποίησης. Τα μαζικά συλλαλητήρια του 1992 και, δεκαετίες αργότερα, οι κινητοποιήσεις ενάντια στη Συμφωνία των Πρεσπών συγκρότησαν ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο η ακροδεξιά μπόρεσε να νομιμοποιήσει τον δημόσιο λόγο της,να αποκτήσει κοινωνικά ερείσματα και να εμφανιστεί ως ο αυθεντικός εκφραστής του «πατριωτισμού». Για τη Χρυσή Αυγή, το Μακεδονικό υπήρξε εργαλείο πολιτικής στρατολόγησης και κοινωνικής διείσδυσης. Η επίκληση της «εθνικής προδοσίας», η κατασκευή ενός διαρκούς εξωτερικού εχθρού και η καλλιέργεια μιας πολιορκητικής αντίληψης περί έθνους λειτούργησαν ως ιδεολογικό υπόβαθρο για τη νομιμοποίηση του ρατσισμού, της πολιτικής βίας και της αυταρχικής αντίληψης περί κοινωνικής οργάνωσης.
Η ιστορική εμπειρία της Θεσσαλονίκης καταδεικνύει ότι ο εθνικισμός αποτελεί πολιτικό μηχανισμό μέσω του οποίου ανασυγκροτούνται οι κοινωνικές συμμαχίες της ακροδεξιάς. Το Μακεδονικό λειτούργησε ως το πεδίο μέσα από το οποίο ο φασιστικός λόγος απέκτησε κοινωνική νομιμοποίηση πολύ πριν η Χρυσή Αυγή αποκτήσει κοινοβουλευτική ισχύ και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να τροφοδοτεί την αναπαραγωγή εθνικιστικών και αποκλειστικών αντιλήψεων στον δημόσιο χώρο.
Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΤΩΝ ΘΕΣΜΩΝ ΚΑΙ Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ
Η καταδίκη της Χρυσής Αυγής επιχειρήθηκε να αναγορευθεί σε πανηγυρική επιβεβαίωση της «αντοχής της δημοκρατίας» και της αποτελεσματικότητας της αστικής δικαιοσύνης. Το κράτος και οι ιδεολογικοί του μηχανισμοί έσπευσαν να οικειοποιηθούν μια κοινωνική νίκηπου ουδέποτε τους ανήκε, κατασκευάζοντας το αφήγημα μιας δημοκρατίας που αυτοκαθαίρεται και ενός θεσμικού οικοδομήματος που διαθέτει δήθεν τα εσωτερικά αντανακλαστικά να εξουδετερώνει τον φασισμό. Η αφήγηση αυτή πέρα από ιστορική παραποίηση αποτελεί πολιτική απόπειρα απονοηματοδότησης δεκαετιών αντιφασιστικών αγώνων.
Γνωρίζουμε καλά πως η αστική δημοκρατία συγκροτεί το θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο οργανώνεται και νομιμοποιείται η κρατική εξουσία. Το κράτος δικαίου, η διάκριση των εξουσιών και η δικαστική ανεξαρτησία αποτελούν θεμελιώδεις πυλώνες αυτής της πολιτειακής οργάνωσης, προσδίδοντας στο δικαιικό σύστημα το κύρος του αντικειμενικού ρυθμιστή των κοινωνικών σχέσεων. Ωστόσο το δίκαιο ως ιστορική και πολιτική κατηγορία, είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τον τρόπο οργάνωσης της εξουσίας. Κάθε έννομη τάξη αποτυπώνει συγκεκριμένους κοινωνικούς συσχετισμούς, θεσμοποιεί μορφές κυριαρχίας και κατοχυρώνει τους όρους αναπαραγωγής του εκάστοτε πολιτικού και οικονομικού συστήματος.
Η δικαστική εξουσία κατέχει κεντρική θέση σε αυτή τη διαδικασία. Η ποινική καταστολή, η ερμηνεία του νόμου και η απονομή δικαιοσύνης συγκροτούν μηχανισμούς πολιτικής ρύθμισης του κοινωνικού ανταγωνισμού. Το δίκαιο καθορίζει τα όρια της θεσμικής νομιμότητας, οργανώνει το μονοπώλιο της νόμιμης βίας και προσδίδει κανονιστική ισχύ στις επιλογές του κράτους. Η νομιμοποίηση της κρατικής εξουσίας εδράζεται στη χρήση κατασταλτικών μηχανισμών αλλά στηρίζεται και εξίσου στην κοινωνική αποδοχή του δικαίου ως φορέα αντικειμενικότητας και καθολικότητας. Παράλληλα οι μεταβολές του δικαιικού συστήματος ακολουθούν τις ιστορικές μετατοπίσεις των κοινωνικών και πολιτικών συσχετισμών. Περίοδοι κοινωνικής σταθερότητας, βαθιές οικονομικές κρίσεις, μετασχηματισμοί της κρατικής στρατηγικής και έντονες κοινωνικές συγκρούσεις επηρεάζουν άμεσα τον τρόπο με τον οποίο η δικαστική εξουσία ερμηνεύει, εφαρμόζει και ενεργοποιεί το νομικό οπλοστάσιο του κράτους. Η λειτουργία της δικαιοσύνης αποκτά επομένως έντονο πολιτικό χαρακτήρα, καθώς εντάσσεται στη συνολική διαδικασία διαχείρισης της κοινωνικής σύγκρουσης και της ικανοποίησης του περί δικαίου αισθήματος.
Η υπόθεση της Χρυσής Αυγής συμπυκνώνει αυτή την πραγματικότητα. Η δημόσιανεοναζιστική ιδεολογία της, η στρατιωτικοποιημένη οργανωτική της συγκρότηση, τα τάγματα εφόδου και η συστηματική άσκηση πολιτικής βίας αποτελούσαν διαχρονικά χαρακτηριστικά της δράσης της. Οι δολοφονικές επιθέσεις, τα πογκρόμ εις βάρος μεταναστών, οι επιδρομές σε κοινωνικούς χώρους και η τρομοκράτηση πολιτικών αντιπάλων προϋπήρχαν επί χρόνια της ποινικής της δίωξης. Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα σηματοδότησε το σημείο όπου η κοινωνική πίεση, η μαχητική αντιφασιστική δράση και η διεθνής κατακραυγή κατέστησαν πολιτικά αδύνατη τη διατήρηση του προηγούμενου καθεστώτος ανοχής. Η δικαστική καταδίκη επικύρωσε έναν κοινωνικό συσχετισμό που είχε ήδη διαμορφωθεί μέσα στους δρόμους.
Βέβαια η καταδίκη της Χρυσής Αυγής διαθέτει αδιαμφισβήτητη ιστορική σημασία. Η εμβέλειά της, ωστόσο, εξαντλείται στην ποινική εξουδετέρωση μιας συγκεκριμένης εγκληματικής οργάνωσης. Ο εθνικισμός, ο ρατσισμός, η πατριαρχική βία, η ποινικοποίηση, η φτώχεια και η διαρκής παραγωγή «εσωτερικών εχθρών» εξακολουθούν να συγκροτούν όψεις της σύγχρονης κρατικής διαχείρισης. Μέσα σε αυτό το έδαφος αναπαράγεται και ο φασισμός. Δεν έχουμε αυταπάτες πως η αστική δικαιοσύνη λειτουργεί διαχρονικά με δύο μέτρα και δύο σταθμά. Είναι συχνά αμείλικτη απέναντι στους αδύναμους, στους φτωχούς, στους μετανάστες και στους κοινωνικούς αγωνιστές, ενώ εμφανίζεται εξαιρετικά επιεικής απέναντι σε πολιτικά, οικονομικά και κρατικά κέντρα ισχύος. Γι’ αυτό και η εμπιστοσύνη προς αυτήν δεν μπορεί να θεωρείται αυτονόητη. Η ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα όπου νόμοι, δικαστήρια και θεσμοί νομιμοποίησαν διώξεις, καταστολή και κοινωνικές αδικίες. Το γεγονός ότι ένα δικαστήριο καταδίκασε τη Χρυσή Αυγή δεν αναιρεί τον βαθιά ταξικό και πολιτικό χαρακτήρα του ίδιου του δικαστικού συστήματος.
Γι αυτό και η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι οι αποφασιστικοί κοινωνικοί μετασχηματισμοί γεννιούνται έξω από τους κρατικούς θεσμούς, στο πεδίο του δρόμου. Οι δικαστικές αποφάσεις αποκρυσταλλώνουν μεταβολές που έχουν ήδη συντελεστεί στο πεδίο της κοινωνικής σύγκρουσης. Η αντιφασιστική νίκη απέναντι στη Χρυσή Αυγή υπήρξε κατάκτηση των ανθρώπων που συγκρούστηκαν μαζί της επί δεκαετίες, κράτησαν ζωντανή τη μνήμη των θυμάτων και αρνήθηκαν την κανονικοποίηση της φασιστικής βίας. Η πραγματική δικαιοσύνη θεμελιώνεται στη συλλογική αντίσταση, στην κοινωνική αυτοοργάνωση και στη διαρκή παρουσία του αντιφασιστικού κινήματος εκεί όπου ο φασισμός επιχειρεί να αποκτήσει κοινωνικό έδαφος.
ΜΝΗΜΗ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗ ΛΗΘΗ
Η ιστορική μνήμη αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους τόπους πολιτικής σύγκρουσης.Κάθε κοινωνία συγκροτείται όχι μόνο μέσα από όσα ζει αλλά και μέσα από όσα επιλέγει να θυμάται. Για τον λόγο αυτό, η εξουσία επιχειρεί αφενός τον έλεγχο του παρόντος αφετέρου επιδιώκει διαρκώς να ελέγξει και το παρελθόν. Και θα πρέπει να αντιήφθούμε πως η λήθη δεν είναι ποτέ αθώα. Είναι ένας μηχανισμός μέσω του οποίου οι κυρίαρχες αφηγήσεις επιχειρούν να αποσπάσουν τους ανθρώπους από την ιστορική τους εμπειρία, να διαρρήξουν τη συνέχεια των κοινωνικών αγώνων και να μετατρέψουν τη συλλογική μνήμη σε ένα ακίνδυνο και απονευρωμένο κατάλοιπο. Οι κοινωνικοί αγώνες διεξάγονται πέρα από τους δρόμους, τους χώρους εργασίας ή τις πλατείες και στο πεδίο της ιστορίας. Η εξουσία γνωρίζει πολύ καλά ότι ένας λαός που θυμάται είναι δυσκολότερο να υποταχθεί. Μια κοινωνία που γνωρίζει τις καταβολές της, που αναγνωρίζει τους νεκρούς της, που μεταδίδειαπό γενιά σε γενιά τις εμπειρίες αντίστασης και αλληλεγγύης, διαθέτει ένα ισχυρό αντίδοτο απέναντι στην αυταρχικοποίηση και τον εκφασισμό. Αντίθετα, μια κοινωνία που έχει αποκοπεί από τη μνήμη της μετατρέπεται σε μια κοινωνία χωρίς ιστορικό βάθος, χωρίς πολιτικά σημεία αναφοράς, ευάλωτη στην επανάληψη των ίδιων λαθών και των ίδιων μορφών καταπίεσης, καταδικασμένη να αναπαράγει τις αντιφάσεις της.
Γι’ αυτό και η διαστρέβλωση της ιστορίας αποτελεί διαχρονικά θεμελιώδη λειτουργία των κυρίαρχων θεσμών καθώς συχνά επιχειρείται η αποπολιτικοποίησή τους. Οι εξεγέρσεις μετατρέπονται σε «κοινωνικές εντάσεις», οι δολοφονίες αγωνιστών σε «μεμονωμένα περιστατικά βίας απέναντι σε τρομοκράτες», οι κατασταλτικοί μηχανισμοί σε «αναγκαία μέτρα δημόσιας τάξης». Με αυτόν τον τρόπο, οι ιστορικές συγκρούσεις απογυμνώνονται από το πραγματικό τους περιεχόμενο. Οι νεκροί διατηρούνται στη συλλογική μνήμη μόνο ως ονόματα, όχι ως φορείς ιδεών, αξιών και πολιτικών παρακαταθηκών. Η μνήμη όμως είναι μια ζωντανή διαδικασία. Σημαίνει να θυμόμαστε όχι μόνο ποιος έπεσε αλλά και γιατί έπεσε. Να θυμόμαστε όχι μόνο το γεγονός της θυσίας αλλά και τον κόσμο για τον οποίο αγωνίστηκε. Να αρνούμαστε να επιτρέψουμε στην εξουσία να μετατρέψει τους αγωνιστές μας σε ακίνδυνα ιστορικά σύμβολα, αποκομμένα από τις κοινωνικές συγκρούσεις που τους γέννησαν.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο η μορφή του Παύλου Φύσσα αποκτά μια ιδιαίτερη ιστορική και πολιτική σημασία. Ο Παύλος Φύσσας αποτελεί σύμβολο μιας εποχής, μιας κοινωνικής σύγκρουσης και μιας συλλογικής μνήμης που συνεχίζει να διεκδικεί χώρο μέσα στο παρόν. Η δολοφονία του από μέλος της Χρυσής Αυγής υπήρξε η συμπύκνωση μιας ολόκληρης ιστορικής πραγματικότητας, μέσα στην οποία ο νεοναζισμός επιχειρούσε να εδραιωθεί ως κανονική πολιτική δύναμη μέσα στην ελληνική κοινωνία. Η σημασία της διατήρησης της μνήμης του Φύσσα έγκειται μεταξύ άλλων στο ότι η μνήμη του λειτουργεί ως διαρκής υπενθύμιση του πραγματικού χαρακτήρα του φασισμού. Σε περιόδους όπου η ακροδεξιά επιχειρεί να ανασυνταχθεί, να επανανομιμοποιηθεί ή να εμφανιστεί με νέα πρόσωπα και νέα συνθήματα, η μνήμη του Παύλου υπενθυμίζει ότι πίσω από τη ρητορική περί «πατρίδας», «ασφάλειας» και «τάξης» βρίσκεται πάντοτε η βία απέναντι στον διαφορετικό, τον αδύναμο,τον πολιτικό αντίπαλο. Μας υπενθυμίζει πως είναι χρέος μας να προτάξουμε τον μαχητικό αντιφασισμό και να συνεχίσουμε με τόλμη και αποφασιστικότητα να παλεύουμε ενάντια στο τέρας του φασισμού όπως και αυτό αν εμφανίζεται. Δεν είναι τυχαίο ότι κάθε Σεπτέμβρη χιλιάδες άνθρωποι εξακολουθούν να συγκεντρώνονται στη μνήμη του. Τιμάται η ίδια η δυνατότητα μιας κοινωνίας να αρνηθεί τη λήθη. Να αρνηθεί να αποδεχτεί ότι η ιστορία μπορεί να κλείσει τον φάκελό της και να συνεχίσει σαν να μη συνέβη τίποτα. Η παρουσία τουονόματός του στους δρόμους, στα συνθήματα, στα τραγούδια, στις αφίσες και στις πορείες αποτελεί μια πράξη συλλογικής αντίστασης απέναντι στη σιωπή.Η διατήρηση της μνήμης αποτελεί επομένως μια πράξη βαθιά ηθική αλλά και βαθιά πολιτική. Είναι η άρνηση να επιτρέψουμε στους νεκρούς να πεθάνουν δεύτερη φορά μέσα από τη λήθη. Είναι η άρνηση να επιτρέψουμε στις κυρίαρχες αφηγήσεις να παραμορφώσουν το νόημα των αγώνων τους. Είναι η επιμονή να διατηρήσουμε ζωντανή τη σχέση ανάμεσα στις προηγούμενες και τις επόμενες γενιές, ώστε κάθε νέος άνθρωπος που αγωνίζεται σήμερα να γνωρίζει ότι δεν ξεκινά από το μηδέν αλλά πατά πάνω στα ίχνη εκείνων που προηγήθηκαν. Γιατί τελικά η μνήμη δεν αφορά τους νεκρούς. Οι νεκροί δεν έχουν ανάγκη τη μνήμη μας. Εμείς τη χρειαζόμαστε. Τη χρειαζόμαστε για να μπορούμε να αναγνωρίζουμε τονφασισμό όταν επιστρέφει με διαφορετικό πρόσωπο. Τη χρειαζόμαστε για να θυμόμαστε ότι καμία ελευθερία δε χαρίστηκε. Τη χρειαζόμαστε για να γνωρίζουμε ότι κάθε κοινωνική κατάκτηση γράφτηκε με κόπο, διώξεις, φυλακίσεις και αίμα. Και τη χρειαζόμαστε για να μπορούμε να κοιτάζουμε τα ονόματα όσων έπεσαν στον αγώνα και να απαντάμε ότι δεν ξεχάστηκαν, ότι η ιστορία τους εξακολουθεί να ζει μέσα στις συλλογικές μνήμες, στιςαντιστάσεις και στα όνειρα όσων συνεχίζουν να αγωνίζονται για έναν δικαιότερο κόσμο.
Ο ΠΑΥΛΟΣ ΖΕΙ ΤΣΑΚΙΣΤΕ ΤΟΥΣ ΝΑΖΙ
ΦΑΣΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΑΦΕΝΤΙΚΑ ΣΤΟΥ ΠΗΓΑΔΙΟΥ ΤΟΝ ΠΑΤΟ ΖΗΤΩ ΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟ
ΟΥΤΕ ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΟΥΤΕ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΤΩ Ο ΚΡΑΤΙΣΜΟΣ ΖΗΤΩ ΗΑΝΑΡΧΙΑ
ΦΑΣΙΣΤΕΣ ΘΑ ΣΑΣ ΙΣΟΠΕΔΩΝΟΥΜΕ ΞΑΝΑ ΚΑΙ ΞΑΝΑ!

media:

upload1.jpg

upload2.jpg

upload3.jpg

upload4.jpg

ΑΝΤΙΦΑ_ΕΚΔΗΛΩΣΗ.pdf

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...