Τελευταία νέα
Λεονάρντο Παδούρα στην «Εφ.Συν.»: «Η μοίρα της Κούβας ακόμα παίζεται» Μητσοτάκης: Εθνική απελευθέρωση η μείωση του χρέους – Aφήνουμε πίσω την εποχή του υπερχρεωμένου κράτους Πρίγκιπας Χάρι: Η δύσκολη επιστροφή στη Βρετανία και το χάσμα με τον Ουίλιαμ Μητσοτάκης σε Άγκυρα: Απειλές ή παράνομες διεκδικήσεις δεν καθορίζουν αποφάσεις της Ελλάδας-Τι είπε για πυρόπληκτους Suzuki e Vitara: Η εξέλιξη του είδους Κυριάκος Μητσοτάκης για τις φωτιές: Θα είμαστε δίπλα στους ανθρώπους που επλήγησαν, για όσο χρειαστεί Κυριάκος Μητσοτάκης για Τουρκία: Η Ελλάδα κινείται με βάση το Διεθνές Δίκαιο και δεν πρόκειται να αφήσει απειλές να καθορίσουν τις αποφάσεις της «Προσωπικός Βοηθός»: Πότε ανοίγει η πλατφόρμα για νέες αιτήσεις – Οι δικαιούχοι του προγράμματος Στους Λειψούς η ομορφιά περισσεύει Παύλος Μαρινάκης: Όσα ακούσετε από τον Κυριάκο Μητσοτάκη στη ΔΕΘ, θα τα δείτε να γίνονται και πράξη Πέθανε ο ηθοποιός Μάικλ Ράιτ σε ηλικία 70 ετών – Η μάχη με σπάνια ασθένεια Ιός του Δυτικού Νείλου: Τα συμπτώματα, οι επιπλοκές και οι ομάδες υψηλού κινδύνου – Έως 62% θνητότητα στις ΜΕΘ
Efsyn.gr

Φορολογία 2019-2026: Η «αφαίμαξη» των εισοδημάτων και οι φόροι που αυξήθηκαν – Ποιοι επιβαρύνθηκαν περισσότερο

Ενα πρωτοφανές κύμα φορολογικής πίεσης και συστηματικής αφαίμαξης των εισοδημάτων και των περιουσιών εκατομμυρίων Ελλήνων πολιτών αποκαλύπτει η αναλυτική αποτίμηση της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, για την επταετή περίοδο από το τέλος του 2019 έως και το τέλος του 2026.
Παρά τις επικοινωνιακές διακηρύξεις για δήθεν «μειώσεις φόρων» και ελαφρύνσεις της μεσαίας τάξης, τα επίσημα στοιχεία εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού και οι απολογισμοί της ΑΑΔΕ αποτυπώνουν μια εντελώς αντίθετη και σκληρή πραγματικότητα.
Τα συνολικά φορολογικά έσοδα του κράτους εκτινάχθηκαν από τα 51-52 δισεκατομμύρια ευρώ το 2019 στο ιστορικό ρεκόρ των 73,5 δισεκατομμυρίων ευρώ το 2026, καταγράφοντας μια σωρευτική αύξηση που ξεπερνά το 42,5%. Η γιγάντωση αυτή των κρατικών εσόδων δεν προήλθε από την ανάπτυξη, αλλά από μια σειρά μεθοδευμένων «τρικ», με κυριότερο τη σκόπιμη διατήρηση των φορολογικών κλιμακίων σταθερών εν μέσω καλπάζοντος πληθωρισμού, την επιβολή οριζόντιων τεκμηρίων και την έμμεση υπερφορολόγηση μέσω της επιβολής υψηλών συντελεστών ΦΠΑ επί συνεχώς αυξανόμενων τιμών στα είδη πρώτης ανάγκης.
Η περίοδος 2019-2026 θα καταγραφεί στην οικονομική ιστορία της χώρας ως η περίοδος των «βουβών» και έμμεσων χαρατσιών. Μισθωτοί, συνταξιούχοι, μικρομεσαίοι επαγγελματίες και ιδιοκτήτες ακινήτων βρέθηκαν στο στόχαστρο μιας εισπρακτικής λαίλαπας.
Στο παρόν αναλυτικό ρεπορτάζ της «Εφημερίδας των Συντακτών», παρουσιάζουμε την πλήρη γεωγραφία των επιβαρύνσεων, τις τεχνικές που χρησιμοποιήθηκαν για την υφαρπαγή του εισοδήματος καθώς και αναλυτικούς πίνακες που δείχνουν πόσα χρήματα απώλεσαν τα νοικοκυριά από τη φοροαφαίμαξη και πώς μεταβλήθηκαν οι εισπράξεις του κράτους από βασικές κατηγορίες φόρων.
Το μεγάλο τρικ με τη «βουβή» φορολόγηση
Το πιο εκτεταμένο και κοινωνικά άδικο κυβερνητικό τέχνασμα της επταετίας 2019-2026 αφορά τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων (ΦΕΦΠ). Οπως καταγγέλλουν εργατικά συνδικάτα και οικονομικοί αναλυτές, η κυβέρνηση Μητσοτάκη αρνήθηκε πεισματικά κατά τα έτη 2021-2025 να προχωρήσει στην τιμαριθμοποίηση των φορολογικών κλιμακίων. Τι σημαίνει αυτό με απλά λόγια; Οταν ο πληθωρισμός αυξάνεται και οι τιμές των προϊόντων στα ράφια καλπάζουν, οι ονομαστικοί μισθοί και οι συντάξεις δέχονται κάποιες μικρές αυξήσεις για να αναπληρωθεί μέρος της χαμένης αγοραστικής δύναμης. Ωστόσο, επειδή τα όρια των φορολογικών κλιμακίων παρέμειναν «παγωμένα» στα επίπεδα του 2020, οι πολίτες άλλαξαν κλιμάκιο με το έτσι θέλω.
Λόγω των μικρών αυτών ονομαστικών αυξήσεων, το εισόδημα πάνω από 3.000.000 εργαζομένων και συνταξιούχων «σπρώχτηκε» αυτόματα σε υψηλότερους φορολογικούς συντελεστές (π.χ. από το 9% στο 22% ή από το 22% στο 28% και το 36%). Το αποτέλεσμα ήταν ο φόρος να αυξάνεται με ρυθμό πολλαπλάσιο από την όποια ονομαστική αύξηση δόθηκε. Με αυτόν τον τρόπο, η Εφορία εξανέμισε ή και εκμηδένισε πλήρως το όφελος των αυξήσεων, αφαιρώντας με το «έτσι θέλω» πάνω από 2 δισεκατομμύρια ευρώ από τις τσέπες των μισθωτών και των συνταξιούχων κατά την πενταετία 2021-2025.
Τα έσοδα από τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων, τα οποία το 2019 κινούνταν στα επίπεδα των 10-11 δισ. ευρώ, εκτινάχθηκαν το 2025 και το 2026 στα 15,71 δισεκατομμύρια ευρώ. Πρόκειται για μια τρομακτική αύξηση, η οποία αποδεικνύει ότι τα συνήθη υποζύγια πλήρωσαν τη μερίδα του λέοντος για τα περίφημα «πρωτογενή πλεονάσματα» για τα οποία επαίρεται το οικονομικό επιτελείο.
Οι αυτοαπασχολούμενοι και το «χαράτσι» 2024-2026
Ενα από τα πιο σκληρά και οριζόντια μέτρα της κυβερνητικής θητείας ήταν η ψήφιση του νόμου 5073/2023. Με το άρθρο 15 του συγκεκριμένου νόμου, θεσπίστηκε ένα καθολικό, τεκμαρτό σύστημα προσδιορισμού του εισοδήματος για 470.000 αυτοαπασχολούμενους και ελεύθερους επαγγελματίες με ατομικές επιχειρήσεις.
Η κυβέρνηση επέβαλε τη νοοτροπία ότι κανένας επαγγελματίας που λειτουργεί για πάνω από έξι χρόνια δεν μπορεί να κερδίζει λιγότερα από όσα ένας ανειδίκευτος εργάτης που αμείβεται με τον κατώτατο μισθό. Το σύστημα αυτό, βασισμένο σε αυθαίρετα κριτήρια –όπως τα έτη λειτουργίας, το κόστος μισθοδοσίας του προσωπικού και ο τζίρος της επιχείρησης–, ανάγκασε εκατοντάδες χιλιάδες επαγγελματίες να δηλώσουν εξωπραγματικά κέρδη. Σε πάμπολλες περιπτώσεις, τα τεκμαρτά εισοδήματα ήταν διπλάσια έως και τετραπλάσια από τα πραγματικά.
Η επίπτωση αυτής της επιλογής φάνηκε ξεκάθαρα στα εκκαθαριστικά σημειώματα του 2024, του 2025 και του τρέχοντος έτους 2026. Χιλιάδες μικρομεσαίοι είδαν τους φόρους τους να εκτοξεύονται έως και 5 με 6 φορές πάνω σε σχέση με το παρελθόν. Αντί η κυβέρνηση να κυνηγήσει τη μεγάλη και οργανωμένη φοροδιαφυγή, επέλεξε τη λύση της οριζόντιας ισοπέδωσης, οδηγώντας πολλούς μικρούς επαγγελματίες στο φάσμα του λουκέτου.
Η λεηλασία της ακίνητης περιουσίας
Στον τομέα της ακίνητης περιουσίας, η κυβέρνηση εφάρμοσε διπλή στρατηγική αφαίμαξης. Πρώτον, από την 1η Ιανουαρίου 2022 επέβαλε αυξήσεις-φωτιά στις αντικειμενικές αξίες των ακινήτων σε χιλιάδες ζώνες, πόλεις και χωριά ολόκληρης της χώρας. Η τεχνητή αυτή αύξηση της αξίας των ακινήτων συμπαρέσυρε άμεσα και εκτίναξε στα ύψη 18 διαφορετικούς φόρους και τέλη που συνδέονται με την κατοχή, τη χρήση και την απόκτηση ακινήτων. Ανάμεσα σε αυτούς, το Τέλος Ακίνητης Περιουσίας (ΤΑΠ) μέσω των λογαριασμών ρεύματος, οι φόροι μεταβίβασης, καθώς και οι φόροι κληρονομιών, δωρεών και γονικών παροχών.
Δεύτερον, παρά τις μειώσεις στους συντελεστές του ΕΝΦΙΑ, χιλιάδες ιδιοκτήτες που ανήκουν στη μεσαία τάξη είδαν τις επιβαρύνσεις τους να αυξάνονται υπέρμετρα εξαιτίας ενός στρεβλού νομοθετικού τρικ. Η κυβέρνηση θέσπισε έναν «επιπλέον συμπληρωματικό ΕΝΦΙΑ» για περιουσίες άνω των 300.000 ευρώ συνολικά, αλλά με έναν άδικο τρόπο υπολογισμού.
Για κτίσματα συνολικής αξίας άνω των 400.000 ευρώ, ο φόρος επιβαλλόταν αρχικά στο 100% της αξίας του κτιρίου και στη συνέχεια επιμεριζόταν στους συνιδιοκτήτες με βάση το ποσοστό τους (ακόμα και αν αυτό ήταν μικρό, π.χ. από 6% έως 50%). Ετσι, πολίτες των οποίων το πραγματικό μερίδιο άξιζε πολύ λιγότερο από 400.000 ευρώ, κλήθηκαν να πληρώσουν συμπληρωματικό φόρο, αγνοώντας προκλητικά το πόρισμα της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής που ζητούσε την πλήρη απαλλαγή τους.
Το «κυνήγι» του τουρισμού
Μεγάλο πλήγμα δέχθηκε και ο κλάδος των τουριστικών καταλυμάτων και των βραχυχρόνιων μισθώσεων (τύπου Airbnb). Από το 2025, η κυβέρνηση προχώρησε σε υπέρμετρες αυξήσεις στον φόρο διαμονής, επιστρατεύοντας ένα επικοινωνιακό τέχνασμα: άλλαξε το όνομα του φόρου σε «Τέλος Ανθεκτικότητας στην Κλιματική Κρίση» (ΤΑΚΚ), προκειμένου να δικαιολογήσει τις αυξήσεις-σοκ που επέβαλε και κυμάνθηκαν από 33% έως και 433%.
Για την περίοδο αιχμής (Απρίλιος-Οκτώβριος 2025) σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2024, το τέλος αυξήθηκε:
Κατά 33% (από 1,5 σε 2 ευρώ την ημέρα) για τα ενοικιαζόμενα επιπλωμένα δωμάτια.
Κατά το αστρονομικό 433,33% (από 1,5 σε 8 ευρώ την ημέρα) για τα ακίνητα βραχυχρόνιας μίσθωσης. Επιπλέον, από την 1η Ιανουαρίου 2024, επιβλήθηκε τέλος επιτηδεύματος ύψους 600 ευρώ σε κάθε διαμέρισμα βραχυχρόνιας μίσθωσης που ανήκει σε νομικό πρόσωπο. Η κυβέρνηση αντιμετώπισε το κάθε ξεχωριστό διαμέρισμα ως… «υποκατάστημα» εταιρείας, παρά το γεγονός ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) έκρινε τη διάταξη αυτή σαφώς αντισυνταγματική.
Αφαίμαξη μέσω των έμμεσων φόρων
Αν οι άμεσοι φόροι αποτελούν το ένα σκέλος της εισπρακτικής πολιτικής, οι έμμεσοι φόροι (ΦΠΑ και ΕΦΚ) αποτελούν το βαρύ πυροβολικό που ισοπεδώνει τα λαϊκά νοικοκυριά. Η διατήρηση των συντελεστών ΦΠΑ στο 24% και στο 13% εν μέσω μιας πρωτοφανούς ακρίβειας στα τρόφιμα και τα καύσιμα λειτούργησε ως ένας μόνιμος εισπρακτικός μηχανισμός υφαρπαγής τεράστιων χρηματικών ποσών από τους προϋπολογισμούς των ελληνικών νοικοκυριών. Το κράτος εισέπραττε και εισπράττει κάθε χρόνο αυξημένο ΦΠΑ απλώς και μόνο επειδή αυξάνονται οι τιμές των προϊόντων. Επιβάλλει συντελεστές ΦΠΑ από τους υψηλότερους στην Ευρωπαϊκή Ενωση επί ολοένα αυξανόμενων τιμών σε βασικά είδη διατροφής και άλλα καταναλωτικά είδη πρώτης ανάγκης.
Ο ΦΠΑ αναδείχθηκε στον απόλυτο «πρωταθλητή» των εσόδων. Από τα 17-18 δισ. ευρώ το 2019, τα έσοδα από τον ΦΠΑ εκτινάχθηκαν στα 26,35 δισεκατομμύρια ευρώ το 2024, στα 27,77 δισεκατομμύρια ευρώ το 2025 και εκτιμάται πλέον ότι θα διαμορφωθούν στα 29,3 δισεκατομμύρια ευρώ στο κλείσιμο του 2026. Αντίστοιχα, οι Ειδικοί Φόροι Κατανάλωσης (ΕΦΚ) στα καύσιμα, τα καπνικά και τα ποτά παρέμειναν σταθερά στα υψηλότερα επίπεδα της Ευρώπης, στερώντας από τους πολίτες τη δυνατότητα να ανασάνουν από το αυξημένο κόστος διαβίωσης.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...