Ο πατέρας Ρουμάνος, η μητέρα Νορβηγίδα, τα παιδιά τους πέντε, τα δύο στο ξεκίνημα της εφηβείας, τα άλλα δύο μικρότερα, το τελευταίο μωρό που θηλάζει, μετακομίζουν από τη Ρουμανία σε κοινότητα των νορβηγικών φιόρδ. Τους υποδέχονται με ανοιχτές αγκάλες, που θα μεταβληθούν σε σηκωμένα φρύδια, όταν διαπιστώσουν ότι το ζευγάρι έχει οπισθοδρομικές μεθόδους διαπαιδαγώγησης των παιδιών τους, με υποχρεωτικές καθημερινές προσευχές και αναγνώσεις Βίβλου, ποινολογήσεις συμπεριφορών, με τα κινητά και το YouTube σπίτι να είναι απαγορευμένες λέξεις. Και εν πάση περιπτώσει, άντε να τα ανεχτεί όλα αυτά μια προοδευτική, φιλελεύθερη και συμπεριληπτική κοινωνία, αλλά να ανεχτεί και τη σωματική κακοποίηση γίνεται; Φυσικά και δεν γίνεται. Ας μην έβλεπαν λοιπόν στο σχολείο μώλωπες στο μάγουλο και στην πλάτη της μεγάλης κόρης, για να μην τους έπαιρναν με συνοπτικές διαδικασίες τα παιδιά, να μην τα έδιναν προσωρινά σε ανάδοχες οικογένειες, όχι βέβαια και τα πέντε μαζί σε μία, αλλά διασκορπισμένα, δύο εδώ, δύο εκεί, το μωρό παραπέρα. Ειδικά ως προς το μωρό όμως επιτρέπουν στη μάνα να τους παραδίδει μπιμπερό με το γάλα που έχει βγάλει με το θήλαστρό της, ώστε να το δώσουν εκείνοι στη συνέχεια στο μωρό. Έκανε καλά η Πρόνοια του σκανδιναβικού Κράτους Πρόνοιας, έκανε κακά, ποιο είναι εδώ το σωστό και ποιο το λάθος, τι πρέπει να γίνει από εδώ και πέρα, να επιστρέψουν τα παιδιά στους θρησκόληπτους και καθ’ ομολογίαν τους ασκούντες σωματική βία γονείς ή να τους τα πάρουν για πάντα και να κλείσουν τους ίδιους φυλακή; Πόση διαφορά κάνει ότι τους μώλωπες αρνούνται κατηγορηματικά ότι τους προκάλεσαν οι ίδιοι και ότι η ομολογία του πατέρα συνίσταται στο ότι στο παρελθόν έχει δώσει μερικές φορές χαστούκια στα παιδιά του;
Ο Χρυσός Φοίνικας του φετινού Φεστιβάλ των Καννών, το «Φιόρδ» του Ρουμάνου Κριστιάν Μουντζίου, προβάλλεται στη χώρα μας Αύγουστο, μια ασυνήθιστη καταρχάς επιλογή διανομής, που βοηθάει όμως στο να ξαναξεκινάει από πολύ νωρίς κι αυτή τη σεζόν η κουβέντα για σινεμά, αν και ειδικά φέτος το καλοκαίρι λόγω «Οδύσσειας» δεν σταμάτησε και ποτέ. Σίγουρα πάντως βοηθάει η χρονική συγκυρία για να την εντάξουμε σε μια γενικότερη συζήτηση και να τη δούμε σε στενή σχέση με γεγονότα κάθε άλλο παρά μακρινά μας και για τα οποία πήραμε θέση: συμπτωματικά λοιπόν, ελάχιστες μέρες πριν, ένα από τα θέματα που απασχόλησε την επικαιρότητα και μαζί τους σοσιαλμιντιακούς καυγάδες ήταν ένα περιστατικό σε κάποια παραλία του Αιγίου, όπου μια μητέρα χαστούκισε δυνατά το εξάχρονο παιδί της, με αποτέλεσμα άλλοι λουόμενοι – αυτόπτες μάρτυρες να καλέσουν την Αστυνομία. Η Αστυνομία μάζεψε τη μητέρα και τον πατέρα που δεν αντέδρασε στο χαστούκι, η Εισαγγελία αφαίρεσε προσωρινά το παιδί από την εποπτεία τους, πηγαίνοντάς το (μαζί με το αδελφάκι του σύμφωνα με ένα δημοσίευμα) στο νοσοκομείο για εξετάσεις και εν συνεχεία παραδίδοντας τα προσωρινά (πάλι βάσει δημοσιευμάτων) σε συγγενικό πρόσωπο. Τα στρατόπεδα φτιάχτηκαν αμέσως: από τη μια οι έξαλλα αντιδρώντες ότι σιγά και τι έγινε κι εμάς που μας έδερναν οι γονείς μας δεν πάθαμε και τίποτα κι από την άλλη εκείνοι για τους οποίους το μόνο επίδικο στην υπόθεση είναι το γενικότερο θέμα αρχής του πόσο αποτρόπαιο είναι οι γονείς να ασκούν σωματική βία στα παιδιά τους. Όλα τα υπόλοιπα (Αστυνομίες, νοσοκομεία, απομάκρυνση από τους γονείς έστω και προσωρινή) είναι δευτερεύοντα αν όχι και εκτός θέματος, είναι μη τραυματικά για τα παιδιά, απαραίτητα για τα παιδιά, σωτήρια για τα παιδιά.
Σε μια σκηνή μιας νορβηγικής ταινίας του 2014, του «Με Σειρά Εξαφάνισης» του Χανς Πέτερ Μόλαντ, δυο Σέρβοι γκάνγκστερ που ζουν και δραστηριοποιούνται εγκληματικά στη Νορβηγία, παρακολουθούν καπνίζοντας αρειμανίως μια Νορβηγίδα να μαζεύει τα κακά του σκύλου της. Με βαριά βαλκανική προφορά θα πει ο ένας στον άλλον: «Μα τι άνθρωποι είναι αυτοί;». Είμαι σίγουρος ότι δώδεκα χρόνια αργότερα έτσι κάνουν οι άνθρωποι πια και στη Σερβία, στις μεγάλες πόλεις της τουλάχιστον. Αν πριν μερικές δεκαετίες έλεγες ότι οι άνθρωποι θα κυκλοφορούσαν με σακουλάκια και θα μάζευαν τα περιττώματα των σκύλων τους, θα φαινόταν σε πολλούς περίεργο. Τώρα όχι μόνο περίεργο δεν φαίνεται, αλλά αντίθετα θεωρείται σκανδαλώδες και αντικοινωνικό να μην το κάνεις και είναι μάλιστα συμπεριφορά που επιφέρει και νομικές κυρώσεις. Υπάρχει ένα πρόσημο σε αυτή την αλλαγή των πεποιθήσεων, των συνηθειών και τελικά και των νόμων; Φυσικά. Οι δρόμοι και τα πεζοδρόμια είναι πια πολύ πιο καθαρά. Κάθε όμως συζήτηση για μεταβολές πεποιθήσεων, συνηθειών και νόμων, πρέπει να αρχίζει και να τελειώνει στο τελικό πρόσημο; Οι μεταβολές αυτές ούτε από τη μια μέρα στην άλλη γίνονται, ούτε με την ίδια ταχύτητα σε κάθε χώρα, πολλές φορές ακόμα και εντός της ίδιας χώρας. Υπάρχει ένα πρόσημο στο να θεωρείται πια αναχρονιστική και αποδοκιμαστέα πεποίθηση, με ενδεχόμενες επίσης νομικές κυρώσεις σε περίπτωση εφαρμογής της, το «Το ξύλο βγήκε απ’ τον Παράδεισο»; Επίσης φυσικά και επίσης είναι θετικό. Μπορεί όμως εκεί να αρχίζει και να τελειώνει κάθε συζήτηση όταν γίνεται κρατική επέμβαση στη ζωή μιας οικογένειας και στη ζωή των παιδιών αυτής της οικογένειας; Απ’ το δεν έχεις δικαίωμα να σηκώνεις χέρι στα παιδιά σου, μέχρι το σου παίρνουμε τα παιδιά δεν υπάρχει κάτι ενδιάμεσο;
Αν όλοι είμαστε ως προς τις πεποιθήσεις μας προϊόντα της κουλτούρας της κοινωνίας μας και της εποχής μας, οι μεταβολές των επικρατουσών πεποιθήσεων στη διάρκεια της ζωής μας, μας επιτρέπουν ίσως να κατανοήσουμε τον μηχανισμό με τον οποίο λειτουργούν αυτά τα πράγματα: η μετάβαση δεν καταργεί απλώς τον απόλυτο, άκαμπτο, τιμωρητικό τρόπο σκέψης της παλιάς πεποίθησης, αλλά τον αντικαθιστά αμέσως με τον απόλυτο, άκαμπτο, τιμωρητικό τρόπο σκέψης της νέας. Νέες ορθοδοξίες, νέοι κανόνες, νέα απαγορεύεται στη θέση των παλιών. Έτσι λειτουργεί από τη φύση του ο κανόνας: ως χθες σκεφτόμασταν έτσι, τώρα σκεφτόμαστε με τον ακριβώς αντίθετο τρόπο, και στις δύο περιπτώσεις συμμορφώσου στην επικρατούσα κοσμοαντίληψη ή χάθηκες. Το «Φιόρδ» χρησιμοποιεί ένα όντως τραβηγμένο παράδειγμα για να μας το δείξει: όχι μόνο γίνονται συζητήσεις στην τάξη των επτάχρονων για το φύλο, αλλά όταν μια μαθήτρια λέει ότι είναι λεσβία, το σκάνδαλο είναι ότι ένα άλλο παιδί, το παιδί του θρησκόληπτου ζευγαριού, του λέει ότι θα πάει στην κόλαση. Πριν λίγες δεκαετίες, στο ίδιο νορβηγικό σχολείο, ή ίσως ακόμα και σήμερα στη ρουμανική ή την ελληνική επαρχία, το πάνω χέρι θα είχε ο σεβασμός προς τον Θεό και το σκάνδαλο θα το προκαλούσε οποιαδήποτε νύξη για ομοφυλοφιλία. Άλλωστε, μιλώντας για ελληνική επαρχία, στον ίδιο Δήμο Αιγιαλείας που προοδευτικοί συνάνθρωποί μας φώναξαν την Αστυνομία όταν έπεσε το χαστούκι, άλλοι, αρκετά λιγότερο προοδευτικοί, αντέδρασαν έντονα και οδήγησαν στη ματαίωση προβολής της «Αρκουδότρυπας», γιατί ήταν και κοντά στον Δεκαπενταύγουστο και στα χώματά μας η παράταξη του Θεού επικρατεί ακόμα Δόξα τω Θεώ της ΛΟΑΤΚΙ παρατάξεως.
Αλλά στα χώματα και τους πάγους των νορβηγικών φιόρδ είμαστε μια εντελώς ανεκτική παύλα συμπεριληπτική κοινωνία. Μπορούμε όμως να ανεχτούμε και να συμπεριλάβουμε στις τάξεις μας κι ό,τι εμείς οι ίδιοι ως κοινωνία εγκαταλείψαμε και αφήσαμε πίσω; Δεν έρχεστε από κάπου αλλού για να δούμε αν μπορεί να χωρέσει κάπου η ανοχή μας. Τοπικά δηλαδή προφανώς και έρχεστε από κάπου αλλού, από τα Βαλκάνια σας και τους εν είδη αστείου μνημονευθέντες κατά την υποδοχή σας Δράκουλές σας, χρονικά όμως έρχεστε από το δικό μας παρελθόν, από τη δική μας ευρύτερη παράδοση, είστε εμείς με διαφορά χρονικής φάσης, ό,τι δηλαδή πιο αποκρουστικό.
Ο Κριστιάν Μουντζίου είναι αγαπημένος των Καννών, είχε πριν το «Φιόρδ» κερδίσει έναν ακόμα Χρυσό Φοίνικα με το «Τέσσερις μήνες, τρεις εβδομάδες, δύο μέρες», βραβείο σκηνοθεσίας με την «Αποφοίτηση» και σεναρίου με το «Πέρα από τους Λόφους». Τους γονείς στο «Φιόρδ» υποδύονται η Ρενάτε Ρέινσβε και ο (ρουμανικής καταγωγής) Σεμπάστιαν Σταν, που συμπρωταγωνιστούσαν μαζί και στο εξαιρετικό “Α Different Man”. σε μια ταινία για την οποία είχαμε κάνει ειδική μνεία για το γεγονός ότι δεν βρήκε ποτέ διανομή στην Ελλάδα. Ο Σταν έχει κάνε μια αξιοσημείωτη στροφή στην καριέρα του τα τελευταία χρόνια, τόσο με αυτές τις δύο ταινίες, όσο και με το “The Apprentice” που υποδύθηκε τον Ντόναλντ Τραμπ, η Ρέινσβε πάλι δεν έχει κάνει στροφή, αλλά είναι σαν να έχει εγκατασταθεί στο κέντρο των ταινιών που πιάνουν τον παλμό της εποχής, από την «Συναισθηματική Αξία» και τον «Χειρότερο Άνθρωπο στον Κόσμο» του Γιοακίμ Τρίερ, μέχρι και τη μεγάλη εμπορική επιτυχία του “Βackrooms”. Το γεγονός ότι είναι και οι δυο τους οικεία πρόσωπα (αν και ο Σταν είναι τόσο αγνώριστος εμφανισιακά εδώ, που η οικειότητα παίζει), βοηθάει τον Μουντζίου να κάνει τον θεατή να τους δει από την αρχή με συμπάθεια και όχι ως προβληματικούς «ξένους».
Παρόλα αυτά, στην πραγματικότητα κανείς από τους δύο τους δεν «πρωταγωνιστεί». Ο Μουντζίου όχι μόνο έχει ελάχιστα κοντινά τους πλάνα σε όλη την ταινία, αλλά έχει και σχετικά λίγα καθαρά εσωτερικά πλάνα. Πρωταγωνιστεί διαρκώς ο τόπος, το τοπίο, οι χιονισμένες πλαγιές, το χιόνι, οι θαλάσσιοι όρμοι ανάμεσα στα βουνά, η γεωγραφική ιδιομορφία των φιόρδ, πάρα πολλές σκηνές γυρισμένες σε εσωτερικά είναι γυρισμένες έτσι ώστε να βλέπουμε στο φόντο το τοπίο. Σε μια από τις πιο χαρακτηριστικές για την οπτική ταυτότητα της ταινίας σκηνές, η Ρέινσβε πηγαίνει βόλτα έναν άλλο χαρακτήρα με αναπηρικό αμαξίδιο, τους ακούμε να μιλάνε για ώρα, μέχρι να κατορθώσουμε να τους διακρίνουμε να έχουν προχωρήσει κάπου στο βάθος του τοπίου. Το δικαστήριο στο οποίο διεξάγεται η δίκη για την τύχη της επιμέλειας των παιδιών είναι ένα κτίριο με διάφανα μακρόστενα τζάμια, που πίσω του βλέπουμε το φιόρδ σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια. Κάπως έτσι τα πρόσωπα του Σταν και της Ρέινσβε καθώς μιλάνε, είναι συχνότατα μέρος ενός μεγαλύτερου κάδρου, με το τοπίο να είναι κυρίαρχο. Σαν να λέει ο Μουντζίου ότι τους ήρωές του αυτό εδώ αυτό το μέρος τους καθορίζει. Είναι εδώ άρα είναι τμήμα της εικόνας του τόπου. Θα πρέπει να ενταχθούν οργανικά στις αντιλήψεις και στους κανόνες που έχουν εδώ. Δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Εδώ κάνουν τα πράγματα έτσι, όπως κι αν τα είχαν μάθει στη Ρουμανία. Στις δυο αποκληθείσες «Τριλογίες του Όσλο», του Γιοακίμ Τρίερ και του Νταγκ Γιόχαν Χάουγκερουντ, το Όσλο και η Νορβηγία είναι ο τόπος των σκηνοθετών, τους ενδιαφέρει να μας πουν ιστορίες για ανθρώπους που ζουν σε αυτόν τον τόπο, όπως ας πούμε έναν Έλληνα σκηνοθέτη θα τον ενδιέφερε να πει ιστορίες για ανθρώπους που ζουν στην Ελλάδα. Ο τόπος δηλαδή και μαζί οι αντιλήψεις του, θεωρείται τόσο αυτονόητος ώστε να μην είναι κυρίαρχος εικαστικά, ή, αν το πάρουμε αλλιώς, οι αντιλήψεις του είναι τόσο κυρίαρχες που θεωρούνται αυτονόητες και εντός του αυτονόητου τους διαδραματίζονται οι ιστορίες των ανθρώπων.
Στο «Φιόρδ» όμως ο τόπος κυριαρχεί και το «Φιόρδ» δεν είναι τελικά μια ταινία που καίγεται να μας διηγηθεί την ιστορία ανθρώπων. Οι άνθρωποι και η ιστορία τους (μολονότι εμπνευσμένη από μια παραπλήσια ιστορία που όντως συνέβη στο παρελθόν) είναι το εργαλείο με το οποίο ο Μουντζίου θέλει να μιλήσει για ένα ευρύτερο θέμα, για το κατά πόσο τελικά πάντα το κάθε κυρίαρχο σύστημα ιδεών οδηγείται εγγενώς στην καταπίεση και στην προσπάθεια είτε αφομοίωσης είτε ισοπέδωσης όσων αποκλίνουν. Το «Φιόρδ» τολμά να μας φέρει ενώπιον των βεβαιοτήτων μας (αν τουλάχιστον είμαστε από αυτούς που καλούμε την Αστυνομία για το χαστούκι και μετά ζητωκραυγάζουμε για την επέμβαση και δεν είμαστε από εκείνους που σταματάνε προβολές ταινιών που έχουν λεσβίες πρωταγωνίστριες ή λένε ότι κι εμείς φάγαμε ξύλο και δεν πάθαμε τίποτα). Μας στήνει λοιπόν έναν μεγάλο καθρέφτη και μας ρωτάει: Είστε σίγουρα οι καλοί της ιστορίας; Ανέχεστε στα αλήθεια το διαφορετικό;
Δεν είναι μια ταινία χωρίς κανένα ψεγάδι. Μολονότι το σενάριο είναι προφανώς εξαντλητικά χτισμένο πάνω σε λεπτομέρειες και σε αποχρώσεις, ακριβώς επειδή σκοπεύει να μας μανιπουλάρει προς τα εκεί που θέλει, ενίοτε κλέβει, ενίοτε λαϊκίζει, πολύ συχνά αποφεύγει να μας δείξει πράγματα που θα μας έκαναν να δούμε τα πράγματα αλλιώς: ένα αληθινό χαστούκι του πατέρα προς κάποιο παιδί π.χ. Όλα αυτά όμως συγχωρούνται γιατί δεν θεωρώ ότι το ζητούμενό του είναι να τηρήσει ίσες αποστάσεις ανάμεσα σε δύο κακά. Είναι άλλωστε τόσο μεροληπτική η προοδευτική ματιά μας που πιθανώς να χρειαζόταν ως αντίβαρο αυτή η υπερβολή για να ισοσταθμιστεί κάπως.
Δεν είναι μια ταινία χωρίς ψεγάδι, είναι όμως, θεωρώ, παραπάνω από πολύτιμη αν τουλάχιστον καταφέρουμε να τη δούμε, να τη σκεφτούμε και να τη νιώσουμε με όρους κινηματογραφικής ταινίας και όχι με όρους ιδεολογικής στράτευσης ή ακόμα χειρότερα με όρους ιδεολογικής στράτευσης σε περιβάλλον σόσιαλ. Αν τα σόσιαλ έχουν με τα χρόνια καταλήξει στη συζήτηση κάθε επιμέρους θέματος στο πλαίσιο του μηδέν – εκατό, του διάλεξε στρατόπεδο, του είσαι μαζί μας ή εναντίον μας (κι αν είσαι εναντίον μας τότε είναι και ολοκληρωτική η εναντίωσή μας, η αηδία μας, η περιφρόνησή μας και το πηχτό μας μίσος για σένα, για όσα πρεσβεύεις, για τον αέρα που αναπνέεις), η ελπίδα είναι τουλάχιστον η τέχνη γενικότερα και ο κινηματογράφος ειδικότερα να έχουν ακόμα τη δύναμη να μας μεταφέρουν σε ένα άλλο πλαίσιο, όπου μπορούμε να εκφράζουμε τη σκέψη μας, όπου μπορούμε να τη σχηματίζουμε και να την αναδιαμορφώνουμε, όπου μπορούμε να αναρωτιόμαστε, όπου μπορούμε να κάνουμε αυτοκριτική. Αν χάσουμε και αυτό το τελευταίο καταφύγιο, τότε ίσως και να είμαστε ολοκληρωτικά χαμένοι.
.
The post «Φιόρδ» του Κριστιάν Μουντζίου: Ανέχεστε στα αλήθεια το διαφορετικό; appeared first on ελculture – Θέατρο, Μουσική, Τέχνη & Πολιτισμός.
Διαβάστε περισσότερα
