Τις τελευταίες ημέρες η υπόθεση Μαζωνάκη – μέσα από διάφορες μαρτυρίες ασθενών για τη δική τους εμπειρίας πλασμαφαίρεσης και άλλων θεραπειών – πυροδοτεί έναν αναστοχασμό γύρω από τη σχέση του Έλληνα πολίτη με τον γιατρό του.
Στη χώρα μας υπάρχει ένα παράδοξο: εμπιστοσύνη σε συγκεκριμένο πρόσωπο και δυσπιστία στον θεσμό, κάτι που αντανακλά τη σχέση του πολίτη με το κράτος και παράλληλα εμπεριέχει και δυνητικούς κινδύνους πέρα από τα οφέλη της διαπροσωπικής σχέσης με την «αυθεντία».
Ο γιατρός δεν διαθέτει μόνο επιστημονική γνώση. Διαθέτει συμβολικό κεφάλαιο: κύρος, τίτλους, κοινωνική αναγνώριση, επιστημονική γλώσσα και πρόσβαση σε ένα σύστημα που ο ασθενής δεν μπορεί να ελέγξει. Η λευκή μπλούζα, η ιατρική ορολογία, η γνωμάτευση, η συνταγογράφηση αποτελούν στοιχεία μιας συμβολικής εξουσίας. Ο «δικός μου γιατρός» γίνεται εύκολα υποκατάστατο του συστήματος σε μια χώρα με διαχρονική κρίση εμπιστοσύνη στους θεσμούς.
Κι όταν πολίτης αισθάνεται ότι, όσο έχει τον «δικό του γιατρό» δεν θέτει ερωτήματα πριν από την εφαρμογή μιας ιατρικής πράξης πάνω στο σώμα του, δεν ενημερώνεται για τις εναλλακτικές του, δεν παίρνει μια δεύτερη γνώμη, δεν αξιολογεί την υπηρεσία υγείας, τότε μπορεί να προκληθεί σύγχυση μεταξύ προσωπικής φροντίδας και ιατρικής επάρκειας, δυσκολία αποδοχής ενός λάθους ή αδυναμία προσανατολισμού σε πιο εξειδικευμένο έλεγχο όταν αυτός απαιτείται. Το έχουμε δει να συμβαίνει. Το είδαμε και πρόσφατα. Ο ασθενής επενδύει πάνω στο «δικό του γιατρό» προσδοκίες, φόβους και ανάγκες που υπερβαίνουν την ιατρική ιδιότητα. Ο γιατρός είναι αυτός που τον «ξέρει», τον «σώζει», τον «φροντίζει».
Η σχέση μας με τον θεράποντα λειτουργεί δηλαδή ως μια μορφή μεταβίβασης με την ψυχαναλυτική έννοια. Μόνο που ο Έλληνας ασθενής ζητά από το γιατρό του κάτι που υπερβαίνει κατά πολύ την ιατρική γιατί αισθάνεται ιδιαίτερα ευάλωτος απέναντι στο σύστημα. Του ζητά να αναλάβει ένα μέρος του φόβου του, να τον κάνει να νιώσει πως δεν είναι μόνος απέναντι στην αβεβαιότητα.
Τα παραπάνω δεν σημαίνουν πως η καλή προσωπική επαφή με τον ασθενή, η γνώση του ιστορικού του και συνεχής του παρακολούθηση τους δεν βελτιώνουν τη φροντίδα υγείας του.
Αντιθέτως ο συναισθηματικός δεσμός μεταξύ τους μπορεί να είναι ευεργετικός τόσο για την ασθένεια του όσο και για την ψυχολογία του. Το πρόβλημα ξεκινά όταν αυτή η προσωποπαγής σχέση αντικαθιστά πλήρως τη θεσμική ασφάλεια, τη δεύτερη γνώμη και τα πρωτόκολλα, όταν η σχέση με τον γιατρό γίνεται καθρέφτης της σχέσης με το κράτος, όταν ο πολίτης ζητά από ένα συγκεκριμένο πρόσωπο να του πει ότι δεν είναι μόνος απέναντι σε ένα εχθρικό σύστημα. Η φράση «ξέρεις κάποιον γιατρό;» εξαιρετικά αποκαλυπτική. Διότι δεν σημαίνει απλώς «γνωρίζεις έναν καλό επαγγελματία» αλλά αν έχεις πρόσβαση σε έναν άνθρωπο που μπορεί να με περάσει μέσα από την αδιαφάνεια του συστήματος.
Η αγωνία του μεταφέρεται από τον θεσμό στο πρόσωπο γιατί δεν πιστεύει πως το σύστημα θα τον προστατεύσει. Κι όταν δεν εμπιστευόμαστε τους θεσμούς, επενδύουμε στο δίκτυο.
Το ερώτημα είναι αν θέλουμε ένα σύστημα υγείας που βασίζεται μόνο στην εμπιστοσύνη προς συγκεκριμένους ανθρώπους ή ένα σύστημα που παράγει θεσμική εμπιστοσύνη, γνωρίζοντας πως στην πρώτη περίπτωση η ζωή μας εξαρτάται από το πόσο τυχεροί θα είμαστε στην επιλογή ενός συγκεκριμένου θεράποντα.
Το στοίχημα συνεπώς δεν είναι η ανεύρεση του δικού μας γιατρού απέναντι στο σύστημα», αλλά του δικού μας γιατρού μέσα σε ένα καλό σύστημα.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
