Τελευταία νέα
ΔΕΗ: Σταθερή η τιμή στο μπλε τιμολόγιο, αύξηση 7% στο πράσινο Εθνική Ελλάδας: Πολύτιμος βαθμός κόντρα στους Ολλανδούς, παραμένει στην κορυφή του ομίλου της Euroleague: Ήττα σε… νεκρό χρόνο για τον Ολυμπιακό στην Μπολόνια Ζαχαράκη: “Η οικονομική δυσκολία δεν πρέπει να γίνεται εμπόδιο στις σπουδές” – Διορθωτικές κινήσεις για στέγη σε φοιτητές του ΑΕΙ Πατρών Πτήση flydubai: Ο Τραμπ δεσμεύεται για ισχυρό πλήγμα στο Ιράν, σε περίπτωση που υπάρχει εμπλοκή της Τεχεράνης Μερτς: «Η ασφάλεια της Ευρώπης παίζεται στην Ουκρανία» – Το μήνυμα για τη σχέση του AfD με Ρωσία Συνάντηση Σφακιανάκη με τομεάρχες παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ, Αμανατίδη και Λάζου Κωνσταντοπούλου: Να μας πει ο Φλωρίδης ποιος είναι τώρα «για τα μπάζα» – Είναι ψέματα ότι δε θα συνεργαστούν ΝΔ και ΠΑΣΟΚ ΚΥΣΕΑ: Παρατείνεται η παραμονή των ελληνικών Patriot στη Σαουδική Αραβία Μάντσεστερ Σίτι: «Πρέπει να υποστεί τις συνέπειες», λέει η βρετανική κυβέρνηση – Τι θα υποστηρίξει ο σύλλογος στην έφεση Ακόμη ένα πρόβλημα σε τρένο: Καθυστέρηση 134 λεπτών σε αμαξοστοιχία που έκανε το Αθήνα – Θεσσαλονίκη “Βόμβα” Συρίγου για Κάσο: “Υποχωρήσαμε δύο φορές” – Πυρά από την αντιπολίτευση
Moneypress.gr

Χρ. Παναγιωτόπουλος (ΤΕΡΝΑ): Απαιτείται νέο μοντέλο ανάπτυξης στις υποδομές

Η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ είναι η μόνη ελληνική μη χρηματοπιστωτική εταιρεία με επενδυτική βαθμίδα, όπως είπε.
Η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης δεν θα πρέπει να συνοδευτεί από διεύρυνση του επενδυτικού κενού, το οποίο σήμερα τοποθετείται ετησίως έως και στα 8 δισεκατομμύρια ευρώ, όπως ανέφερε, χθες, ο Διευθύνων Σύμβουλος της ΤΕΡΝΑ, κ. Χρήστος Παναγιωτόπουλος, στο 9ο Συνέδριο Υποδομών και Μεταφορών (ITC 2026), μιλώντας στην «τράπεζα των κατασκευών».
Τα τελευταία χρόνια οι κατασκευαστικές εταιρείες κλήθηκαν να υλοποιήσουν ένα ιδιαίτερα απαιτητικό πρόγραμμα έργων, συχνά υπό αντίξοες συνθήκες, με ελλείψεις στην ωρίμανση των μελετών, καθυστερήσεις και εξαιρετικά πιεστικά χρονοδιαγράμματα. «Μαστιγώθηκαν ανηλεώς προκειμένου να ολοκληρώσουν εγκαίρως μεγάλα δημόσια έργα», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Σε σύγκριση με το παρελθόν, η αξία παραγωγής του κατασκευαστικού κλάδου έχει υπερδιπλασιαστεί, ενώ εκτιμάται ότι με ορίζοντα το 2030 θα ωριμάσουν ή θα αρχίσουν να εκτελούνται έργα της τάξεως των 10 δισ. ευρώ. Ωστόσο, τα έργα αυτά δεν επαρκούν για να καλύψουν τις πραγματικές ανάγκες της χώρας. Όπως ανέφερε ο κ. Παναγιωτόπουλος, παραμένει ένα ετήσιο επενδυτικό έλλειμμα 6 έως 8 δισ. ευρώ, ενώ οι συνολικές ανάγκες για νέα έργα υποδομής μετά την πολυετή οικονομική κρίση υπολογίζονται σε 40 έως 50 δισ. ευρώ. Στο πλαίσιο αυτό, κρίσιμο ρόλο διαδραματίζει το νέο εθνικό αναπτυξιακό πρόγραμμα, ύψους 23 δισ. ευρώ. Ζητούμενο όμως, είναι όχι μόνο το ύψος των διαθέσιμων πόρων, αλλά και η αποτελεσματικότητα με την οποία αυτοί θα διοχετευθούν στην πραγματική οικονομία.
Κι ενώ οι δημόσιες επενδύσεις στην Ελλάδα έχουν προσεγγίσει τα τελευταία χρόνια τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι ιδιωτικές εξακολουθούν να υπολείπονται σημαντικά – κατά περίπου 4 έως 4,5 ποσοστιαίες μονάδες έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Γι’ αυτό, όπως τόνισε ο κ. Παναγιωτόπουλος, απαιτείται απομάκρυνση από το παραδοσιακό μοντέλο των «δημόσιων έργων», ώστε ο σχεδιασμός και η κατασκευή να συνδέονται άρρηκτα με τη μακροχρόνια λειτουργία και συντήρησή τους. Ταυτόχρονα, «θα πρέπει να ενεργοποιηθούν οι Πρότυπες Προτάσεις που θα επιτρέψουν στις εταιρείες να διατυπώνουν ώριμες προτάσεις για έργα υποδομής».
Αναφερόμενος στις προκλήσεις του κλάδου, ο κ. Παναγιωτόπουλος έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για την έλλειψη εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού και τη συνεχή άνοδο του κατασκευαστικού κόστους. Μείζον στοίχημα αποτελεί επίσης η αποτελεσματική διαχείριση των υδάτινων πόρων: από τη συλλογή και την αποθήκευση έως την ύδρευση, την άρδευση και την αντιπλημμυρική θωράκιση. Κι αυτό καθώς οι απώλειες νερού παραμένουν εξαιρετικά υψηλές σε αρκετές περιοχές της χώρας, όπως στη Λευκάδα, όπου εκτιμάται ότι ποσοστό 60%-65% του νερού χάνεται σε διαρροές.
Ο κ. Παναγιωτόπουλος εστίασε επίσης στη χρηματοοικονομική ευρωστία του Ομίλου ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, επισημαίνοντας ότι αποτελεί τη μοναδική ελληνική μη χρηματοπιστωτική εταιρεία που έχει λάβει επενδυτική βαθμίδα από δύο κορυφαίους διεθνείς οίκους αξιολόγησης, τη Moody’s και την S&P. «Κι αυτό μας επιτρέπει να δανειζόμαστε φθηνά», κατέληξε.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...