Τελευταία νέα
Γερμανία: Χιλιάδες διαδηλωτές στην Ερφούρτη κατά του ακροδεξιού κόμματος AfD Επαναπροσέγγιση ΠΑΣΟΚ: Εξαιρετικά σοβαρό γεγονός η παρακολούθηση Κούλογλου με το λογισμικό Pegasus Εμφύλιος best seller Μεγάλη επιχείρηση έρευνας και διάσωσης του λιμενικού στην Σάμο – Ψάχνουν για τρεις αγνοούμενους μετανάστες Υπόθεση Θ. Ντόκου: Το Μαξίμου απαντά στις πολιτικές αντιδράσεις και στα ερωτήματα ασφάλειας των επικοινωνιών  Η ΕΛΑΣ καλεί τους πολίτες στην ψηφιακή της πλατφόρμα – «Μπες στο myelas.gr, υπέγραψε, γίνε μέλος» Καταγγελίες ΠΑΣΟΚ για fake news από σύμβουλο του Υπ. Υγείας – Στο επίκεντρο η τροπολογία για τα βαρέα Ρόδος: Νεκρή 82χρονη μετά από παράσυρση σε λαϊκή αγορά Νικόλας Φαραντούρης: Η απάντηση για την απόσπαση της συζύγου του με «επίδομα αλλοδαπής» 245.700 ευρώ στις Βρυξέλλες Διαδικτυακό κάλεσμα στους πολίτες από την ΕΛΑΣ για να γίνουν μέλη Washington Post: Το Ισραήλ σκόπευσε να δολοφονήσει Αραγτσί και Γκαλιμπάφ – Ειδοποίησαν οι ΗΠΑ το Ιράν
Indicator.gr

Τσίπρας και ΕΛ.Α.Σ.: Το πρόγραμμα που θα κρίνει αν το νέο κόμμα μπορεί να πείσει

Η ίδρυση της ΕΛ.Α.Σ. έδωσε στον Αλέξη Τσίπρα το πολιτικό restart που επιδίωκε. Οι πρώτες εβδομάδες συνοδεύτηκαν από έντονη επικοινωνιακή παρουσία, προβολή νέων στελεχών, μετακινήσεις προσώπων από τον χώρο του ΠΑΣΟΚ και μια αρχική δημοσκοπική δυναμική που δείχνει ότι το νέο εγχείρημα βρίσκει ακροατήριο.
Οι πρώτες μετρήσεις κατέγραψαν την ΕΛ.Α.Σ. στο 15,3% της εκτίμησης ψήφου, ενώ νεότερες δημοσκοπήσεις εμφανίζουν το κόμμα να κινείται μεταξύ 16% και 17%. Πρόκειται για μια επίδοση που δημιουργεί προσδοκίες, χωρίς όμως να αποτελεί εγγύηση πολιτικής σταθερότητας.
Η ιστορία έχει δείξει ότι οι πολιτικές εξελίξεις δεν ακολουθούν ποτέ ευθύγραμμη πορεία. Οι πρώτες εντυπώσεις μπορούν εύκολα να ανατραπούν όταν η δημόσια συζήτηση μετατοπιστεί από την εικόνα στην ουσία.
Το μεγαλύτερο εμπόδιο δεν είναι οι δημοσκοπήσεις αλλά η αξιοπιστία του προγράμματος
Ο Αλέξης Τσίπρας γνωρίζει ότι καλείται να διαχειριστεί τρεις παράγοντες που θα καθορίσουν την πορεία της νέας πολιτικής προσπάθειας.
Ο πρώτος αφορά την πολιτική παρακαταθήκη της περιόδου κατά την οποία υπήρξε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης και στη συνέχεια πρωθυπουργός. Ένα σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος εξακολουθεί να αξιολογεί εκείνη την περίοδο αρνητικά, γεγονός που περιορίζει τις δυνατότητες περαιτέρω διεύρυνσης.
Ο δεύτερος αφορά την απουσία ενός ολοκληρωμένου κυβερνητικού σχεδίου με σαφείς, κοστολογημένες και σύγχρονες προτάσεις. Μέχρι στιγμής, η δημόσια εικόνα του νέου φορέα στηρίζεται περισσότερο στην πολιτική ανανέωση των προσώπων παρά σε ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα που να διαφοροποιείται ουσιαστικά από το παρελθόν.
Ο τρίτος σχετίζεται με τις αντιδράσεις που ενδέχεται να προκύψουν από τον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς, όπου αρκετά πρώην στελέχη αντιμετωπίζουν την ίδρυση της ΕΛ.Α.Σ. ως ευθεία αμφισβήτηση της δικής τους πολιτικής διαδρομής.
Ωστόσο, το πιο κρίσιμο ζήτημα παραμένει το περιεχόμενο των πολιτικών προτάσεων.
Οι πρώτες δημόσιες παρεμβάσεις νέων στελεχών προκάλεσαν ήδη αμηχανία, καθώς διατυπώθηκαν θέσεις για εκτεταμένη φορολόγηση και προτάσεις που δημιούργησαν ερωτήματα για τη συνολική οικονομική φιλοσοφία του κόμματος. Δεν πέρασε απαρατήρητο ότι ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας, στην τελευταία δημόσια συνέντευξή του, έσπευσε με χιουμοριστική διάθεση αλλά σαφή τρόπο να αποστασιοποιηθεί από ορισμένες από αυτές τις τοποθετήσεις.
Η παρέμβασή του έδειξε ότι αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο να δημιουργηθεί η εικόνα ενός κόμματος χωρίς ενιαία στρατηγική και χωρίς κοινή γραμμή στην οικονομική πολιτική.
Η ΔΕΗ στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης
Η συζήτηση γίνεται ακόμη πιο ουσιαστική όταν εξετάζονται οι προτάσεις που έχει παρουσιάσει ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας και όχι στελέχη της δεύτερης γραμμής.
Κεντρική θέση αποτελεί η επαναφορά της συζήτησης για ισχυρότερο κρατικό έλεγχο της ΔΕΗ, καθώς και η φορολόγηση των τραπεζών.
Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι αν αυτές οι προτάσεις συνιστούν πραγματική πολιτική ανανέωση ή αν αποτελούν επανάληψη επιλογών που έχουν ήδη δοκιμαστεί τα προηγούμενα χρόνια.
Η περίπτωση της ΔΕΗ αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή η εικόνα της επιχείρησης έχει αλλάξει θεαματικά σε σχέση με το 2019.
Τότε η επιχείρηση αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Τα ταμειακά διαθέσιμα ήταν περιορισμένα, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των πελατών ξεπερνούσαν τα 2,5 δισεκατομμύρια ευρώ, οι ζημιές ανέρχονταν σε εκατοντάδες εκατομμύρια και ο υψηλός δανεισμός δυσκόλευε την υλοποίηση νέων επενδύσεων.
Ταυτόχρονα, η μεγάλη εξάρτηση από τις λιγνιτικές μονάδες αύξανε το κόστος λειτουργίας λόγω των δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, ενώ διεθνείς αξιολογήσεις χαρακτήριζαν τη ΔΕΗ ως εταιρεία με αυξημένο χρηματοοικονομικό κίνδυνο.
Η σημερινή εικόνα είναι εντελώς διαφορετική.
Η επιχείρηση εμφανίζει σταθερή κερδοφορία, έχει ενισχύσει σημαντικά τα λειτουργικά της αποτελέσματα, διαθέτει καλύτερη πρόσβαση στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου και υλοποιεί επενδύσεις δισεκατομμυρίων ευρώ στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Παράλληλα, η εξαγορά της Enel Romania ενίσχυσε τη διεθνή παρουσία της, μετατρέποντας τη ΔΕΗ σε έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς ομίλους της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Το επιχειρησιακό σχέδιο έως το 2030 προβλέπει επενδύσεις ύψους 24 δισεκατομμυρίων ευρώ, ενώ η οικονομική της εικόνα απέχει σημαντικά από εκείνη της προηγούμενης δεκαετίας.
Γιατί η οικονομική ισχύς της ΔΕΗ επηρεάζει άμεσα τους καταναλωτές
Η οικονομική κατάσταση μιας ενεργειακής επιχείρησης δεν αποτελεί απλώς εταιρικό ζήτημα. Επηρεάζει άμεσα τους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος και τη δυνατότητα παρέμβασης σε περιόδους κρίσης.
Μια ζημιογόνος εταιρεία δύσκολα μπορεί να απορροφήσει μέρος του αυξημένου ενεργειακού κόστους χωρίς να επιβαρύνει περαιτέρω τη βιωσιμότητά της.
Αντίθετα, μια οικονομικά ισχυρή ΔΕΗ διαθέτει μεγαλύτερη ευελιξία. Μπορεί να εφαρμόσει προσωρινές εμπορικές εκπτώσεις, να διαμορφώσει ανταγωνιστικά τιμολόγια και να ασκήσει πίεση στον ανταγωνισμό, οδηγώντας συνολικά την αγορά σε χαμηλότερες τιμές.
Αυτό φάνηκε στην ενεργειακή κρίση που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.
Η αντιμετώπιση της κρίσης βασίστηκε σε τρεις βασικούς άξονες. Στις κρατικές επιδοτήσεις των λογαριασμών, στη φορολόγηση μέρους των υπερκερδών στην ηλεκτροπαραγωγή και στην ενεργή εμπορική πολιτική της ΔΕΗ.
Οι επαναλαμβανόμενες εκπτώσεις που ανακοίνωσε η επιχείρηση υποχρέωσαν και αρκετούς ιδιώτες παρόχους να αναπροσαρμόσουν τις τιμές τους ώστε να παραμείνουν ανταγωνιστικοί.
Η πολιτική αυτή δύσκολα θα μπορούσε να εφαρμοστεί εάν η ΔΕΗ βρισκόταν ακόμη στην οικονομική κατάσταση του 2019.
Το κρίσιμο ερώτημα για τις νέες προτάσεις του Τσίπρα
Σε αυτό ακριβώς το σημείο αρχίζει η ουσιαστική πολιτική συζήτηση.
Τι θα προσέφερε μια νέα μορφή κρατικού ελέγχου στη ΔΕΗ όταν ήδη το Ελληνικό Δημόσιο παραμένει ο μεγαλύτερος μέτοχος με ποσοστό περίπου 35%;
Αποτελεί αυτή η πρόταση μια νέα στρατηγική για την αγορά ενέργειας ή μια επιστροφή σε παλαιότερες αντιλήψεις;
Πώς θα εξασφαλιστεί ότι μια επιχείρηση δεν θα υποχρεωθεί να λειτουργεί συστηματικά κάτω από το κόστος, θέτοντας σε κίνδυνο τη χρηματοοικονομική της σταθερότητα και μεταφέροντας τελικά το βάρος στους φορολογούμενους ή στους μετόχους της;
Τα ερωτήματα αυτά αναμένεται να κυριαρχήσουν όσο το πρόγραμμα της ΕΛ.Α.Σ. θα παρουσιάζεται με μεγαλύτερη λεπτομέρεια.
Η πολιτική αντιπαράθεση δεν θα περιοριστεί στη σύγκριση παλαιών και νέων συνθημάτων, αλλά θα επικεντρωθεί στην εφαρμοσιμότητα κάθε πρότασης, στο δημοσιονομικό κόστος, στις επιπτώσεις για τις επενδύσεις και στην ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.
Η αρχική δημοσκοπική δυναμική της ΕΛ.Α.Σ. αποτελεί αναμφίβολα μια θετική αφετηρία για τον Αλέξη Τσίπρα.
Το πραγματικό τεστ όμως αρχίζει τώρα.
Οι πολίτες δεν θα κρίνουν μόνο αν το νέο κόμμα διαθέτει νέα πρόσωπα. Θα αξιολογήσουν κυρίως αν οι προτάσεις του αποτελούν πραγματική ανανέωση ή αναπαραγωγή πολιτικών που έχουν ήδη δοκιμαστεί. Και τελικά, αν μπορούν να εφαρμοστούν χωρίς να υπονομεύσουν την ανάπτυξη, την επενδυτική εμπιστοσύνη και τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα της ελληνικής οικονομίας.
The post Τσίπρας και ΕΛ.Α.Σ.: Το πρόγραμμα που θα κρίνει αν το νέο κόμμα μπορεί να πείσει appeared first on The Indicator.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...