Τελευταία νέα
«Αλέξη, είδαμε ότι πήγες στην Κρήτη, στον Βόλο πότε θα έρθεις;» «Αλέξη, είδαμε ότι πήγες Κρήτη, στον Βόλο πότε θα έρθεις;» – Επόμενος σταθμός του Τσίπρα, η Θεσσαλία Απαντήσεις από το Μαξίμου για τον Μπεκίρη ζητά η Θεώνη Κουφονικολάκου ΕΛ.Α.Σ. – Θεώνη Κουφονικολάκου: Βίντεο με αιχμές στην κυβέρνηση και το ΠΑΣΟΚ Γεραπετρίτης: Η Ελλάδα στο απόγειο της ισχύος της – Προθέσεις και αποφασιστικότητα απέναντι στην Τουρκία Infowar: Χωρίς ιθαγένεια – Από τη Μελίνα Μερκούρη στην Ιλχάν Ομάρ Σαμαράς κατά κυβέρνησης: «Βαθιά κρίση» στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις – Ζητά ΦΠΑ 13% στην εστίαση και φθηνότερη ενέργεια Μωραΐτης για Κασσελάκη κι επταήμερη εργασία: “Δεν έχω ακούσει μεγαλύτερη πολιτική αλητεία” Παναιτωλικός – Ολυμπιακός 0-2: Πέμπτη σερί νίκη για τους «ερυθρόλευκους» Γεραπετρίτης: Η Ελλάδα βρίσκεται στο απόγειο της ισχύος της – Αν χρειαστεί θα πει και πάλι το μεγάλο «Όχι» Συντριβή αεροσκάφους στην Πιερία: Ραγίζει καρδιές ο πατέρας του 41χρονου – «Είμαι χαμένος, άφησε πίσω 4 παιδιά» Η ΕΛ.Α.Σ. είναι αντίθετη στη συγχώνευση των τριών Μετοχικών Ταμείων και υφαρπαγής της περιουσίας τους
Efsyn.gr

Το δίλημμα των δύο κρατουμένων

Στις ερχόμενες εκλογές υπάρχουν δύο κρίσιμα νούμερα για την επόμενη ημέρα. Το πρώτο είναι το 25%. Κάτω από το ποσοστό αυτό το πρώτο κόμμα χάνει το βασικό μπόνους των 20 εδρών, το οποίο αυξάνεται σταδιακά όσο ανεβαίνει η εκλογική επίδοση. Κάτι τέτοιο θα απελευθερώσει όχι μόνο δυναμικές για διαφορετική διακυβέρνηση, αλλά πιθανότατα και πιέσεις για αλλαγή της ηγεσίας του κόμματος.
Το δεύτερο είναι το ποσοστό του κόμματος που θα καταλάβει τη δεύτερη θέση και η απόστασή του από το τρίτο. Εάν πλησιάσει το 20%, θα αποκτήσει δυναμική περαιτέρω ανόδου σε πιθανές δεύτερες εκλογές και κεντρικό ρόλο στις εξελίξεις της επόμενης μέρας.
Στις δημοσκοπήσεις των τελευταίων μηνών, στη δεύτερη θέση βρίσκεται η ΕΛΑΣ και στην τρίτη το ΠΑΣΟΚ, με διαφορά που μεταβάλλεται. Οι εκλογές όμως απέχουν αρκετά και η συγκυρία προσφέρεται για έναν ανταγωνισμό ανάμεσα στα δύο κόμματα, που είναι αναπόφευκτος, θεμιτός και χρήσιμος.
Πρόκειται για δύο κόμματα με διαφορετικές διαδρομές και στελεχικό δυναμικό, παρότι, θεωρητικά, ανήκουν στον ίδια προοδευτική παράταξη.
Η πολιτική σύγκρουση πάνω σε προγράμματα και πολιτικές θα δοκιμάσει τις προτάσεις διακυβέρνησης και την επάρκεια των στελεχών, αναδεικνύοντας και τις προοπτικές μετεκλογικής συνεργασίας.
Η επόμενη κυβέρνηση δύσκολα θα είναι αυτοδύναμη και το ζήτημα για τον προοδευτικό χώρο είναι εάν θα μπορεί να τη διεκδικήσει.
Είναι άλλο πράγμα, όμως, ο πολιτικός ανταγωνισμός και άλλο η αμοιβαία αποδόμηση.
Είναι άλλο να συζητιούνται οι μισθοί, η φορολογία, το κοινωνικό κράτος ή η θέση της χώρας στην Ευρώπη και άλλο να εξαντλούνται οι συζητήσεις των στελεχών σε μια προσπάθεια να πείσουν ότι ο ανταγωνιστής μέσα στον προοδευτικό χώρο είναι… ακατάλληλος να κυβερνήσει.
Στη δεύτερη περίπτωση, μπορεί τα κόμματα να κερδίζουν βραχυπρόθεσμα, αλλά φθείρουν τη συνολική εικόνα της αντιπολίτευσης, υπονομεύουν μια αξιόπιστη εναλλακτική διακυβέρνηση και τροφοδοτούν το κυβερνητικό αφήγημα περί σταθερότητας.
Είναι βέβαια μεγάλος ο πειρασμός, ιδιαίτερα όταν υπάρχει εσωστρέφεια, διότι η σύγκρουση συσπειρώνει και αποφέρει εσωκομματικό όφελος. Είναι ευκολότερο να υποδείξεις έναν εξωτερικό στόχο για να στραφούν εκεί τα βέλη της εσωτερικής αμφισβήτησης ή για να καλύψεις εσωτερικές οργανωτικές και άλλες αδυναμίες. Μακροπρόθεσμα, όμως, η τακτική αυτή απαξιώνει συνολικά τον χώρο και πιθανότατα διαβρώνει το άθροισμα των δύο κομμάτων.
Η κατάσταση θυμίζει το «δίλημμα των δύο κρατουμένων», το κλασικό παράδειγμα της θεωρίας των παιγνίων, όπου η συνεργασία δίνει και στους δύο το καλύτερο συνολικό αποτέλεσμα. Ο καθένας όμως έχει κίνητρο να κινηθεί εναντίον του άλλου επειδή φοβάται ότι, εάν δεν το κάνει, ο αντίπαλος θα εκμεταλλευτεί τη στάση του. Οταν όμως και οι δύο επιλέγουν την επίθεση, βρίσκονται σε χειρότερη θέση από ό,τι εάν είχαν συνεργαστεί.
Εάν το ΠΑΣΟΚ χαμηλώσει τους τόνους εφόσον η ΕΛΑΣ συνεχίσει την επίθεση, κινδυνεύει να εμφανιστεί αδύναμο. Και αντιστρόφως, εάν η ΕΛΑΣ αφήσει αναπάντητες τις κατηγορίες, κινδυνεύει η αξιοπιστία της. Αυτό όμως που μοιάζει ορθολογικό για τον καθένα χωριστά είναι καταστροφικό συνολικά.
Το αποτέλεσμα είναι να αναλώνεται πολιτικό κεφάλαιο σε έναν ενδοπαραταξιακό πόλεμο την ώρα που η κυβέρνηση διατηρεί καθαρό προβάδισμα, παρά τη φθορά της.
Η λύση, βέβαια, δεν είναι η κατάργηση των διαφορών ούτε μια συμφωνία σιωπής. Είναι ο ανταγωνισμός με κανόνες: προβολή θέσεων, εποικοδομητικός διάλογος, αυστηρή αλλά δίκαιη κρίση στις προτάσεις του άλλου, με στιβαρή κριτική στην κυβέρνηση και, κυρίως, εστιάζοντας στις προτάσεις για τη βελτίωση της ζωής των πολιτών. Και με ανοιχτούς πολιτικούς διαύλους, έστω και παρασκηνιακούς, για να μην αλληλοτροφοδοτούνται οι επιθέσεις και οι παρεξηγήσεις.
Σε χώρες με παράδοση κυβερνήσεων συνεργασίας, σε ανάλογη περίπτωση τα κόμματα θα είχαν ήδη αποσαφηνίσει συγκλίσεις και κόκκινες γραμμές τους, ώστε, μετά τις εκλογές και αναλόγως των συσχετισμών, να διαπραγματευθούν αναλυτική συμφωνία, κατανομή ευθυνών συζητώντας ίσως και την εναλλαγή στην πρωθυπουργία.
Υποτίθεται ότι και οι δύο χώροι μοιράζονται κοινές αξίες, όπως το κοινωνικό κράτος, η ενίσχυση της εργασίας και η προστασία των εισοδημάτων, αλλά και η αποκατάσταση των θεσμών και η υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων στην ταραγμένη περιοχή όπου ζούμε.
Επομένως θα πρέπει να αποφασίσουν εάν θα ανταγωνιστούν για να ηγηθούν πολιτικής και κοινωνικής αλλαγής ή θα αλληλοεξοντωθούν για να ηγηθούν της αντιπολίτευσης.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...