Στο ξεκίνημα του «Υπεράνω Πάσης Υποψίας» δεν υπάρχουν διάλογοι, υπάρχουν μόνο εικόνες, ντυμένες με τη μουσική του Ένιο Μορικόνε. Ένας άντρας μπαίνει στο σπίτι μιας γυναίκας. Τα μόνα λόγια που θα ακουστούν είναι τα δικά της: «Αυτή τη φορά με ποιον τρόπο θα με σκοτώσεις;». Ξαπλώνουν στο κρεβάτι. Η απάντηση στο ερώτημά της θα δοθεί με πράξεις. Όχι σεξουαλικές. Αυτή τη φορά θα τη σκοτώσει στα αλήθεια. Τις προηγούμενες, σε ένα αρρωστημένο μεταξύ τους σκηνικό, αναπαριστούσαν δολοφονίες. Έβγαζαν και φωτογραφίες παρόμοιες με εκείνες των σκηνών των πραγματικών εγκλημάτων, στις οποίες εκείνος, ως επικεφαλής του Τμήματος Ανθρωποκτονιών, είχε πρόσβαση. Μέχρι που εκείνη άρχισε να βλέπει κι άλλον άντρα (και μάλιστα πολιτικό του εχθρό), μέχρι που εκείνη άρχισε να του μιλά με λόγια ταπεινωτικά. Κι έτσι ένας ακόμη άνδρας σκοτώνει μια ακόμη γυναίκα για λόγους αναγόμενους στο φύλο της και τη μεταξύ τους ερωτική σχέση.
Πριν λίγες μέρες, με αφορμή μια ακόμη επανέκδοση, (της «Σκύλας» του Φριτς Λανγκ), γράφαμε για την απεικόνιση των γυναικοκτονιών σε παλιές ταινίες. Τυχαίνει στο μεταξύ και βλέπω στο σινεμά μια ακόμα προβολή παλιάς ταινίας, του «Άγγλου Ασθενή». Μολονότι είναι ένα έργο που επειδή αγαπώ το έχω δει και ξαναδεί, μόνο τώρα συνειδητοποιώ ότι κι εδώ υπήρχε μια απόπειρα γυναικοκτονίας. Μόνο τώρα το βλέπω μέσα μου υπ’ αυτό το πρίσμα. «Σκύλα», 1945 – «Υπεράνω Πάσης Υποψίας», 1970 – «Άγγλος Ασθενής» 1996. Πόσες άπειρες φορές έχει περάσει το ίδιο μοτίβο μπροστά από τα μάτια μας, πόσες το έχουμε δει και πόσες το έχουμε δει χωρίς να το βλέπουμε;
Αν όμως ο Έντουαρντ Ρόμπινσον στη «Σκύλα» έδρασε εν βρασμώ και μετά είχε και φρικτές τύψεις, αν ο Κόλιν Φερθ στον «Άγγλο Ασθενή» έκανε ό,τι έκανε παίρνοντας και τη δική του ζωή μαζί, ο Τζιαν Μαρία Βολοντέ στο «Υπεράνω Πάσης Υποψίας» όχι μόνο έχει προμελετήσει το δικό του έγκλημα, αλλά αναφορικά με το μετά του εγκλήματος έχει κι ένα επιπρόσθετο σχέδιο, εντελώς αλλόκοτο: θέλει να επαληθεύσει τη θεωρία του ότι μερικοί άνθρωποι εκ της θέσεώς τους θα είναι πάντα υπεράνω υποψίας. Μάλιστα για να το αποδείξει αφήνει ένα σωρό ενοχοποιητικά στοιχεία εις βάρος του.
Αλλά δεν δρα προς μία μόνο κατεύθυνση. Άλλοτε στρέφει τις έρευνες προς τον εαυτό του, άλλοτε τις απομακρύνει, άλλοτε τις επαναφέρει, στρίβοντας κατά το δοκούν. Γιατί το κάνει αυτό; Επειδή μπορεί. Κι αφού μπορεί, το θέλει κιόλας. Η εξουσία είναι μια διαστροφή. Η εξουσία είναι έλεγχος πάνω στους άλλους και απουσία ελέγχου επάνω σου. Εξουσία δεν είναι να κάνεις μόνο όσα σε παίρνει, αλλά και να δοκιμάζεις τα όριά σου και τα όρια όλων, για να δεις πόσο πιο πέρα απ’ όσο σε παίρνει μπορείς να πας. Και η αληθινή φύση της εξουσίας δεν είναι ότι ό,τι έχει τεθεί και ασκείται στην υπηρεσία ενός σκοπού, αλλά ότι, όποιος κι αν είναι θεωρητικά ο σκοπός της, η ίδια αποτελεί τελικά αυτοσκοπό, αρχή, μέση και τέλος. Εξουσία που πρέπει να λογοδοτήσει σε σκοπούς, δεν είναι αληθινή εξουσία.
Εξουσία επίσης είναι να γνωρίζεις εσύ κάτι που οι άλλοι δεν γνωρίζουν. Και μόνο που έχεις μια επιπλέον πληροφορία, είτε για δικές σου πράξεις είτε για πράξεις των άλλων, και δεν την αποκαλύπτεις, σε τοποθετεί σε προνομιακή θέση. Έχεις μια εικόνα των πραγμάτων που οι άλλοι δεν έχουν. Υπάρχει φυσικά και η διαπροσωπική εξουσία (σε μια οικογένεια, σε ένα ζευγάρι κλπ), που ενδεχομένως έχει και πιο βαθιές επιπτώσεις σε όσους την υφίστανται, ωστόσο η θεσμική είναι άλλη πίστα. Είναι η πίστα ενός συστήματος που πρέπει να προφυλάξει τον εαυτό του προκειμένου να συνεχίσει να αναπαράγεται. Σήμερα είσαι εσύ, αύριο θα έρθει κάποιος άλλος, άρα η εικόνα του συστήματος προς τα έξω πρέπει να παραμείνει προστατευμένη.
Και υπάρχουν δύο ενδεχόμενα στάδια αυτοπροστασίας του συστήματος. Στο πρώτο θα αρνηθούν καν να σε δουν ως ύποπτο. Το δεύτερο έχει να κάνει με το τι θα συμβεί αν θα αναγκαστούν να σε δουν, αν πλέον δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς παρά να σε δουν. Μπορούν τότε να κάνουν κάτι άλλο αλλιώς;
Επειδή είναι έξτρα μερακλής, ο Βολοντέ δεν θέλει να ελέγχει την έρευνα όντας επικεφαλής του Ανθρωποκτονιών, οπότε φροντίζει να σκοτώσει τη γυναίκα τη μέρα που μετακινείται στην καινούργια του θέση, καθώς έχει μόλις προαχθεί σε επικεφαλής της Αντιτρομοκρατικής (όπως θα την λέγαμε τουλάχιστον σήμερα). Εν πάση περιπτώσει, είναι επιφορτισμένος με τον έλεγχο πιθανών εσωτερικών εχθρών, ταραξιών και αντιφρονούντων. Αναλαμβάνοντας τα καθήκοντά του αγορεύει φανατικά υπέρ της αξίας της καταστολής, ενώ λέει ότι επαναστάτες και εγκληματίες είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, όντας και οι δύο εχθροί της καθεστηκυίας τάξης. Στην Ιταλία του 1970 μπορούσε ακόμη να ακουστεί η λέξη επαναστάτης και να μην ηχήσει σαν ανέκδοτο, όπως ακούγεται σήμερα. Όπως όμως είχαμε πει και στο «Μια Μάχη Μετά την Άλλη», το να δηλώνει κανείς επαναστάτης μπορεί να ακούγεται παράταιρο ή γραφικό σήμερα, ωστόσο το τι θα συμβεί αύριο κανείς δεν μπορεί να το προβλέψει. Αλλά μιλώντας για το σήμερα, η αίσθησή (μου) είναι ότι μόνο ένα μεγάλο και μαζικό οικονομικό σοκ θα μπορούσε να οδηγήσει εκεί κι ότι οποιαδήποτε άλλου τύπου αμφισβήτηση του status quo δεν πολυπαίζει. Όλα μοιάζουν δομικά νομιμοποιημένα ή έστω χωρίς καμία διάθεση αληθινής ρήξης και σύγκρουσης με κόστος.
Ο κόσμος που δείχνει ο Έλιο Πέτρι στην ταινία του είναι ένας κόσμος που ακόμη κοινωνικά βράζει. Η κοινωνία ξέρει ότι είναι κοινωνία. Δεν ξέρει ακόμα πόσο φουλ ομοφοβική είναι βέβαια, από την άλλη τίποτα δεν είναι ακόμα τακτοποιημένο, λυμένο, τα θέματα είναι ακόμα υπό εξέταση. Ίσως βέβαια ένα μέρος της απάντησης για τη λύση των θεμάτων δίνεται κι από την Ιστορία ή από τα ονόματα που ακούγονται στην ταινία. Ο Στάλιν είχε ήδη εκπέσει, όσο για τον Μάο και τον Χο Τσι Μιν, η σημερινή Κίνα και το σημερινό Βιετνάμ δείχνουν ότι τα πράγματα είναι πολύ πιο περίπλοκα απ’ ό,τι φάνταζαν κάποτε. Απ’ την άλλη δεν κέρδισε το Βιετνάμ τον πόλεμο; Τον κέρδισε. Δεν έχει γίνει η Κίνα ηγέτιδα δύναμη σήμερα; Έχει.
Στα μάτια μου, αν έχει ένα βασικό πρόβλημα η ταινία είναι ο τρόπος που υποδύεται τον χαρακτήρα του o Τζιαν Mαρία Βολοντέ. Αν δεν γινόταν τόσο γκροτέσκος, αν ο Έλιο Πέτρι δεν τον ήθελε σύμβολο παύλα καρικατούρα, αν ήταν πιο γειωμένος, πιο κανονικός, αν δεν τον έβαζε να λέει και μερικά πράγματα εντελώς φωναχτά (και για την ακρίβεια τσιριχτά) και εντελώς καταγγελτικά, όλα θα ήταν πολύ καλύτερα. Την υστερία δεν μπορείς να την αποδίδεις υστερικά. Αυτοαναιρείται.
Ωστόσο, συνολικά μιλώντας το «Υπεράνω Πάσης Υποψίας» ταινίας πατάει σε πάρα πολύ γερά πόδια, κι όσο κι αν η απεικόνιση του ήρωα την κλυδωνίζει, ο κλυδωνισμός δεν είναι τόσο ισχυρός ώστε να την ρίξει κάτω. Παραμένει όρθια, στην εποχή της δικαιώθηκε με βραβεία στις Κάννες αλλά και με το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας και υποψηφιότητα για το Όσκαρ Πρωτότυπου Σεναρίου, στην εποχή μας δικαιώνεται με τη γονιμότητα της κεντρικής της ιδέας και τη δυναμική σκηνοθετική μεταφορά της σε κινηματογραφικές εικόνες.
Aς κλείσουμε με μια φράση για τον Ένιο Moρικόνε: έκανε τη μουσική παιχνίδι και το παιχνίδι μουσική. Πιθανόν να έχουν γράψει κινηματογραφική μουσική κάποιοι λίγοι άλλοι καλύτερα απ’ αυτόν. Αλλά κανείς δεν έγραψε κινηματογραφική μουσική σαν αυτόν.
The post «Υπεράνω Πάσης Υποψίας» του Έλιο Πέτρι: Μπορώ να κάνω ό,τι θέλω appeared first on ελculture – Θέατρο, Μουσική, Τέχνη & Πολιτισμός.
Διαβάστε περισσότερα
