Τελευταία νέα
Τι σχέση έχουν τα παιδιά της Gen Z με τον Μάη του ’68; Είναι τα εγγόνια του! ΚΚΕ: Το παραμυθάκι των “ισχυρών συμμάχων” έχει επανειλημμένα διαψευστεί Νίκος Γκάλης για σκάνδαλο με στημένα παιχνίδια: Το μπάσκετ ανήκει στους αθλητές και στους φιλάθλους του ΠΑΣΟΚ: Να δημοσιοποιηθεί το πλήρες συμφωνητικό για τη Μονή Σινά πριν από την υπογραφή του Μητσοτάκης για παγκόσμια ημέρα πρόληψης κατά του καρκίνου του μαστού: Αν λάβετε μήνυμα από το Προλαμβάνω, παρακαλώ μην το αγνοήσετε Από τη διάγνωση στον εθελοντισμό: Η μάχη της Ανατολής Γκαγκοπούλου με τον καρκίνο του μαστού Ντροπή! Πανηγυρίζει η κυβέρνηση που παρέδωσε την Μονή Σινά στην Αίγυπτο Μονή Σινά: Αντιδράσεις από την αντιπολίτευση για την συμφωνία -“Ζητούνται απαντήσεις” Φώφη Γεννηματά: Το ΠΑΣΟΚ τιμά τη μνήμη της – Συγκινητικές δηλώσεις από τον γιο της Στασινόπουλος για το σκάνδαλο στο μπάσκετ: «Το έγκλημα θα τιμωρηθεί, προτείνω τον Παναγιώτη Γιαννάκη για την ηγεσία της ΕΟΚ» Κουτσούμπας: Δεν είναι «εθνική υπόθεση» η βαθύτερη εμπλοκή της Ελλάδας στον ενεργειακό πόλεμο Δήμαρχος Νίκαιας: Η οδός Μάρκου Μπότσαρη θα διατηρήσει το όνομά της
Efsyn.gr

Το πολιτικό αδιέξοδο του Μακρόν και η άνοδος της κοινωνικής δυσαρέσκειας στη Γαλλία

Ο Εμανουέλ Μακρόν ήρθε στην εξουσία με την υπόσχεση να ξανακάνει τη Γαλλία «μεγάλη»: να δώσει στην οικονομία λάμψη, στην κοινωνία προοπτική, στην πολιτική μια νέα διάσταση, στους πολίτες ελπίδα. Ηταν μάλιστα τόσο ματαιόδοξος, που επέλεξε να δώσει τον τίτλο «Επανάσταση» στο βιβλίο που περιείχε το «όραμά» του και κυκλοφόρησε λίγο πριν από την πρώτη του νικηφόρα εκλογική μάχη. Εκεί υποσχόταν να απελευθερώσει την πολιτική από «ξεπερασμένους διαχωρισμούς», την οικονομία από τα δεσμά του κράτους, την επιχειρηματικότητα από τη γραφειοκρατία. Μιλούσε για ανάπτυξη και πόνταρε στην απορρύθμιση. Σήμερα μπορεί να πει κανείς με σιγουριά ότι απέτυχε παταγωδώς σε όλα. Ο μακρονισμός έγινε οριστικά στάχτη στις φλόγες των γαλλικών μεγαλουπόλεων το περασμένο Σαββατοκύριακο.
Το 2016, πριν από την έναρξη της θητείας του υπερφίαλου προέδρου, το δημόσιο χρέος της Γαλλίας ήταν περίπου 2,2 τρισεκατομμύρια ευρώ και αντιστοιχούσε σε 98,1% του ΑΕΠ. Με φοροαπαλλαγές για τις επιχειρήσεις και τόνωση της ανταγωνιστικότητας έλεγε ότι θα το ρίξει και θα ανεβάσει ταυτόχρονα τους ρυθμούς μεγέθυνσης της οικονομίας. Σήμερα είναι κάπου στο 119% του ΑΕΠ και αγγίζει τα 3,6 τρισεκατομμύρια. Το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης διαμορφώθηκε στο 5,1% του ΑΕΠ το 2025. Και η ανάπτυξη κινείται φέτος όπως και πέρσι στο αναιμικό 0,8%.
Δεν φταίνε μόνο οι έξω
Οσο και αν θέλει να ρίξει κανείς ευθύνες στις κρίσεις της πανδημίας, των εφοδιαστικών αλυσίδων, των πολέμων που ακολούθησαν, δεν μπορεί να φταίνε μόνο οι εξωγενείς παράγοντες.
H αλήθεια είναι ότι από την πρώτη στιγμή οι οικονομικές πολιτικές του μακρονισμού δεν στόχευαν στη βελτίωση των οικονομικών του κράτους ή, στην καλύτερη περίπτωση, στηρίζονταν στην ψευδαίσθηση (ή απλώς εξαπάτηση) ότι τα οικονομικά του κράτους θα βελτιωθούν αν αυξηθεί η κερδοφορία των επιχειρήσεων. Οι πρώτες του κινήσεις, ήδη το 2017, στόχευαν στη μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων και της δημιουργίας ακόμα ευνοϊκότερων συνθηκών δράσης για το κεφάλαιο. Ο συντελεστής φορολογίας των επιχειρήσεων μειώθηκε σταδιακά από το 33% στο 25%. Ο φόρος αλληλεγγύης στη μεγάλη περιουσία αντικαταστάθηκε από έναν απλό φόρο ακινήτων, απαλλάσσοντας τις χρηματοοικονομικές επενδύσεις, τις μετοχές και τα ομόλογα από τη φορολογία περιουσίας. «Μεταρρυθμίστηκε» η εργατική νομοθεσία δίνοντας στις εταιρείες μεγαλύτερη ελευθερία και ευελιξία στις προσλήψεις και, κυρίως, στις απολύσεις προσωπικού.
Αλλά βεβαίως το κράτος χρειαζόταν και έσοδα από κάπου για να συντηρήσει τη γραφειοκρατική μηχανή του παλαιοκομματισμού, που ποτέ δεν άγγιξε πραγματικά ο Μακρόν. Οι δημόσιες δαπάνες αντιστοιχούν στο 57,2% του ΑΕΠ, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη. Τα υπουργεία παράγουν νόμους αδιαφανείς και περίπλοκους σαν αυτόν που καταγγέλλουν τώρα οι μαθητές σε σχέση με το σύστημα εισαγωγής στην Ανώτατη Εκπαίδευση.
Οταν το 2018 αποφάσισε να αυξήσει τον φόρο στα καύσιμα, οδηγώντας στην πρώτη έκρηξη που γέννησε το κίνημα των «κίτρινων γιλέκων» στις πλατείες και στους δρόμους διαφωνούσαν για το αν θα έπρεπε να τον αποκαλούν «πρόεδρο των τραπεζιτών» ή ακόμα καλύτερα «πρόεδρο των πλουσίων», δηλαδή του 5%-10% της κοινωνίας που έβγαινε κερδισμένο από τις μεταρρυθμίσεις του.
Ηταν μια ρετσινιά που δεν μπόρεσε να αποτινάξει από πάνω του, ακόμα και όταν κέρδισε για δεύτερη φορά τις εκλογές με τον εκβιασμό «ή εγώ ή η Λεπέν». Η εξέλιξη της δημοτικότητας του Μακρόν μιλάει από μόνη της. Αγγιζε το 60% όταν εξελέγη το 2017. Επεσε στο 25% στα τέλη του 2018 με τα «γιλέκα», για να ανακάμψει μετά την πανδημία και ενόψει της επανεκλογής του γύρω στο 40%, ελλείψει εναλλακτικής.
Ο μεγάλος κατήφορος ξεκινά από την άνοιξη του 2023, με τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού που αποδείχτηκε… απορρύθμιση του πολιτικού συστήματος. Επεσε στο 30% και τον επόμενο χρόνο μεταξύ 20%-25% με την αψυχολόγητη προκήρυξη των πρόωρων εκλογών που κανείς δεν κατάλαβε και οι οποίες απλώς επισφράγισαν το πολιτικό αδιέξοδο της Γαλλίας. Σήμερα, Οκτώβριο του 2026, τα ποσοστά συμπάθειας προς τον Μακρόν είναι στο ναδίρ (15%) και όποιος αποφασίσει να ποντάρει σε ανάκαμψη μάλλον δεν εκτιμάει τα χρήματά του. Ο άνθρωπος που «ονειρευόταν να γίνει βασιλιάς» είναι πια μια θλιβερή φιγούρα που στο χέρι της δεν κρατάει κάποιο σκήπτρο εξουσίας, αλλά κλομπ και δακρυγόνο.
Ποιοι στηρίζουν τον Μακρόν
Φυσικά, διατηρεί κάπως καλύτερα ποσοστά στις μεγαλύτερες ηλικίες, γι’ αυτό άλλωστε και στα μηνύματά του μετά από λαϊκές εκρήξεις πάντα επικεντρώνεται σε θέματα «νόμου και τάξης», αλλά και μεταξύ των στελεχών μεγάλων επιχειρήσεων, που φαίνεται ότι τελικά δεν είναι και τόσο αγνώμονες. Αλλά είναι σαφές. Εκτός από υπόδειγμα αποτυχημένης οικονομικής πολιτικής, ο Γάλλος πρόεδρος είναι και η καλύτερη εξήγηση του γιατί οι πολίτες μπορούν να απολέσουν οριστικά την εμπιστοσύνη τους στο πολιτικό σύστημα.
Αυτή τη στιγμή στη Γαλλία την ατζέντα ορίζει η Λεπέν με ποσοστά 34%-38% στις δημοσκοπήσεις και ακολουθεί ο Μελανσόν της Ανυπότακτης Γαλλίας με 14%-16%. Πολλοί θεωρούν ότι αν συνεχιστεί το κλίμα πόλωσης που υπάρχει σήμερα, τότε οι προεδρικές εκλογές θα κριθούν ανάμεσα σε αυτά τα δύο στρατόπεδα. Οι κεντροδεξιοί Γκαμπριέλ Ατάλ και Εντουάρ Φιλίπ, όπως και ο κεντροαριστερός Ραφαέλ Γκλικσμάν δεν έχουν ακόμα δείξει ότι μπορούν να αναπτύξουν μια δυναμική που θα τους ωθήσει σε ποσοστά πάνω από το 15%. Αλλά στη σημερινή Γαλλία που βράζει, οι έξι μήνες είναι μισή… αιωνιότητα.

Η έλλειψη προοπτικής τούς έβγαλε στους δρόμους της οργής
Αυτό που κατέβασε τους πιτσιρικάδες στον δρόμο ήταν η έλλειψη όχι απλώς χρημάτων, αλλά προοπτικής. Το να πηγαίνεις κάθε μέρα σε σχολεία που είναι υπέργηρα (το 80% είναι ηλικίας άνω των 50 ετών) ή ετοιμόρροπα (το 20% χρήζει επειγουσών επισκευών) δεν είναι απλώς άχαρο. Είναι προσβλητικό. Είναι σαν να σου λέει καθημερινά το κράτος ότι δεν σε υπολογίζει, δεν σκοπεύει να σου ρίξει ποτέ σκάλα κοινωνικής αναρρίχησης. Οταν βλέπεις κακοπληρωμένους, ωρομίσθιους νέους δασκάλους να έρχονται απογοητευμένοι ήδη από τα πρώτα χρόνια της καριέρας στο σχολείο σου, καταλαβαίνεις ότι είναι κι αυτοί απλώς ένα άλλοθι του κράτους απέναντι σε μια συνταγματική του υποχρέωση. Οι δαπάνες για την Παιδεία, από αυτούς που κάθισαν σε θρανία ιδιωτικών σχολείων και κολεγίων, δεν αντιμετωπίζονται ως «επένδυση στο μέλλον», αλλά ως αγγαρεία.
Ο Τομά Πικετί, σε μια παρέμβασή του στην εφημερίδα Le Monde, έγραψε ότι η σωτηρία του γαλλικού συστήματος εκπαίδευσης έχει μόνο μία θεραπεία: αναδιανομή πλούτου. Οπως τονίζει ο γνωστός οικονομολόγος, η κυβέρνηση επαίρεται ότι από το 2017 μέχρι σήμερα αύξησε τις δαπάνες για την Παιδεία από τα 13,3 στα 15,5 δισεκατομμύρια ευρώ (+17%), όταν για την εξυπηρέτηση τόκων η Γαλλία θα χρειαστεί, μόνο φέτος, 80 δισεκατομμύρια. Ομως η άνοδος του πληθωρισμού το αντίστοιχο διάστημα ήταν 22%. Και ο αριθμός των μαθητών έχει αυξηθεί από 2,6 εκατομμύρια σε πάνω από 3. Πρακτικά δηλαδή το κράτος δαπανά για κάθε μαθητή περίπου 20% λιγότερο σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία. Και ως μέτρο σύγκρισης αναφέρει ότι η περιουσία των υπερπλουσίων από 30% του ΑΕΠ το 1970 έχει σήμερα φτάσει το 600% του ΑΕΠ. Ολες οι προτάσεις που έχουν ακουστεί κατά καιρούς για φορολόγηση του «χυδαίου πλούτου» αγνοήθηκαν ή απαντήθηκαν με ένα απλό «αυτά δεν γίνονται». Η Γαλλία ακροβατεί στα όρια της κατάρρευσης, αλλά η ελίτ της δεν δείχνει καμιά διάθεση «πατριωτισμού» που θα έθιγε την τσέπη της.
Η συρρίκνωση του πολιτικού Κέντρου δεν μπορεί να μην έχει οικονομικό υπόβαθρο. Η οργή και οι εκρήξεις δεν προέρχονται από το πουθενά. Και θα συνεχίσουν να ξεχειλίζουν όσο η πολιτική ηγεσία θα παραμένει αιχμάλωτη επιλογών διαιώνισης της χλιδής των ολίγων και φτωχοποίησης όλο και περισσότερων.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...