Το 2025, στη Νέα Υόρκη, η 31χρονη Maria Penaloza απεβίωσε έπειτα από επέμβαση σε αυτοσχέδια κλινική μέσα σε διαμέρισμα. Το 2026, στη Βραζιλία, η 51χρονη Andreia Vieira Gaspar έχασε τη ζωή της ύστερα από πάνω από οκτώ ώρες πλαστικών επεμβάσεων, μεταξύ άλλων λιποαναρρόφηση και λιπομεταφορά, λόγω ανικανότητας στην αντιμετώπιση του επείγοντος. Την ίδια χρονιά, στο Μαϊάμι η 28χρονη Ahmonique Miller πέθανε λίγες ώρες έπειτα από πλαστική επέμβαση σε μη αδειοδοτημένο χώρο.
Η λίστα είναι τεράστια. Το ζήτημα στη χώρα μας ωστόσο αναδείχθηκε επειδή το θύμα του μη αδειοδοτημένου για την πλασμαφαίρεση ιατρείου ήταν ένας λαοφιλής καλλιτέχνης, παρ’ όλο που έχουν υπάρξει κι άλλα θύματα –μη διάσημα– μέσα σε ιατρεία που λειτουργούν με όρους «εμπορίου». Η ιατρική όμως δεν μπορεί να λειτουργήσει όπως μια οποιαδήποτε άλλη αγορά. Κι εδώ εμφανίζεται η ευθύνη της πολιτείας με τους ελλιπείς ελέγχους και μια δημόσια υγεία σε διαρκή υποβάθμιση στη σκιά της σύγχρονης βιοπολιτικής που δεν μας επιβάλλει απλώς να είμαστε υγιείς. Μας ζητά να είμαστε διαρκώς καλύτεροι. Και πάντα υπάρχει ένας δείκτης που μπορεί να βελτιωθεί.
Πόσα πράγματα αφήνουμε να γίνουν στο σώμα μας χωρίς πραγματικά να γνωρίζουμε τι είναι; Γιατί επιλέγουμε μια θεραπεία που έχει προτείνει ένας influencer στο Instagram με glossy φωτογραφίες; Ποιος είναι αυτός που αποφασίζει για εμάς όταν είμαστε ξαπλωμένοι σε ένα κρεβάτι, συνδεδεμένοι ή όχι με ένα μηχάνημα και δεν μπορούμε να αποφασίσουμε για τον εαυτό μας; Η εγγραμματοσύνη της υγείας είναι η ικανότητα να θέτουμε τα παραπάνω ερωτήματα προτού ζητήσουμε την εφαρμογή μιας ιατρικής πράξης πάνω στο σώμα μας, να κατανοούμε και τη δική μας επιθυμία απέναντι σε μια θεραπεία, να την αξιολογούμε και να αναστοχαζόμαστε πάνω στους μηχανισμούς εξουσίας που την οργανώνουν.
Η υπόθεση Μαζωνάκη αποκάλυψε το πόσο λίγο εκπαιδευμένοι είμαστε ως κοινωνία να διαχειριζόμαστε την πληροφορία για την υγεία, ενώ παράλληλα έχουμε μια πολιτική ηγεσία που στηρίζει «συνέδρια κβαντικής ιατρικής» και συνομιλεί με ψευδογιατρούς. Ταυτόχρονα εμείς βιώνουμε τη φυσιολογική φθορά ως προσωπική αποτυχία και το σώμα μας μετατρέπεται καθημερινά σε αντικείμενο διαρκούς διαχείρισης. Πάντα υπάρχει ένα κιλό που μπορεί να χαθεί, ένα επίπεδο ορμόνης που μπορεί να «ρυθμιστεί», ένας δείκτης βιολογικής ηλικίας που μπορεί να μειωθεί, ένα κύτταρο που μπορεί να «αναγεννηθεί».
Πώς πρέπει να είμαι για να συνεχίσω να είμαι επιθυμητός; Η ερώτηση αυτή δεν είναι ιατρική. Μπορεί όμως να οδηγήσει σε μια ιατρική πράξη. Η αγορά της υγείας ταυτόχρονα, αντιλαμβανόμενη αυτή την ευαλωτότητα του σύγχρονου ανθρώπου, βομβαρδίζει με πακέτα ευεξίας και υποσχέσεις μακροζωίας. Εξάλλου η νεωτερική εξουσία –βάσει του φουκοϊκού συλλογισμού– δεν ασκείται μόνο μέσω απαγορεύσεων και καταναγκασμών, αλλά και μέσω της διαχείρισης της ζωής: του σώματος, της υγείας, της σεξουαλικότητας, της αναπαραγωγής, του πληθυσμού. Στη σύγχρονη εκδοχή της, δεν υπάρχει απαραίτητα κάποιος που μας διατάζει: «Πρέπει να είσαι νέος». Το μήνυμα έχει εσωτερικευθεί. Κι όσο δεν υπάρχει μια πολιτεία να μας προστατέψει, μας μένει να προστατέψουμε εμείς τον εαυτό μας. Οχι κάνοντας διάγνωση.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας είναι σαφής: η εγγραμματοσύνη υγείας δεν είναι απλώς η ικανότητα να διαβάζουμε ένα φυλλάδιο ή να βρίσκουμε μια πληροφορία στο διαδίκτυο. Περιλαμβάνει την ικανότητα να κατανοούμε τις πληροφορίες και να αξιολογούμε τις υπηρεσίες υγείας ώστε να παίρνουμε αποφάσεις. Αυτό δεν σημαίνει πως θα πρέπει να γνωρίζουμε τι είναι η υποασβεστιαιμία, η αλβουμίνη και η κρυοσφαιρίνη. Δεν είμαστε όλοι γιατροί. Οφείλουμε όμως να είμαστε ενημερωμένοι ασθενείς και να έχουμε εκπαιδευτεί να αναγνωρίζουμε τη διαφορά ανάμεσα στην ιατρική πράξη και το μάρκετινγκ. Κι αυτό δεν είναι φυσικά μόνο ευθύνη του πολίτη αλλά και του συστήματος υγείας να βάλει ένα ρυθμιστικό πλαίσιο ώστε να ξεχωρίζουμε ποιες θεραπείες είναι αξιόπιστες, ποιες αφορούν την περίπτωσή μας, τι όφελος μπορούμε να περιμένουμε, τι ρίσκο λαμβάνουμε και εάν υπάρχει ασφαλέστερη εναλλακτική. Οπως είναι ευθύνη της πολιτείας το δικαίωμά μας στη μακροζωία καθώς οι κοινωνικοί προσδιοριστές της υγείας –δηλαδή αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης, καθαρό νερό, μείωση της φτώχειας και εκπαίδευση– είναι εκείνοι που μεταβάλλουν το προσδόκιμο ζωής και όχι οι πολυτελείς κλινικές με γιατρούς-μάνατζερ και μεταμοντέρνες ψευτοθεραπείες.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
