Τη νέα κατάσταση με τις πυρκαγιές τόσο στην Ελλάδα, όσο και σε άλλες χώρες της Ευρώπης, σχολίασαν ο Γιώργος Καραγιάννης, διευθύνων του Κέντρου Έρευνας Φυσικών Καταστροφών και Διαχείρισης Κρίσεων της Ακαδημίας Αθηνών και ο πρόεδρος του ΟΑΣΠ, Ευθύμιος Λέκκας. «Θα πρέπει να μάθουμε να ζούμε» υπό τέτοιες συνθήκες, καθώς πρόκειται για τη «νέα κανονικότητα», ανέφεραν.
Στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της μεγάλης πυρκαγιάς που ξεκίνησε από τη Βοιωτία και επεκτάθηκε στη Δυτική Αττική, αλλά και στην ανάγκη να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στην πρόληψη, αναφέρθηκε αρχικά ο Γιώργος Καραγιάννης. Όπως εξήγησε, ο συνδυασμός της παρατεταμένης ξηρασίας, των θυελλωδών ανέμων και των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής διαμόρφωσε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες για τις πυροσβεστικές δυνάμεις.
«Πότε τα εναέρια μέσα δεν αρκούν»
Μιλώντας στην ΕΡΤ ο κ. Καραγιάννης ανέφερε πως όταν μία πυρκαγιά αποκτήσει ακραία χαρακτηριστικά, μπορεί να περιορίσει σημαντικά ακόμη και τη δυνατότητα των εναέριων μέσων να επιχειρήσουν.
Όπως εξήγησε, ο ισχυρός άνεμος επιδεινώνει την κατάσταση με δύο τρόπους: ενισχύει και εξαπλώνει γρήγορα το πύρινο μέτωπο, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί επικίνδυνες συνθήκες πτήσης για τα πυροσβεστικά αεροσκάφη και ελικόπτερα.
Ακόμη και όταν πραγματοποιούνται ρίψεις, το τεράστιο θερμικό φορτίο που παράγει μία πολύ ισχυρή πυρκαγιά μπορεί να είναι τέτοιο ώστε η ποσότητα του νερού ή του επιβραδυντικού υγρού να μην επαρκεί για να μειώσει αισθητά την έντασή της.
«Η φωτιά πάντα θα σβήσει, όπως λέμε, με το άρβυλο του πυροσβέστη. Για να μπορέσει όμως να την προσεγγίσει ο πυροσβέστης, χρειάζεται το εναέριο μέσο να χαμηλώσει τη φλόγα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο κ. Καραγιάννης εξέφρασε παράλληλα τα συλλυπητήριά του στις οικογένειες των δύο ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους στη σύγκρουση των πυροσβεστικών ελικοπτέρων, επισημαίνοντας τους σοβαρούς κινδύνους που δημιουργούνται όταν πολλά εναέρια μέσα επιχειρούν σε περιορισμένο χώρο και κάτω από εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην ανάγκη πρόληψης, υπογραμμίζοντας ότι οι παρεμβάσεις της Πολιτείας, οι καθαρισμοί και οι αντιπυρικές ζώνες είναι αναγκαίες, αλλά δεν αρκούν χωρίς την ενεργή συμμετοχή των πολιτών.
Επικαλούμενος μία πρώτη έρευνα που πραγματοποίησε ο ίδιος, ανέφερε ότι τα τελευταία τρία με τέσσερα χρόνια είχαν διατεθεί περίπου 20 εκατ. ευρώ για έργα πρόληψης στην ευρύτερη περιοχή του Πόρτο Γερμενού, τα οποία κάλυψαν περίπου 15.000 στρέμματα.
Όπως δεν μπορεί να σταματήσει ένας σεισμός με το πάτημα ενός κουμπιού, έτσι δεν μπορούν να εξαφανιστούν με «μαγικό τρόπο» οι μεγάλες δασικές πυρκαγιές. Εκείνο που μπορεί να γίνει, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι να περιοριστεί ο κίνδυνος και να ενισχυθεί η ανθεκτικότητα των κατοικιών και των οικισμών.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η δημιουργία καθαρής ζώνης γύρω από τα σπίτια, η απομάκρυνση ξερών κλαδιών και άλλων εύφλεκτων υλικών, καθώς και η αποφυγή επαφής της βλάστησης με τη στέγη, τους τοίχους και τα μπαλκόνια. «Το ίδιο δέντρο που μας προσφέρει σκιά το καλοκαίρι μπορεί να μεταφέρει τη φωτιά στο σπίτι μας», προειδοποίησε.
Η προδιαγεγραμμένη καύση ως νέο εργαλείο πρόληψης
Στα μέτρα πρόληψης περιλαμβάνεται πλέον και η προδιαγεγραμμένη καύση, η οποία θεσμοθετήθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα.
Πρόκειται για ελεγχόμενη καύση της συσσωρευμένης βιομάζας, η οποία πραγματοποιείται κυρίως κατά τη διάρκεια του χειμώνα και της άνοιξης, βάσει ειδικού σχεδιασμού και υπό την επίβλεψη των αρμόδιων δασικών και πυροσβεστικών υπηρεσιών.
Ο κ. Καραγιάννης επισήμανε ότι η μέθοδος είχε εφαρμοστεί πιλοτικά τα προηγούμενα χρόνια με θετικά αποτελέσματα. Τόνισε, ωστόσο, ότι πρόκειται για μία νέα τεχνική για τη χώρα, η οποία απαιτεί εκπαίδευση, εμπειρία και σταδιακή εφαρμογή.
Το παράδειγμα της Λαχάινα στη Χαβάη
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα της σημασίας που έχει η πρόληψη σε επίπεδο κατοικίας, αναφέρθηκε στην καταστροφική πυρκαγιά του Αυγούστου του 2023 στη Λαχάινα της Χαβάης.
Η πυρκαγιά, η οποία εκδηλώθηκε κάτω από συνθήκες ισχυρών ανέμων και ξηρασίας, κατέστρεψε σχεδόν ολόκληρη την πόλη και προκάλεσε τον θάνατο περισσότερων από 100 ανθρώπων.
Ο κ. Καραγιάννης αναφέρθηκε σε μελέτη που εκπόνησε μαζί με τον ακαδημαϊκό και καθηγητή Φυσικών Καταστροφών Κώστα Συνολάκη, στην οποία παρουσιάζεται η περίπτωση κατοικίας με κόκκινη στέγη που παρέμεινε όρθια, ενώ η γύρω περιοχή είχε μετατραπεί σε στάχτη.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι ιδιοκτήτες είχαν λάβει σειρά μέτρων προστασίας και είχαν περιορίσει σημαντικά τη βλάστηση και τα εύφλεκτα υλικά γύρω από το κτίριο.
«Δεν είμαστε ανήμποροι απέναντι στη μανία της φύσης. Υπάρχουν πολλά πράγματα που μπορούμε να κάνουμε και τα οποία είναι αποτελεσματικά», υπογράμμισε.
Καταλήγοντας, επισήμανε ότι, όπως πλέον θεωρείται αυτονόητο ένα σπίτι να κατασκευάζεται βάσει των αντισεισμικών κανονισμών, αντίστοιχη κουλτούρα πρόληψης και αυτοπροστασίας πρέπει να αναπτυχθεί και για τις δασικές πυρκαγιές.
«Οι μεγάλες φωτιές είναι αποτέλεσμα μιας νέας πραγματικότητας»
«Οι μεγάλες φωτιές που πλήττουν τη χώρα μας είναι αποτέλεσμα μιας νέας πραγματικότητας», σημείωσε από την πλευρά του ο πρόεδρος του ΟΑΣΠ, Ευθύμιος Λέκκας, τονίζοντας ότι «έχουμε να κάνουμε με μια εξελισσόμενη κλιματική κρίση», ενώ πρόσθεσε πως «αυτή είναι η νέα κανονικότητα».
Μιλώντας στον ΣΚΑΪ, ο καθηγητής Εφαρμοσμένης Γεωλογίας του ΕΚΠΑ, Ευθύμιος Λέκκας, εξήγησε ότι τέτοιου είδους φωτιές «είναι νέα κανονικότητα γιατί έχουμε να κάνουμε με μια εξελισσόμενη κλιματική κρίση, μια κλιματική κρίση την οποία αναμέναμε μετά από 2-3 δεκαετίες, αλλά ήδη τη βιώνουμε εδώ και 6-8 χρόνια».
Όπως ανέφερε, «αυτό σημαίνει πως θα έχουμε ακραία φαινόμενα, μεγάλες περιόδους ξηρασίας, υψηλότατες θερμοκρασίες, χαμηλά ποσοστά υγρασίας, θυελλώδεις ανέμους και, στη συνέχεια, θα έχουμε και πλημμυρικά φαινόμενα, τα οποία έπονται, συνήθως».
Ο Ευθύμιος Λέκκας επισήμανε ακόμη ότι «όλα αυτά δημιουργούν αυξημένη πιθανότητα δασικών πυρκαγιών και μάλιστα και μεγάλου αριθμού δασικών πυρκαγιών», τονίζοντας πως τα ακραία καιρικά φαινόμενα αναμένεται να εμφανίζονται με μεγαλύτερη συχνότητα και να εναλλάσσονται ταχύτερα.
Efsyn.gr
