Στον ευρωπαϊκό Νότο η φαντασίωση ιδιοκατοίκησης λειτούργησε ως μηχανισμός σταθεροποίησης του καπιταλισμού. Το κράτος, αντί για ισχυρές δομές κοινωνικής κατοικίας -όπως στις χώρες της Βόρειας Ευρώπης- επιδοτούσε στεγαστικά δάνεια.
Ιδίως στη χώρα μας η απόκτηση μιας κατοικίας συνδέθηκε με την οικογενειακή ασφάλεια, την αποταμίευση, το κοινωνικό κύρος, τη μονιμότητα. Παράλληλα «το σπίτι με το νοίκι» εγγράφηκε στην κοινή συνείδηση ως ταυτόσημο της προσωρινότητας και αντώνυμο της επιτυχίας, ενώ το εξοχικό έγινε σύμβολο κοινωνικής ανόδου. Μέχρι που ήρθε η οικονομική κρίση και η φαντασίωση της ιδιοκατοίκησης κλονίστηκε. Το σπίτι έπαψε να είναι αντικείμενο που κατέχεται και έγινε αντικείμενο που οφείλεται.
Κι έπειτα η εκτόξευση του κόστους στέγασης γκρέμισε εντελώς τη φαντασίωση μιας σταθερής ζωής. Ανθρωποι ζουν υπερσυνωστισμένοι σε λίγα τετραγωνικά μέτρα, ενώ παράλληλα, είναι πιθανό να βιώνουν συνθήκες ενεργειακής φτώχειας (νοικοκυριά χωρίς ρεύμα ή δίχως τη δυνατότητα να ανταποκριθούν οικονομικά στις απαιτήσεις της υφιστάμενης ενεργειακής κρίσης).
Ταυτόχρονα, άρχισε να γίνεται πιο δύσκολη και η ενοικίαση μιας αξιοπρεπούς κατοικίας, αφότου το σπίτι έγινε τουριστικό προϊόν ή επενδυτικό αντικείμενο μέσα από το airbnb και την golden visa. Σήμερα η στεγαστική κρίση μάς φέρνει αντιμέτωπους με το τι σημαίνει «αποκτώ ή δεν αποκτώ το δικό μου σπίτι» σε μια νέα πραγματικότητα που το σπίτι μοιάζει να έχει εγκαταλειφθεί ως κοινωνικό αγαθό.
Η φράση «να αποκτήσεις ένα σπίτι» εμπεριέχει μια ολόκληρη αφήγηση για το υποκείμενο: ότι θα μεγαλώσει, θα αυτονομηθεί, θα δημιουργήσει οικογένεια, θα αποκτήσει περιουσία και, τελικά, θα αφήσει κάτι πίσω του. Ο Γάλλος ανθρωπολόγος Κλοντ Λεβί-Στρος είχε αναφερθεί στις «κοινωνίες του οίκου» (sociétés à maisons), όπου το σπίτι είναι ηθικό πρόσωπο που διαρκεί πέρα από τις γενιές, κρατώντας μαζί όνομα, κτήμα και συγγένεια.
Η επιθυμία τού να μας «ανήκει κάτι είναι ταυτόχρονα και επιθυμία να ανήκουμε κάπου». Η κατοχή ενός δικού μας χώρου λειτουργεί ως ένα ψυχικό ανάχωμα απέναντι στο άγχος της αβεβαιότητας. Κι όταν αυτό απειλείται από έξωση ή πλειστηριασμό, αδυναμία αποπληρωμής ενός δανείου ή και πληρωμής του ενοικίου, κλονίζεται και η αίσθηση ταυτότητας και εαυτού μας. Το σπίτι γίνεται ρυθμιστής του χρόνου μας, των μεταβάσεών μας, της ζωής μας. Η μετάβαση από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση καθυστερεί. Η δημιουργία οικογένειας αναβάλλεται. Ενίοτε και το σχέδιο μιας συμβίωσης. Οι σχέσεις εξαρτώνται περισσότερο από τις στεγαστικές δυνατότητες. Και αναπόδραστα βιώνουμε ένα είδος κοινωνικού πένθους, ιδίως όταν συνειδητοποιούμε πως η προηγούμενη γενιά διέθετε ένα απόθεμα κατοικίας που αυτή η γενιά -και λογικά και η επόμενη- δεν μπορεί ούτε καν να συντηρήσει και σε καμία περίπτωση να αναπαραγάγει. Πενθούμε μια εκδοχή της ζωής μας που προβάλλεται ως «εικόνα ενηλικίωσης» χωρίς να υπάρχουν οι οικονομικοί όροι που θα επέτρεπαν αυτή την ενηλικίωση.
Χρειάζεται να αναρωτηθούμε τι είναι δικό μας από αυτή τη φαντασίωση της ιδιοκατοίκησης και εάν στη θέση της μπορεί να υπάρξει μια άλλη φαντασίωση για την κατοικία, τον ακρογωνιαίο λίθο της ζωής ενός ανθρώπου, με ποιους τρόπους μπορούμε δηλαδή να αποσυνδέσουμε την ασφάλεια της στέγασης από την ιδιοκτησία σε μια κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα σαν την ελληνική.
Επιβάλλεται να δούμε τις εναλλακτικές μας χωρίς να παραιτηθούμε από το δικαίωμά μας σε μια σταθερή κατοικία, ως βάση οργάνωσης της καθημερινότητάς μας, διεκδικώντας παράλληλα μια κοινωνική πολιτική που θα υπηρετεί την επίτευξη της ανθρώπινης ευημερίας, μια στεγαστική πολιτική που θα αντιμετωπίσει ξανά την κατοικία ως κοινωνικό αγαθό.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
