«Από τη σιωπή στον διάλογο: να μιλήσουμε για τη βία, να αντισταθούμε στους αποκλεισμούς»
Η παρεξήγηση αφορά κυρίως τις σχέσεις των ανθρώπων. Είναι συνήθως βιαστική και, αρκετές φορές, απότοκος στερεοτύπων. Κατοικεί όμως και στα μέρη του λόγου. Τα ρήματα «αναβάλλω» και «υποχωρώ» είναι παρεξηγημένα. Ομοίως, ο «αναβλητικός» και ο «υποχωρητικός» δεν κολακεύουν ως χαρακτηρισμοί. Τι γίνεται όμως αν μπορείς να αναβάλλεις ένα αρνητικό συναίσθημα, αν μπορείς να υποχωρήσεις σε μία πράξη σου που δεν πρόλαβες να ζυγίσεις; Γιατί άλλο είναι να αναβάλλεις ένα ραντεβού και άλλο την εκδήλωση του θυμού σου. Διαφορετικό να αναβάλλεις μία δουλειά και διαφορετικό να συγκρατείς όσα μας απανθρωπίζουν.
Οι συνεχείς και σκληρές γυναικοκτονίες στη χώρα μας δεν σηκώνουν αναβολή. Δεν είναι η «κακιά στιγμή», αλλά η ασταμάτητη δύναμη του θύτη και το συνεχές της τάισμα από την τοξική αρρενωπότητα, τις ανισότητες και τη σιωπή.
Το πρώτο κείμενο του σημερινού ένθετου αναφέρεται στις γυναικοκτονίες που έγιναν στις αρχές του καλοκαιριού στην Καλαμάτα, στο Αίγιο και στη Δράμα. Σε αυτό συμπεριλαμβάνεται ένα σπαρακτικό κείμενο που διαβάστηκε εκεί. Είναι η μαρτυρία της Φωτεινής, μιας γυναίκας που μεγάλωσε σε κακοποιητική οικογένεια και ονομάζει το βαθύ τραύμα που κουβαλούν τα παιδιά.
Παιδιά που προσπαθούν να «κοιμηθούν» για να γλιτώσουν από τον εφιάλτη της ενδοοικογενειακής βίας, για να τον προσπεράσουν όσο πιο ανώδυνα γίνεται.
Στο άλλο κείμενο του ένθετου, ο Philippe Meirieu, αναστοχαζόμενος την αναβολή της βίας, μιλά για την παιδαγωγική της αναβολής. Τονίζει την ανάγκη να μάθουμε στα παιδιά μας να αναστέλλουν την άμεση αντίδρασή τους και, ταυτόχρονα, ως παιδαγωγοί και γονείς, να μη διολισθήσουμε ούτε στην ανεξέλεγκτη επιτρεπτικότητα ούτε στον αυταρχισμό.
Τέλος, αν η αναβολή μπορεί να είναι αρετή, μάλλον έλειψε από τις προθέσεις του Δ.Σ. της Δημοτικής Κοινότητας Χαλκειούς, στη Χίο. Με επιστολή τους στο υπουργείο, στο Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής, στην Ενωση Γονέων Νομού Χίου και σε βουλευτές, εξέφρασαν «την αντίθεση, την αγανάκτηση και τον έντονο προβληματισμό τους σχετικά με την εισαγωγή της θεματικής των ομόφυλων οικογενειών στο διδακτικό υλικό της Στ’ τάξης».
Συμπορευόμαστε με την απάντηση των εκπαιδευτικών και μελών της ομάδας «Αντίβαρο» και αναδημοσιεύουμε το κείμενό τους. Αλλωστε, όπως όμορφα διατυπώνουν: «μια οικογένεια δεν ορίζεται από έτοιμα στερεότυπα αλλά από την αγάπη, τη φροντίδα, την ασφάλεια και τον σεβασμό. Οταν το σχολείο αρνείται να αναγνωρίσει τις διαφορετικές μορφές οικογένειας, καλλιεργεί τις διακρίσεις και τον αποκλεισμό». Για το συγκεκριμένο θέμα είχαμε δημοσιεύσει ένα πολύ χρήσιμο κείμενο, στο ένθετο του Ιουνίου, με τίτλο «Μιλώντας στα παιδιά για τις πολλές μορφές οικογένειας». Αναζητήστε το!
«Από τον αποκλεισμό στον σεβασμό»
Με αφορμή την επιστολή του Διοικητικού Συμβουλίου της Δημοτικής Κοινότητας Χαλκειούς σχετικά με την αναφορά στις ομόφυλες οικογένειες στο διδακτικό υλικό της ΣΤ΄ Δημοτικού, εκπαιδευτικοί και μέλη του «Αντίβαρου» επισημαίνουν τα παρακάτω, που, όπως σημειώνουν, αφορούν τόσο τον θεσμικό ρόλο του σχολείου όσο και την παιδαγωγική αποστολή του:
«Κατ’ αρχάς, κανένα τοπικό συμβούλιο, δημοτική αρχή ή άλλη τοπική συλλογικότητα δεν έχει αρμοδιότητα να καθορίζει ποιο περιεχόμενο θα διδάσκεται και ποιο θα αφαιρείται από τα σχολικά προγράμματα. Η επιλογή, η διαμόρφωση και η εφαρμογή της διδακτέας ύλης αποτελούν αρμοδιότητα της Πολιτείας και των αρμόδιων εκπαιδευτικών φορέων. Η προσπάθεια επιβολής εξαιρέσεων ή απαγορεύσεων στο εκπαιδευτικό υλικό συνιστά παρέμβαση στο παιδαγωγικό έργο των εκπαιδευτικών και παρεμπόδιση της ομαλής λειτουργίας της εκπαιδευτικής διαδικασίας.
Η εκπαίδευση, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές του Συντάγματος, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και της αντιρατσιστικής νομοθεσίας, οφείλει να προάγει την ισότητα, τον σεβασμό και την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Η αναφορά σε διαφορετικές μορφές οικογένειας δεν αποτελεί ιδεολογική επιβολή, αλλά αναγνώριση μιας κοινωνικής πραγματικότητας που ήδη υπάρχει. Οι μαθητές και οι μαθήτριες της ΣΤ΄ Δημοτικού βρίσκονται σε ηλικία κατά την οποία έχουν ήδη διαμορφώσει κοινωνικές παραστάσεις και έχουν καθημερινή πρόσβαση στην πληροφορία μέσω του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Η απόκρυψη υπαρκτών κοινωνικών φαινομένων δεν προστατεύει τα παιδιά. Αντίθετα, τα αφήνει χωρίς τα κατάλληλα εργαλεία κατανόησης και τα εκθέτει σε στερεότυπα, παραπληροφόρηση και προκαταλήψεις.
Η παρουσίαση διαφορετικών μορφών οικογένειας στο σχολείο δεν καταργεί ούτε υποβαθμίζει την παραδοσιακή οικογένεια. Αντίθετα, διδάσκει ότι η αξία μιας οικογένειας δεν κρίνεται από τη μορφή της, αλλά από τις σχέσεις φροντίδας, αγάπης, ευθύνης και ασφάλειας που προσφέρει στα παιδιά της. Ενα σύγχρονο σχολείο οφείλει να αναγνωρίζει όλα τα παιδιά, ανεξάρτητα από το οικογενειακό περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνουν – είτε πρόκειται για μονογονεϊκές, ανάδοχες, θετές ή ομόφυλες οικογένειες.
Οσον αφορά την επίκληση της δημογραφικής κρίσης, η σύνδεση της παρουσίας των ομόφυλων οικογενειών ή της αναγνώρισής τους στην εκπαίδευση με την υπογεννητικότητα δεν στηρίζεται σε κανένα επιστημονικό δεδομένο. Η δημογραφική μείωση αποτελεί ένα σύνθετο κοινωνικό και οικονομικό ζήτημα, που συνδέεται με παράγοντες όπως η εργασιακή ανασφάλεια, το κόστος ζωής, η έλλειψη στήριξης των νέων οικογενειών και οι κοινωνικές συνθήκες. Η ορατότητα μιας κοινωνικής ομάδας δεν αποτελεί αιτία δημογραφικών προβλημάτων.
Αντίθετα, ιδεολογική καθοδήγηση αποτελεί η προσπάθεια να επιβληθεί η σιωπή γύρω από υπαρκτές κοινωνικές ομάδες και να αποκλειστούν από τον σχολικό λόγο οικογένειες και παιδιά που ήδη υπάρχουν στην κοινωνία. Ο ρόλος του σχολείου δεν είναι να επιβάλλει έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής, αλλά να καλλιεργεί την κριτική σκέψη, τη γνώση, τον σεβασμό και τη συνύπαρξη.
Ενα σχολείο που αναγνωρίζει την πολυμορφία της κοινωνίας δεν αφαιρεί δικαιώματα από κανέναν γονέα ούτε αντικαθιστά την οικογένεια. Αντίθετα, προστατεύει τα παιδιά από τον αποκλεισμό και δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου κάθε μαθητής και κάθε μαθήτρια μπορεί να αισθάνεται ότι ανήκει. Η εκπαίδευση δεν μπορεί να στηρίζεται στον φόβο απέναντι στη διαφορετικότητα. Οφείλει να στηρίζεται στη γνώση, στην επιστημονική τεκμηρίωση, στα ανθρώπινα δικαιώματα και στην αρχή ότι όλα τα παιδιά αξίζουν σεβασμό και ίση μεταχείριση».
Επικοινωνήστε μαζί μας και στείλτε μας τα κείμενά σας για δημοσίευση στο εξής μέιλ: periodikofreinet@gmail.com
Τη δολοφόνησε με 45 μαχαιριές. Τα παιδιά στο διπλανό δωμάτιο; Κοιμούνταν;
Του Χάρη Παπαδόπουλου*
Η Πρωτοβουλία κατά των Γυναικοκτονιών, που συσπειρώνει πλήθος γυναικείων συλλογικοτήτων και άλλων φορέων (μεταξύ των οποίων και το «Σκασιαρχείο») οργάνωσε στις αρχές Ιουνίου στο Σύνταγμα μια συγκέντρωση διαμαρτυρίας με αφορμή την πολλοστή δολοφονία γυναίκας τα τελευταία χρόνια, αυτήν της Βασιλικής στην Καλαμάτα. Ο σύζυγός της τη μαχαίρωσε ενώ τα παιδιά τους κοιμούνταν στο διπλανό δωμάτιο. Λίγες μέρες αργότερα νέα γυναικοκτονία στο Αίγιο και μετά πέντε μέρες ακόμη μία στη Δράμα. Από χέρι αστυνομικού. Η εικόνα είναι εφιαλτική.
Πήγα στη συγκέντρωση γιατί είμαι δάσκαλος. Είχε τη μορφή ανοιχτής συνέλευσης και έτσι ζήτησα τον λόγο. Από τα χέρια μου πέρασαν εκατοντάδες μαθήτριες και στη διαδρομή μου στα σχολεία συνάντησα χιλιάδες μικρά κορίτσια. Τώρα αξιώθηκα να είμαι παππούς τριών μικρών κοριτσιών. Φοβάμαι πολύ, αγωνιώ για τον κόσμο που θα ζήσουν τα παιδιά μας. Πήγα για να τιμήσω τη μνήμη όλων αυτών των δολοφονημένων γυναικών που χάθηκαν, μέσα στον φόβο και στη μοναξιά, γιατί οι «σύντροφοί» τους τις θεωρούσαν ιδιοκτησία τους. Πήγα ακόμη για να εκφράσω τον μεγάλο σεβασμό μου στις γυναικείες οργανώσεις, που με τους αγώνες τους για δικαιώματα και ισότητα άλλαξαν τον κόσμο μας. Ενα μεγάλο ευχαριστώ, εκ μέρους των ανδρών, γιατί η απελευθέρωση των γυναικών είναι απελευθέρωση όλων μας. Και πήγα, τέλος, γιατί είμαι εκπαιδευτικός και αισθάνομαι βαριά την ευθύνη του σχολείου για το πώς διαμορφώνονται τα πράγματα. Είναι αλήθεια ότι το δημόσιο σχολείο βάλλεται και εμποδίζεται στο έργο του, αλλά αυτό δεν αποτελεί δικαιολογία για κανέναν και καμία μας. Το σχολείο μπορεί και οφείλει να συμβάλει με τρόπους και εργαλεία που είναι γνωστά από τις αναλύσεις, τις υποδείξεις, το έργο δεκάδων ερευνητριών και πανεπιστημιακών στην Ελλάδα και σε όλο τον κόσμο, εδώ και πολλά χρόνια.
Οι ομιλήτριες στην εκδήλωση στάθηκαν όλες στον λεγόμενο «Νόμο Τσιάρα» (από το όνομα του υπουργού Δικαιοσύνης του κυβερνώντος κόμματος, που τον θεσμοθέτησε το 2021), έναν νόμο που τον χαρακτηρίζουν ολέθριο και ζητούν την αλλαγή του. Περί τίνος πρόκειται; Εχουν δίκιο;
Δικαίωση συλλογικοτήτων
Δυστυχώς, τα πέντε χρόνια εφαρμογής του νόμου δικαίωσαν απόλυτα τις γυναικείες συλλογικότητες, τους επιστημονικούς φορείς και τις διεθνείς επιτροπές, που σύσσωμες εξαρχής επέστησαν την προσοχή στους κινδύνους από την εφαρμογή του. Ο νόμος αυτός (Ν. 480/2021) άλλαξε τις ρυθμίσεις που ίσχυαν από τη βαθιά μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου στη χώρα μας, το 1983. Ας δούμε την αλλαγή μέσα από ένα απλό παράδειγμα.
Εστω ένα ζευγάρι με ένα μικρό παιδί, στην Καλαμάτα. Ο άνδρας είναι βίαιος, κακοποιεί τη γυναίκα του, εκείνη τον φοβάται πολύ, η ζωή της είναι κόλαση. Βρίσκει το θάρρος να τον μηνύσει για την κακοποίηση και παίρνει διαζύγιο. Με τις προβλέψεις του 1983 την επιμέλεια του παιδιού σχεδόν πάντα την έπαιρνε η μητέρα – κατά την κρίση κάθε φορά του δικαστηρίου. Με τον καινούργιο νόμο προβλέπεται συνεπιμέλεια, δηλαδή άσκηση της γονικής μέριμνας για το παιδί «από κοινού και εξίσου» από τους δύο γονείς. Και ορίζεται ότι ο γονέας που δεν διαμένει με το παιδί (δηλαδή ο πατέρας που δέρνει τη γυναίκα του και, αυτονοήτως, τρομοκρατεί το παιδί του) δικαιούται επικοινωνία μαζί του για τουλάχιστον το 1/3 του χρόνου του παιδιού. Για να αφαιρεθεί ή να περιοριστεί η γονική μέριμνα από τον κακοποιητή γονέα πρέπει να υπάρχει τελεσίδικη δικαστική απόφαση (π.χ. για κακοποίηση ή βαριά αμέλεια). Μέχρι να γίνει αυτό, με τους ρυθμούς απόδοσης δικαιοσύνης στη χώρα μας, θα περάσουν πολλά χρόνια – πέντε ή έξι είναι το σύνηθες.
Η γυναίκα-θύμα στο παράδειγμα μας είναι αναγκασμένη, για πέντε χρόνια μετά το διαζύγιο, να έχει συνεχή, αναγκαστική επικοινωνία με τον θύτη, ενώ συχνά ο τελευταίος χρησιμοποιεί το παιδί ως μέσο πίεσης, ελέγχου και δευτερογενούς κακοποίησης. Πριν από τον νόμο Τσιάρα, μπορούσε να διακόψει κάθε επαφή μαζί του μετά τον χωρισμό, αναλαμβάνοντας την αποκλειστική επιμέλεια του παιδιού. Με τη συνεπιμέλεια, η γυναίκα υποχρεώνεται νομικά να συναντά τον πρώην σύντροφο για να παραδίδει και να παίρνει το παιδί και να συνεννοείται μαζί του για καθημερινά ζητήματα (σχολείο, υγεία). Αυτή η αναγκαστική επαφή προσφέρει στον κακοποιητή άπειρες ευκαιρίες για να συνεχίσει να εκφοβίζει, να παρακολουθεί, να βιαιοπραγεί. Πολλές επιθέσεις και γυναικοκτονίες έχουν συμβεί ακριβώς τη στιγμή της «παράδοσης-παραλαβής» του παιδιού. Στην ψυχολογία του κακοποιητή, η συνεπιμέλεια δεν αφορά την αγάπη για το παιδί αλλά τη διατήρηση της εξουσίας στην πρώην σύντροφο. Ο νόμος του προσφέρει την ευκαιρία να παρεμβαίνει στη ζωή της «μέσω του παιδιού» (π.χ. αρνούμενος να υπογράψει για μια ιατρική πράξη ή ένα ταξίδι), κρατώντας τη γυναίκα σε μια διαρκή κατάσταση ομηρίας και ψυχολογικής εξάντλησης. Με την υποχρεωτική συνεπιμέλεια τα παιδιά δεν μπορούν να εγγραφούν ούτε στο σχολείο όταν ο πατέρας δεν συμφωνεί και δεν υπογράφει, πολλές φορές εκβιαστικά. Η βία δεν σταματά με το διαζύγιο· μετατοπίζεται. Οταν ο θύτης χάνει τον έλεγχο πάνω στη σύντροφό του, χρησιμοποιεί το παιδί ως το τελευταίο μέσο εκβιασμού και εξουσίας.
Και το παιδί; Πώς το βιώνει όλο αυτό; Ο νόμος που θεσπίζει την υποχρεωτική συνεπιμέλεια θεωρητικά έγινε για το καλό του, για το «βέλτιστο συμφέρον του». Η λογική του νομοθέτη είναι ότι μπορεί το ζευγάρι να χώρισε, αλλά το παιδί χρειάζεται και τους δύο γονείς του. Η ιδέα της ισότιμης συμμετοχής και των δύο γονέων ακούγεται δίκαιη. Και πράγματι, αν οι γονείς μπορούν να συνεννοηθούν η ρύθμιση έχει κάτι το θετικό.
Τραγικές περιπτώσεις
Αν όμως όχι; Αν υπάρχει κακοποίηση της γυναίκας που οδήγησε στο διαζύγιο; Στα πέντε χρόνια εφαρμογής του νόμου αποδείχτηκε ότι η συνεπιμέλεια λειτουργεί μόνο όταν υπάρχει συνεργασία σε πολιτισμένα ζευγάρια (που έτσι κι αλλιώς θα έβρισκαν άκρη), αλλά αποδείχθηκε επικίνδυνη και δυσλειτουργική για οικογένειες με συγκρουσιακά και κακοποιητικά χαρακτηριστικά. Εκεί, αντί ο νόμος να λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας των θυμάτων, μετατρέπεται σε εργαλείο περαιτέρω κακοποίησης. Στην πράξη, αυτό οδήγησε σε τραγικές περιπτώσεις όπου μητέρες υποχρεώθηκαν νομικά να παραδίδουν τα παιδιά τους για διανυκτέρευση σε πατέρες που είχαν καταγγελθεί (αλλά όχι ακόμα καταδικαστεί τελεσίδικα) για ενδοοικογενειακή βία ή κακοποίηση. Ουσιαστικά το «βέλτιστο συμφέρον του παιδιού» μετατρέπεται, μέσω της οριζόντιας αναγκαστικής συνεπιμέλειας σε «συμφέρον των γονέων» – δηλαδή του ενός γονέα, του κακοποιητή.
Στη συγκέντρωση διαμαρτυρίας των γυναικείων οργανώσεων στο Σύνταγμα διαβάστηκε ένα σπαρακτικό κείμενο, γραμμένο από μια επιζήσασα της πατριαρχικής βίας, που μεγάλωσε σαν παιδί σε μια κακοποιητική οικογένεια. Διαβάστε το, αγαπητές φίλες και φίλοι, στη διπλανή στήλη και αναλογιστείτε μαζί μας: στο υπουργείο Δικαιοσύνης εθελοτυφλούν; Περί αυτού πρόκειται; Γιατί δεν αλλάζουν τον νόμο όταν η πραγματικότητα βοά; Στεγάζεται στο υπουργείο ακόμη κάτι που να σχετίζεται λίγο με δικαιοσύνη; Ή είναι οριστικά ένα άδειο κέλυφος;
*Δάσκαλος, μέλος του Σκασιαρχείου
Αγαπημένες μου αδελφές Αγαπημένες μου αδελφές,
Δυστυχώς δεν μπορώ να είμαι σήμερα κοντά σας, όμως ήθελα πολύ να στείλω δυο λόγια. Είμαι σίγουρη ότι όλες έχετε μιλήσει για τη Βασιλική και τα μαρτύρια που περνούσε χρόνια, έως τη φρικτή δολοφονία της. Ως κόρη κακοποιημένης μητέρας, σας παρακαλώ επιτρέψτε μου να σταθώ κι εγώ συγκλονισμένη από την πλευρά μου στις μικρές της κόρες. Οι κόρες της Βασιλικής κοιμούνταν… Το τέρας τους είχε δώσει ναρκωτικά; Πώς είναι δυνατόν να μην ξύπνησαν; Πώς;
Και όχι, δεν τους είχε δώσει ναρκωτικά ο φονιάς, απλώς κοιμούνταν τα κορίτσια, γιατί για εκείνα ήταν άλλη μία από εκείνες τις νύχτες. Αλλη μία νύχτα από αυτές που αναγνώριζαν ως «κανονικότητα». Γιατί έτσι είχαν μάθει…
Ο πατέρας βρίζει και χτυπά τη μητέρα, έτσι είναι, αυτή είναι η καθημερινότητά μας. Και είμαστε, εμείς τα παιδιά, ανήμπορα. Και δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα γι’ αυτό. Φοβόμαστε για εκείνη, φοβόμαστε για εμάς, κάπως πρέπει να προστατευτούμε, και δεν υπάρχει τίποτε άλλο από το να κοιμηθούμε. Για να μην ακούμε, να μη νιώθουμε, να μη ζούμε τη θλίψη, τον φόβο, την ντροπή. Είμαστε αβοήθητα, ας κοιμηθούμε… Και το πρωί θα είναι μια άλλη μέρα, θα πάμε κανονικά σχολείο, σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Θα παίξουμε με τις φίλες μας, θα παρακολουθήσουμε το μάθημά μας, θα ζήσουμε την πρωινή μας κανονική ζωή. Και το απόγευμα θα συναναστραφούμε τον κακοποιητή της μαμάς μας που είναι «καλός μπαμπάς», γιατί αυτό είναι «κανονικό». Γιατί δεν έγινε και τίποτα χθες τη νύχτα. Ετσι είναι το κανονικό. Και μετά θα έρθει το βράδυ. Οι φωνές, οι απειλές, τα χτυπήματα. Να προλάβουμε, Παναγίτσα μου, να κοιμηθούμε. Να μην ακούμε. Είναι κανονικό…
Εως ότου μια μέρα ξύπνησαν τα παιδιά της Βασιλικής και ακόμη και η πρωινή τους κανονική ζωή έπαψε να είναι κανονική. Και δεν θα είναι ποτέ ξανά…
Ο αδελφός μου, 4 χρόνια μικρότερος, που δεχόταν χτυπήματα ήδη απ’ όταν βρισκόταν στην κοιλιά της μητέρας μας, προλάβαινε να κοιμηθεί προτού ξεκινήσει η δική μας «κανονική» νύχτα. Αυτοπροστασία λέγεται, δεν-αντέχω-άλλον-πόνο-λέγεται, ας κοιμηθώ. Εγώ, όχι. Δεν κατάφερα ποτέ να κοιμηθώ, ήμουν μάρτυρας των πάντων, κι έκανα πως κοιμάμαι…
Οχι άλλη γυναικοκτονία, όχι άλλα παιδιά που κοιμούνται στον αγώνα τους να ζήσουν μια «κανονικότητα».
Επιζώσα, αγαπημένη φίλη, Φωτεινή, 9/6/2026
Η παιδαγωγική απέναντι στη βία
Tου Philippe Meirieu*
Στους φίλους μου του «Σκασιαρχείου», με τους οποίους μοιράζομαι τις θεμελιώδεις αξίες της χειραφέτησης και της αλληλεγγύης. Γνωρίζω την όμορφη δουλειά που κάνετε καθημερινά, παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζετε, για να ανακόψετε τη βία και να προάγετε τη συνεργασία. Σας εύχομαι κουράγιο και ελπίζω να σας ξαναδώ σύντομα.
Δύο ζητήματα επιβάλλονται σήμερα στον δημόσιο διάλογο: εκείνο της πολιτικής βίας και εκείνο της έμφυλης, ανδροκρατικής βίας. Δύο ζητήματα που, από κοινού, απαιτούν μια απάντηση μέσω της εκπαίδευσης.
Πρέπει οπωσδήποτε να συνεχίσουμε και να διευρύνουμε τα εκπαιδευτικά προγράμματα για την «ισότητα των φύλων»
Είναι γνωστό ότι πολλά κρίνονται κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής του παιδιού, τότε που μεταβαίνει από μια σχέση με τον κόσμο που στηρίζεται στις κινητικές του ικανότητες, σε μια σχέση που διαμορφώνεται μέσα από τις γλωσσικές του δεξιότητες. Πριν αποκτήσει πρόσβαση στη συμβολική λειτουργία, έχει πράγματι ανάγκη από μια άμεση, φυσική επαφή με την ύλη. Για να ανακαλύψει ένα αντικείμενο, το πιάνει, το πετάει, το σπάει – επαληθεύοντας έτσι, ταυτόχρονα, και τη δική του ύπαρξη και την ύπαρξη των πραγμάτων. Μπαίνοντας στον κόσμο της γλώσσας, μπορεί πλέον να κατονομάζει, να απευθύνεται στον άλλο και να ερμηνεύει· μπορεί να ξεκινήσει μια σχέση με την ετερότητα, απαλλαγμένη, σε έναν βαθμό τουλάχιστον, από την ανάγκη της άμεσης σωματικής κατοχής. Είναι η αρχή μιας μακράς μαθητείας που θα συνεχιστεί καθ’ όλη τη διάρκεια της παιδικής και εφηβικής ηλικίας, μέχρι το παιδί να μπορεί να συμμετάσχει σε μια νηφάλια ανταλλαγή απόψεων με τους άλλους. Μία ανταλλαγή που δεν θα απαιτεί πια να έχει τον τελευταίο λόγο, ώστε να κρατά τον διάλογο πάντα ανοιχτό και να ξεφεύγει τόσο από την αυθαιρεσία της βίας όσο και από την κλιμάκωση της σκληρότητας.
Από αυτή την άποψη, είναι γνωστό ότι τα αγόρια και τα κορίτσια δεν βρίσκονται στην ίδια μοίρα. Πράγματι, παρά την πρόοδο και παρά τις σημαντικές οικογενειακές και κοινωνικές ανισότητες, τα κορίτσια στο σύνολό τους υπερτερούν σαφώς έναντι των αγοριών: αυτό μαρτυρούν, σε ολόκληρη την Ευρώπη, τόσο η καλύτερη διαχείριση του προφορικού και γραπτού λόγου εκ μέρους τους, όσο και η πολύ μικρότερη παρουσία τους σε δομές κοινωνικού αποκλεισμού και σωφρονιστικά ιδρύματα. Δεν υπάρχει, προφανώς, τίποτα το «φυσικό» σε αυτό, καθώς το φαινόμενο παραπέμπει στη διαιώνιση στερεοτύπων που καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τη συμπεριφορά τους: ενώ το αρσενικό φαίνεται γεννημένο για την κατάκτηση και την κυριαρχία, το θηλυκό φαίνεται καταδικασμένο στην τακτοποίηση και τη φροντίδα. Συνέπεια αυτού: τα περισσότερα κορίτσια θεωρούνται πιο «προσαρμοσμένα» στη σχολική κουλτούρα, την ίδια στιγμή που πολλά αγόρια τη βιώνουν ακόμη ως κάτι αντίθετο προς την ανδρική τους ταυτότητα.
Γι’ αυτό και, ενώ πρέπει οπωσδήποτε να συνεχίσουμε και να διευρύνουμε τα εκπαιδευτικά προγράμματα για την «ισότητα των φύλων» (μια ισότητα απόλυτη σε επίπεδο δικαιωμάτων), οφείλει ταυτόχρονα το σχολείο, σε όλες τις βαθμίδες και σε κάθε μάθημα, να εδραιώσει μια παιδαγωγική που δίνει χρόνο για σκέψη, που προτάσσει τον διάλογο και αναδεικνύει την ανθρώπινη ευθραυστότητα.
Πρώτα απ’ όλα, μια παιδαγωγική της αναβολής. Ο Γιάνους Κόρτσακ την είχε διατυπώσει θεωρητικά πολύ πριν οι νευροεπιστήμονες αναδείξουν τη σημασία της μέσα από τη μελέτη των μηχανισμών της αναστολής: πράγματι, χάρη σε αυτήν τη διαδικασία, η οποία ελέγχεται από τον μετωπιαίο λοβό, το άτομο αναστέλλει την αυθόρμητη αντίδρασή του και μεταβαίνει από το αντανακλαστικό στον αναστοχασμό, από τον αυθορμητισμό της στιγμής στην έρευνα και στη συνειδητή πειραματική σκέψη. Και εδώ ακριβώς επίσης θεμελιώνεται η αναβολή της βίας. Οφείλουμε, επομένως, να μάθουμε στα παιδιά μας να καθυστερούν την αντίδρασή τους· και αυτή είναι μια από τις θεμελιώδεις αρχές μιας παιδαγωγικής που αρνείται να εγκλωβιστεί ανάμεσα στην επιτρεπτικότητα (που συχνά ισοδυναμεί με παραίτηση) και στην αυταρχική απαγόρευση (που σπάνια είναι αποτελεσματική). Μιας παιδαγωγικής που αφιερώνει χρόνο, όχι μόνο για να φέρει στην επιφάνεια τις αναπαραστάσεις των παιδιών, αλλά και για να διεγείρει τη σκέψη και να ανοίγει τη συζήτηση, με αφορμή κάθε μαθησιακή διαδικασία.
Δεν πρέπει όμως να συγχέουμε τη συζήτηση με τη φλυαρία. Γιατί μιλάω δεν σημαίνει λέω ο,τι μου κατέβει. Μιλάω σημαίνει καθοδηγούμαι από την απαίτηση για ακρίβεια και ορθότητα. Μιλάω σημαίνει ότι μετατρέπω τον αντίλογο του άλλου σε ευκαιρία και αφετηρία για την αναζήτηση της αλήθειας. Κι όμως, μέσα στην τάξη μιλάμε ελάχιστα: οι παρουσιάσεις από τους μαθητές παραμένουν τελικά αρκετά σπάνιες, ενώ οι οργανωμένες και τεκμηριωμένες συζητήσεις ακόμη λιγότερες. Σε τέτοιον βαθμό, μάλιστα, που πολλοί μαθητές ολοκληρώνουν τη σχολική τους ζωή χωρίς να έχουν ασκηθεί ποτέ στη συγκροτημένη δημόσια ομιλία ενώπιον ακροατηρίου.
Αυτό το έλλειμμα στον προφορικό λόγο υπονομεύει, προφανώς, τη μετάβαση στον γραπτό λόγο, ενώ ταυτόχρονα αφήνει ελεύθερο το πεδίο για την εκδήλωση παρορμητικών πράξεων. Οταν λείπουν οι λέξεις, τη σκυτάλη παίρνουν οι γροθιές. Και όταν οι λέξεις δεν μπορούν να εκφράσουν ένα συναίσθημα ή μια άποψη χωρίς να πληγώσουν τον συνομιλητή, τότε ελλοχεύει ο κίνδυνος να μπούμε στον φαύλο κύκλο της βίας. Εδώ αγγίζουμε ένα από τα σημαντικότερα παιδαγωγικά στοιχήματα της εποχής μας: την ανακάλυψη της θεμελιώδους τρωτότητας του ανθρώπου.
Το επιτυγχάνουμε μέσα από τη λογοτεχνία, την ιστορία, τη φιλοσοφία, τις τέχνες. Αλλά μέσα από κάθε εκπαιδευτική δραστηριότητα ο ενήλικας οφείλει να ενσαρκώνει ο ίδιος και να επιβάλλει τον σεβασμό σε αυτή τη θεμελιώδη αρχή: καμία ικανοποίηση δεν μπορεί να αγοράζεται με την ταπείνωση ή τον πόνο του άλλου. Και το να διακηρύσσουμε κάτι τέτοιο, κάνοντάς το πράξη στην καθημερινότητα, δεν σημαίνει ότι εγκαταλείπουμε τη διδασκαλία και τις πνευματικές της απαιτήσεις. Δεν σημαίνει υποβάθμιση του έργου των εκπαιδευτικών και των παιδαγωγών. Αντίθετα, σημαίνει ότι του αποδίδουμε όλη του την αξιοπρέπεια – εκείνη που μετατρέπει τη διδασκαλία και κάθε μορφή αγωγής σε διακύβευμα για ό,τι μας κάνει ανθρώπους.
*Ομότιμος καθηγητής Παιδαγωγικής, Πανεπιστήμιο της Λιόν (μετάφραση: Χάρης Παπαδόπουλος)
Διαβάστε περισσότερα
