Τελευταία νέα
Μητσοτάκης: Προτεραιότητα μια βιώσιμη και μακροπρόθεσμη λύση για τη Γάζα Ξανά στον Ευαγγελισμό για τον Μυλωνάκη ο Μητσοτάκης Συνάντηση Κ. Μητσοτάκη με τον αντιπρόεδρο της Παλαιστινιακής Αρχής Μητσοτάκης: Ανάγκη το Ορμούζ να παραμείνει ανοιχτό χωρίς τέλη διέλευσης ή άλλα εμπόδια Οι εξελίξεις με τα Στενά του Ορμούζ στη συνάντηση Μητσοτάκη με τον αντιπρόεδρο της Παλαιστινιακής Αρχής 131 επιτεύγματα στα χρόνια που κυβέρνησε ο ΣΥΡΙΖΑ 2015-2019 Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και πάλι στον «Ευαγγελισμό» για τον Γιώργο Μυλωνάκη Επίθεση Κυρανάκη προς την Καραμήτρου στον αέρα Bloomberg: Γαλλία και Ελλάδα ανανεώνουν για άλλα πέντε χρόνια την αμυντική συμφωνία Αντιπαράθεση για την «τοξικότητα»: αιχμές της αντιπολίτευσης κατά κυβέρνησης και Γεωργιάδη Χιώτης μετά τη μήνυση του Δουδωνή: «Πάει αυτός, το έκαψε το χωραφάκι του» Εκτάκτως στην Αθήνα η σύζυγος του πρωθυπουργού Μαρέβα Γκραμπόφσκι μετά από εισαγωγή σε νοσοκομείο της Λάρισας λόγω αδιαθεσίας
Elculture.gr

«Όλη η μνήμη του κόσμου» στις μεγάλες οθόνες του 28oυ Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης – Όλα όσα ζήσαμε τις πρώτες μέρες στις αίθουσες

Το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης στα 28 του χρόνια πια και εμείς φέτος βρεθήκαμε εκεί να βουτάμε στα αρχεία, στις μνήμες, σε έναν διάλογο του χθες με το σήμερα και του σήμερα με το αύριο, μέχρι να ανακαλύψουμε «Όλη τη μνήμη του κόσμου», όπως ήταν και ο τίτλος του μεγάλου αφιερώματος της φετινής διοργάνωσης.
Περιπλανιόμαστε λοιπόν στην πόλη με τον πιο σινεματικό παλμό, και μετράμε γερανούς σε ροζ και πετρόλ αποχρώσεις, από το Λιμάνι στο χαρτί, στις αφίσες του Αλέξανδρου Ψυχούλη και τελικά στις μεγάλες οθόνες σε αίθουσες γεμάτες κόσμο.

Στη σκιά μιας ζοφερής πραγματικότητας με επίκεντρο τη Μέση Ανατολή, η Γενική Διευθύντρια του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης Ελίζ Ζαλαντό μάς υποδέχθηκε στη φετινή τελετή έναρξης λέγοντας: «Όλες και όλοι μαζί, συλλογικά, βιώνουμε αυτή την παράξενη και ιλιγγιώδη αίσθηση του να βλέπουμε την Ιστορία να ξετυλίγεται κυριολεκτικά μπροστά στα μάτια μας. Για κάποιους, η Ιστορία επαναλαμβάνεται. Για άλλους, τραγικά, “σκοντάφτει”. Για όλους, όμως, αποτελεί το κλειδί για να κατανοήσουμε όσα συμβαίνουν γύρω μας σήμερα. Στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, αποφασίσαμε να επικεντρωθούμε σε αυτό το παρελθόν που ακούγεται τόσο δυνατά, μέσα από ταινίες αρχείου, που ανοίγουν τις πόρτες σε “όλη τη μνήμη του κόσμου”, όπως έλεγε ο Αλέν Ρενέ».
Οι παρουσιαστές της βραδιάς στην κατάμεστη αίθουσα του Ολύμπιον, ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης Χρίστος Γαλιλαίας, και ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδας Αστέριος Πελτέκης, προσπάθησαν να δώσουν μία κωμική νότα στην τελετή ξεχωρίζοντας όσα θα δούμε τις επόμενες μέρες εντός και εκτός αιθουσών.

Φέτος το φεστιβάλ έχει δύο σημαντικά νέα. Τη δημιουργία της πλατφόρμας filmography.gr, μία σύμπραξη του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, Οπτικοακουστικών Μέσων και Δημιουργίας (ΕΚΚΟΜΕΔ) και της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου (ΕΑΚ). Πρόκειται για μία ψηφιακή βάση δεδομένων με «όλη τη μνήμη του ελληνικού κινηματογράφου», από τις απαρχές του μέχρι σήμερα. Θα περιλαμβάνει περισσότερες από 2.000 ταινίες καθώς και πολύτιμες πληροφορίες για αυτές, ενώ στόχος είναι μετά το Πάσχα του 2026 να είναι διαθέσιμη για το κοινό.
Παράλληλα, ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής Ορέστης Ανδρεαδάκης μάς ενημέρωσε ότι: «Φέτος, εκτός από τις ταινίες που θα δούμε στις αίθουσες, θα συμμετέχουμε και σε μια ταινία που γυρίζεται αυτή τη στιγμή και θα συνεχίσει να γυρίζεται καθ’ όλη τη διάρκεια του Φεστιβάλ». Μια ταινία για την ιστορία και την εμπειρία του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, με πρωταγωνιστές τον Χρήστο Πασσαλή και την Κωνσταντίνα Μεσσήνη, οι οποίοι «θα κυκλοφορούν σαν φαντάσματα ανάμεσά μας για να απαθανατίσουν όλα τα μυστικά του Φεστιβάλ και της Θεσσαλονίκης. Σκηνοθέτης θα είναι ο βραβευμένος με Χρυσό Αλέξανδρο Τζώρτζης Γρηγοράκης. Μια ερωτική ιστορία για όλους τους έρωτες, πραγματικούς και φανταστικούς, που άρχισαν σε μια σκοτεινή αίθουσα και θα μας συνοδεύουν για πάντα με τη μαγεία των κινούμενων εικόνων».

Αυτή η αίσθηση λοιπόν, μας ακολουθούσε σε όλη τη διάρκεια των πρώτων ημερών. Γινόμαστε και εμείς μέρος της ιστορίας ενός θεσμού που αγαπήσαμε και μεγαλώσαμε μαζί του, κομμάτι της μνήμης του, και τελικά ψηφίδες από τα αρχεία του αύριο.

Έναρξη με τη μοναδική γυναίκα που κέρδισε τον Ντόναλντ Τραμπ
Αν κάποιοι άνθρωποι αξίζει να γίνουν κομμάτι της μνήμης είναι σίγουρα αυτοί που έχουν τη δύναμη να αγωνιστούν ενάντια σε συστήματα που μοιάζουν ανίκητα. Τα φώτα σβήνουν, το 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης ξεκινά και στην οθόνη εμφανίζεται η E. Jean Carroll ή αλλιώς η μοναδική γυναίκα που κέρδισε τον Ντόναλντ Τραμπ δύο φορές σε δικαστική αίθουσα ασκώντας του μήνυση για σεξουαλική κακοποίηση και συκοφαντική δυσφήμιση.

Η σκηνοθέτιδα Άιβι Μίροπολ μέσα από το ντοκιμαντέρ «Ρώτα την Ι Τζιν / Ask E. Jean» μάς συστήνει την Αμερικανίδα δημοσιογράφο-συγγραφέα. Η 83χρονη σήμερα, E. Jean Carroll, είναι από τις πρώτες που έβαλαν την υπογραφή τους σε περιοδικά όπως το Esquire ή το Playboy τις δεκαετίες ’70-’80, ενώ είχε τη μακροβιότερη στήλη στο Elle με τίτλο “Ask E. Jean” (από το 1993 έως το 2020), που αργότερα μεταφέρθηκε και τηλεοπτικά. Πάντα με όπλο τη δυναμική της προσωπικότητα και το χιούμορ της, σατιρικά και ειρωνικά σχόλια -για πολλούς αμφιλεγόμενα και προκλητικά- αλλά σταθερά μια φωνή που ξεχώριζε, υπέρμαχος της ανεξαρτησίας, της χειραφέτησης των γυναικών.
Το 2019 κατηγόρησε τον Τραμπ ότι το 1996 τη βίασε στα δοκιμαστήρια ενός πολυκαταστήματος της Νέας Υόρκης, κατέγραψε την ιστορία της στο βιβλίο της “What Do We Need Men For? A Modest Proposal” και φωτογραφήθηκε για το περιοδικό New York Magazine με το φόρεμα που φορούσε όταν είχε δεχτεί τη σεξουαλική επίθεση. Η απάντηση που πήρε: “She’s not my type”. Aκολούθησαν τρομακτικά, εξεφτελιστικά σχόλια και απειλές για τη ζωή της. Το 2020 έχασε τη δουλειά της αλλά δεν δίστασε να βρεθεί στη δικαστική αίθουσα παρουσία του κακοποιητή της, να παραδεχτεί ότι ένιωσε ντροπή, φόβο, ενοχή.
Ο Τραμπ καταδικάστηκε στις δύο δίκες που πραγματοποιήθηκαν και κλήθηκε να καταβάλει ως αποζημίωση συνολικά 83,3 εκατομμύρια δολάρια, ποσό μεγαλύτερο και από αυτό που επιβλήθηκε στον O. J. Simpson, όπως σημειώνεται στο ντοκιμαντέρ. Ωστόσο μέχρι και σήμερα, η E. Jean Carroll δεν έχει λάβει ούτε σεντ.
Η σκηνοθέτιδα Άιβι Μίροπολ έχει μιλήσει για τη δυσκολία να βρεθεί διανομή για το ντοκιμαντέρ, αλλά και για πολλούς ανθρώπους που συνάντησαν στη διαδρομή αυτή, ακόμα και Αμερικανούς, που δεν γνώριζαν ότι ο Ντόναλντ Τραμπ είχε κριθεί ένοχος για σεξουαλική επίθεση, ούτε και το όνομα της Carroll. Σκοπός τους λοιπόν, από τον Αύγουστο του 2025, που κυκλοφόρησε το ντοκιμαντέρ, είναι να φωτίσουν αυτόν τον αξιοθαύμαστο αγώνα και να του δώσουν τη φωνή που του αξίζει.
Η Αμερικανίδα σκηνοθέτιδα βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη για τη διεθνή πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ και είπε: «Φτάσαμε σε αυτή την όμορφη, ζωντανή πόλη, όπου γιορτάζονται ο κινηματογράφος και η αλήθεια. Ταυτόχρονα, όμως, ζούμε σε μια δύσκολη εποχή για τον κόσμο, για όλους όσοι νοιαζόμαστε για την αλήθεια, τη δικαιοσύνη και το δικαίωμα να ζούμε ελεύθερα, χωρίς φόβο βίας, εκτοπισμού ή αντιποίνων. Όταν πλησίασα για πρώτη φορά την Ελίζαμπεθ Τζιν για να τη ρωτήσω αν θα συμμετείχε στο ντοκιμαντέρ, μου απάντησε “θα προτιμούσα να φάω το παπούτσι μου”, διότι ακόμη και οι πιο θαρραλέοι υπέρμαχοι της δικαιοσύνης μπορεί να μην θέλουν να γυριστεί μια ταινία για τη ζωή τους. Ωστόσο, επέμεινα και τελικά την έπεισα. Έγινε δική μου ευθύνη να μεταφέρω την ιστορία της, αλλά και να την πείσω πόσο σημαντικό θα ήταν να τη μοιραστεί με όλους μας. Αν ήταν τώρα εδώ μαζί μας, θα μας προέτρεπε αφενός να αγανακτήσουμε, αλλά ταυτόχρονα να παραμείνουμε αισιόδοξοι, να εμπνευστούμε από τον αγώνα της, να γελάσουμε και να απολαύσουμε την ιστορία της. Σας ευχαριστώ για το μεγάλο δώρο που μου κάνετε να βρίσκομαι απόψε εδώ».
Σε έναν κόσμο λοιπόν, που ο Τραμπ πρωταγωνιστεί και είναι η αιτία για πολλά από τα δεινά που τον πλήττουν καθημερινά, το φεστιβάλ έκανε μια ηχηρή επιλογή για την έναρξή του και η Άιβι Μίροπολ μάς γνώρισε μία γυναίκα γεννημένη το ’43 που αξίζει να θυμόμαστε το όνομά της για τη δύναμη που είχε να τοποθετείται στο τότε, να αγωνίζεται στο τώρα και να παραμένει πρωτοπόρα.

Βουβούλα Σκούρα: Αφιέρωμα σε μια καλλιτέχνιδα που βαριέται τον ρεαλισμό
Ένα από τα βασικά αφιερώματα του φετινού φεστιβάλ είναι στη σκηνοθέτιδα Βουβούλα Σκούρα, στην οποία απονέμεται Χρυσός Αλέξανδρος, ενώ παράλληλα θα προβληθούν στις αίθουσες συνολικά 20 έργα της.
Με όσους βρεθήκαμε στην αίθουσα Παύλος Ζάννας εκείνο το απόγευμα, η Βουβούλα Σκούρα μοιράστηκε τη συγκίνησή της κάθε φορά που επιστρέφει στη γενέτειρά της, «στην πατριδούλας της», όπως την αποκαλεί, καθώς και ένα ειλικρινές ευχαριστώ προς το φεστιβάλ καθώς όπως είπε «το είδος των ταινιών που κάνω, το βάζουμε στο ντοκιμαντέρ αλλά δεν είναι ακριβώς ντοκιμαντέρ, μπορώ να πω ότι είναι αντιντοκιμαντέρ κατά κάποιο τρόπο. Έπρεπε όμως κάπου να μπουν, σε κάποιο κουτάκι, με διάφορα προβλήματα αποδοχής ή απόρριψης. Πολλές φορές η απόρριψη είναι για πραγματικούς λόγους, το καταλαβαίνω αυτό.»

Το αφιέρωμα ξεκινά με πέντε μικρού μήκους έργα της, από 1984 μέχρι το 2002, και ήδη απέναντι στα πιο πρώιμα έργα της νιώθεις να βυθίζεσαι σε ένα σύμπαν τόσο ελκυστικό, τόσο πολυεπίπεδο που σε κάνει να στέκεσαι και να παρατηρείς τα υλικά του και τη λειτουργία τους, την εικαστικότητα, την ποιητικότητα, τη ρευστότητα, τους συμβολισμούς, τη μουσική, τα μοτίβα, τη φόρμα που σπάσει διαρκώς, τις εικόνες που εναλλάσσονται, που λειτουργούν σαν παρτιτούρες. Το πολιτικό της σχόλιο πάντα εκεί, να κινείται υπόγεια, όπως λέει η ίδια, άλλωστε όλες μέσα από διαφορετικές φόρμες σχετίζονται με τον πόλεμο. Στα θέματά της η μετανάστευση, ο έρωτας και η αίσθηση του ανήκειν αλλά και σημαντικές προσωπικότητες.
Η «Σκωρία φωτός» (1989), ένα κολάζ από έργα δουλεμένα σε υπολογιστή, που αναπαράγουν ερωτικά σχέδια από την κλασική αρχαιότητα μέχρι σύγχρονες φωτογραφίες και ζωντανές λήψεις, θέτει στο επίκεντρο το δίπτυχο «Έρωτας-Θάνατος». Δημιούργησε μία ταινία για το AIDS με υλικό που ήταν απαγορευμένο τότε. Για εκείνη είναι πολύ συγκινητική ταινία, καθώς πέρα από το ότι βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Δράμας, επιλέχθηκε από το Φεστιβάλ Βερολίνου και προβλήθηκε στις 9 Νοεμβρίου, την Ημέρα της πτώσης του Τείχους του Βερολίνου.

Στο «Mήδεια – Νo commen» (2001) ο Έρωτας είναι η Μνήμη, ενώ η αφήγηση ξετυλίγεται πάνω σε μουσική από την κεντρική Ασία, την οποία η Βουβούλα Σκούρα ηχογράφησε σε ένα ταξίδι της στο Ουζμπεκιστάν. Στο «Φιλοκτήτης – Η πληγή» (2000) το θέμα της βίας μεταμορφώνει το φυσικό πρόσωπο σε κάτι ρευστό, παραπέμποντας στα πορτρέτα του Μπέικον, ενώ στις «Σίβυλλες» (2002) η διπλή εικόνα που χρησιμοποιείται γεμίζει με αναφορές σε μεγάλους ζωγράφους της Αναγέννησης, σε φυσιογνωμίες που καθόρισαν τον 20ό αιώνα –Μπέκετ, Μαν Ρέι, Μπουνιουέλ, Αϊζενστάιν– σε αρχιτεκτονικά μοντέλα –Villa Adriana, Villa d’Este, Καπιτώλιο, Βατικανό, E.U.R.

Στο τέλος γινόμαστε θεατές στην πιο προσωπική ταινία της Βουβούλας Σκούρα, την «Εσωτερική μετανάστευση» (1984). «Είναι μια πολύ δύσκολη ταινία», αναφέρει η σκηνοθέτιδα, «γιατί μιλάω για τον θάνατο, είχα μόλις γυρίσει από μια εγχείρηση για τον καρκίνο, επομένως συναισθηματικά ήμουν στο ότι πιθανότατα θα πέθαινα. Εγκατέλειψα κατά κάποιο τρόπο τη ζωγραφική, παρόλο που είναι πάρα πολύ έντονα ακόμα τα ζωγραφικά και τα γραφιστικά στοιχεία, τα οποία κρατάω ακόμα και τώρα. Κάνοντας αυτή την ταινία αυτό το θέμα του θανάτου το ξεπερνάω και το ενώνω με την ιστορία μιας ζωής».

Το 1950, σε ένα χωριό της Μακεδονίας, τη βλέπουμε 10 ετών· το 1956, στη Θεσσαλονίκη, στα 16 της· και το 1960, ο γάμος της στην Αθήνα σηματοδοτεί μια νέα φάση της ζωής της. Την ακολουθούν ο απόηχος από τον εμφύλιο, το ροκ εντ ρολ, οι ποιητές που αγάπησε· Καρυωτάκης, Πατρίκιος, Εμπειρίκος, τα βιβλία, οι ταινίες.
Η Βουβούλα Σκούρα είμαι μια καλλιτέχνιδα που ακόμα και αν στα έργα της διακρίνονται κάποια ρεαλιστικά στοιχεία σε ένα ποιητικό, ονειρικό πλαίσιο πιστεύει ότι ο ρεαλισμός «πολλές φορές καταδικάζει αυτό που θέλουμε στην πραγματικότητα να πούμε», «κάπου είναι και ένας συντηρητισμός…μπορώ να πω ότι τον βαριέμαι κάπου και εκεί που πάω να κάνω κάτι ρεαλιστικό, το πάω σε άλλες φόρμες, μπορεί να έχω αδυναμία να κάνω την ίδια φόρμα… Δεν είμαι αντίθετη με τον ρεαλισμό, αλλά δεν μπορώ να το κάνω αυτό.»
Αξίζει να σημειωθεί σε συνέχεια της προσπάθειας του Φεστιβάλ για αποκατάσταση σημαντικών ταινιών του ελληνικού κινηματογράφου στο πλαίσιο των αφιερωμάτων που διοργανώνει, οι ταινίες «Εσωτερική μετανάστευση» και «Σκωρία φωτός» θα αποκατασταθούν από το Εργαστήριο Ψηφιακής Αποκατάστασης Ταινιών στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος.
«Ο Ηρακλής, ο Αχελώος και η γιαγιά μου» του Δημήτρη Κουτσιαμπασάκου – Για πρώτη φορά επαυξημένη προσβασιμότητα
To Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης σφραγίζει με μια σημαντική πρωτιά την 28η διοργάνωσή του, καθώς για πρώτη φορά στην Ελλάδα προβλήθηκε ντοκιμαντέρ σε συνθήκες επαυξημένης προσβασιμότητας, με τη χρήση κινηματογραφικών εικονογραμμάτων (FilmpiX), ενισχύοντας ακόμα περισσότερο την εμπειρία θέασης για νευροδιαφορετικούς ανθρώπους. Η προβολή ήταν αισθητηριακά φιλική (sensory friendly), με χαμηλότερο ήχο και φως, με στόχο να μπορούν να την απολαύσουν άτομα που βρίσκονται στο φάσμα του αυτισμού.
Ο λόγος για το ντοκιμαντέρ του Δημήτρη Κουτσιαμπασάκου «Ο Ηρακλής, ο Αχελώος και η γιαγιά μου» (1997), το οποίο δεν επιλέχθηκε τυχαία για αυτή την ειδική προβολή. Όπως σημείωσε ο Θανάσης Παπαντωνόπουλος: «Το συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ επιλέχθηκε να γίνει επαυξημένα προσβάσιμο λόγω της αφηγηματικής του ροής. Σου επιτρέπει να δημιουργήσεις τους υπότιτλους που είδατε, σου επιτρέπει να δημιουργήσεις ακουστική περιγραφή για ανθρώπους με προβλήματα όρασης, γιατί έχει ανάσες στην αφήγησή του. Xωρίσαμε την ταινία σε περίπου 74 ενότητες, τις αναλύσαμε και δημιουργήσαμε εικονογράμματα στο χέρι όπου να επεξηγούν το καθεαυτό κομμάτι».

Ο σκηνοθέτης συγκινημένος για τα 30 χρόνια που συμπληρώνονται από τα γυρίσματα ανέφερε ότι είναι μεγάλη τιμή για την ταινία να προβάλλεται σε αυτό το πλαίσιο, ενώ παράλληλα ευχήθηκε να αντέχει ακόμα μετά από 30 χρόνια και να αρέσει στο κοινό. Τα φώτα σβήνουν και μεταφερόμαστε στο Αρματολικό, ένα ορεινό χωριό της επαρχίας Τρικάλων, ψηλά στα Τζουμέρκα πλάι στην όχθη του Αχελώου, όπου ζει η 89χρονη κυρα-Δήμητρα, η γιαγιά του Δημήτρη Κουτσιαμπασάκου, ο οποίος την επισκέπτεται μαζί μ’ ένα μικρό συνεργείο φίλων. Το Αρματολικό πρόκειται σύντομα να κατακλυστεί από τα νερά του Αχελώου, λόγω του αμφιλεγόμενου φράγματος που κατασκευάζεται στην περιοχή. Πίσω στο σήμερα αυτό το φράγμα παραμένει στην ίδια κατάσταση, δεν έχει λειτουργήσει από τότε και αυτό είναι που κάνει την ταινία να παραμένει εξαιρετικά επίκαιρη, όπως επισημαίνει ο Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος.
«Έξι φορές απαγορεύτηκε η λειτουργία του από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Νομίζω είναι μια ντροπή αυτό το οποίο συνέβη στην περιοχή μας και συνεχίζει να συμβαίνει. Ένα έργο το οποίο από ότι έχει ειπωθεί πολλές φορές δυστυχώς από επίσημα χείλη, πρέπει να λειτουργήσει στις πηγές ενός πανάρχαιου ποταμού, είτε σε κοιτίδες όπου από τα αρχαία χρόνια υπήρχαν μικρές κοινότητες σε ένα απίστευτου κάλλους περιβάλλον. Όλα αυτά δυστυχώς θα πάψουν να υπάρχουν».
Ωστόσο αυτό το φράγμα περικλείει μια πολύ πιο προσωπική ιστορία του σκηνοθέτη, καθώς ο πατέρας του σκοτώθηκε στις πρώιμες εργασίες του, αφήνοντας πίσω τη μητέρα του να πιστεύει ότι έχει θεμελιώσει αυτό το φράγμα, με τον μοναχογιό της και να προσεύχεται στην Παναγία. Το όνομα της εταιρείας που έχει αναλάβει την κατασκευή του φράγματος είναι Ηρακλής. Και κάπως έτσι ανάμεσα σε μνήμες βαριές και τραγικές ειρωνείες, καταλαβαίνουμε γιατί ήταν μια δύσκολη απόφαση η δημιουργία αυτής της ταινίας για τον Δημήτρη Κουτσιαμπασάκο. «Τότε δεν ήταν και τόσο συνηθισμένο να στρέφεις την κάμερα προς τον εαυτό σου στο ελληνικό ντοκιμαντέρ. Ήταν και μια οικογενειακή, αν θέλεις, ιστορία.», επισημαίνει.

Μέσα από την τρυφερή ματιά του παρακολουθούμε τη γιαγιά του να υποδέχεται το συνεργείο με χαρά στον τόπο της, να εξιστορεί τις αναμνήσεις της, να μοιράζεται το παράπονό της, το γέλιο της, να τον φωνάζει «Δημητράκη». Η μνήμη, η συγκίνηση και η οικειότητα διαπερνάει το κάδρο και μας κάνει κομμάτι αυτής της οικογένειας και να συνδεθούμε με αυτό το μοναδικής ομορφιάς φυσικό τοπίο που κουβαλάει έντονα βιώματα.

«Με απασχολεί πάρα πολύ ο τόπος καταγωγής μου. Είναι μια εμμονή μου, μια καλλιτεχνική εμμονή», αναφέρει ο σκηνοθέτης. «Αυτοί οι άδειοι τόποι που έχουμε πίσω μας, οι τόποι καταγωγής μας, μπορούν να πουν πάρα πολύ, να μιλήσουν με έναν πολύ εύστοχο τρόπο για το σήμερα, για το ποιοι είμαστε και πώς γενικότερα οργανώνουμε την κοινωνική ζωή μας. Αυτός είναι ο λόγος που επιστρέφω στον τόπο καταγωγής μου. Όταν γύρισα αυτή την ταινία η γιαγιά μου ήταν 87 ετών. Την έκανα πολύ αγχωμένος τελειώνοντας τις σπουδές μου, γιατί πίστευα ότι η γιαγιά μου θα φύγει από τη ζωή και όλο αυτό δεν θα μπορέσω να το καταγράψω. Η γιαγιά μου έζησε μέχρι τα 100. Είδε την ταινία σε μια πολύ συγκινητική προβολή στην πόλη των Τρικάλων, όπου μαζεύτηκε πάρα πολύς κόσμος σε μια μεγάλη αίθουσα και αισθάνθηκε πάρα πολύ όμορφα.»

Ελληνικά ντοκιμαντέρ – Από την Γκάνα στην Ομόνοια και από εκεί στην Πάρο
Φέτος στις προβολές των ελληνικών ντοκιμαντέρ ταξιδέψαμε. Από την Γκάνα στην Ομόνοια και από εκεί στην Πάρο.
Στο “Bitter Chocolate” του Αλέξανδρου Σκούρα μπαίνουμε στη ζωή μιας παραδοσιακής κοινότητας καλλιεργητών κακάο στην Γκάνα ακολουθώντας το μονοπάτι του κακάο την στιγμή που η εφαρμογή ενός σχεδίου οργανικής καλλιέργειας από έναν Ευρωπαίο επιχειρηματία αφρικανικής καταγωγής θέτει σε δοκιμασία τις δυναμικές εξουσίας εντός της κοινότητας, καθώς και τα όνειρα των νεαρών αγροτών να δραπετεύσουν στην Ευρώπη.
Στα χνάρια των πρωταγωνιστών και κάπου ανάμεσα σε εικόνες που στα μάτια μας μοιάζουν σχεδόν εξωπραγματικές, ακούμε τις ιστορίες τους, τις ανάγκες τους, τις επιθυμίες τους, τα πιστεύω τους, τα όνειρά τους, που τελικά φαίνεται να μην καθορίζονται από ηπείρους.
Σε σχέση με το πώς ξεκίνησε η δημιουργία αυτού του ντοκιμαντέρ ο σκηνοθέτης μοιράζεται μαζί μας: «Το 2023 είχα κάνει ένα επαγγελματικό ταξίδι σε 5 χώρες της Δυτικής Αφρικής. Ανάμεσα στα μέρη που επισκέφτηκα, βρέθηκα για 24 ώρες σε μια απομονωμένη κοινότητα καλλιεργητών κακάο στην περιοχή της Asante South στην Γκάνα. Υπήρχε κάτι πρωτόγνωρο για μένα σε αυτή την κοινότητα, που δεν μπορούσα να εξηγήσω. Εκείνο το ίδιο βράδυ λοιπόν, σκέφτηκα για πρώτη φόρα ότι θέλω να ξανάρθω, να κάνω ντοκιμαντέρ, όπου θα έχω τον χρόνο να παρατηρήσω αυτή την κοινότητα».
Η κάμερα είναι σαν να μην υπάρχει, καθώς αποφάσισαν να κινηματογραφήσουν αφήνοντάς τους να μιλήσουν στην τοπική διάλεκτο με αποτέλεσμα να προκύψουν πολύωρες σκηνές στις οποίες δεν καταλάβαιναν τι έλεγαν αλλά που τελικά κατάφεραν να αιχμαλωτίσουν την αυθεντικότητά τους, συζητήσεις ποτισμένες με την ταυτότητά τους: «Στο τέλος πιστεύαμε πως ό,τι και να έλεγαν, για τον καιρό, για το κακάο, για τις εκλογές και τα προβλήματά τους, αυτό που θα βρίσκαμε ψάχνοντας τη μετάφραση, θα εκδήλωνε αυτό που πραγματικά είναι η κοινότητα αυτή».
Και όσο οι εικόνες και τα λόγια τους περνούν μπροστά από τα μάτια σου, δεν μπορείς να μην σταθείς στο ότι παρά τις σκληρές συνθήκες στις οποίες ζουν και τις ελλείψεις που έχουν σε αγαθά πρώτης ανάγκης, όπως π.χ. το νερό, αυτό δεν σταματά την επιθυμία τους να αποκτήσουν υλικά αγαθά που για εμάς μπορεί να είναι δεδομένα, όπως π.χ. ένα αυτοκίνητο, αλλά και να ονειρευτούν.
«Έχουμε μια λανθασμένη αντίληψη ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν τις ανάγκες που έχουμε και εμείς», σημειώνει ο σκηνοθέτης Αλέξανδρος Σκούρας. «Είναι πράγματα τα οποία βλέπουν ότι όλοι απολαμβάνουν και αναρωτιούνται γιατί όχι και εγώ. Είναι πολύ δυτική ματιά το να πιστεύουμε γι’ αυτούς ότι είναι μια χαρά έτσι και ότι καλό είναι να μην χαλάσουν αυτό που έχουν».

Και από την καρδιά της Γκάνας πίσω στην καρδιά της Αθήνας, στην Ομόνοια και τις δικές της ιστορίες αποτυπωμένες σε φιλμ. Η «Πλατεία αοράτων» του Θεόδωρου Σελέκου φωτίζει από ψηλά αυτή την πλευρά του κέντρου της πόλης, διασχίζει τα στενά της και προβάλλει τα ίχνη της, τις μνήμες της μέσα από μία ονειρική σχεδόν ματιά. Το γύρισμα απαιτούσε ένα μικρό crew αλλά και πολλή προσοχή έτσι ώστε να μην λειτουργήσει παρεμβατικά. Η παύση και η σιγή πρωταγωνιστεί, σε σημεία η χρήση της μουσικής δίνει την κορύφωση, ενώ μας καθοδηγεί η αφήγηση, που πριν το τέλος μας αποκαλύπτεται ότι είναι βασισμένη σε κείμενα που βρέθηκαν στην Ομόνοια, και για λίγο μπαίνουμε στους κόλπους της δημιουργίας, καθώς βλέπουμε φωτογραφίες με αποσπάσματα από τα κείμενα.
Ο Θεόδωρος Σελέκος λειτουργεί πιο διαισθητικά, όπως λέει. «Είχα υπάρξει σε αυτό το περιβάλλον λόγω ενός γυρίσματος και είχα παρατηρήσει την πλατεία από πολύ ψηλά. Μπορούμε να περάσουμε από την πλατεία και όταν είσαι στο ίδιο επίπεδο δεν παρατηρείς τους ανθρώπους, αλλά από ψηλά μπορείς να τους δεις κάπως. Αυτό ήταν το πρώτο ψήγμα που με ιντρίγκαρε στο να εξερευνήσω παραπάνω την περιοχή. Μου άρεσε πολύ το πλαίσιο του ότι μπορεί να βρεθείς σε πολλά μέρη που να μην υπάρχει απουσία ζωής, να έχει μείνει κάποια ενέργεια, την οποία ένιωσα ότι ήθελα να εξερευνήσω. Και όταν βρήκα τα κείμενα, βρήκα τη φωνή σε αυτά τα μέρη», εξηγεί σε σχέση με το τι πυροδότησε αυτό το ντοκιμαντέρ.
Και συμπληρώνει: «Υπήρχαν κείμενα τα οποία ταίριαζαν πολύ μεταξύ τους. Ήταν δύσκολο να τα καταλάβεις όλα. Κάποια έβγαζαν πιο πολύ την αίσθηση του φόβου, την αίσθηση παρακολούθησης, κάποια άλλα ήταν πιο αλληγορικά, ήταν πιο ποιητικά και κάποια άλλα είχαν ένα πιο παρανοϊκό ύφος. Άρα μέσω αυτής της συλλογής των κειμένων, χτίστηκε η δραματοποίηση της ταινίας».

Και από τον αστικό ιστό, η Νικολέτα Λεούση και η Ειρήνη Στείρου έρχονται να μας μεταφέρουν στην Πάρο, στον παραδοσιακό οικισμό της Μάρπησσας. Μία πρόσκληση του συλλόγου Διαδρομές στη Μάρπησσα της έκανε να ταξιδέψουν εκεί και να σκηνοθετήσουν τις «Αναπαραστάσεις», που κινούνται γύρω από ένα θρησκευτικό θέαμα που ακολουθούν οι ντόπιοι, βαθιά ριζωμένο στη μνήμη τους και που παλεύουν να διατηρήσουν.
Τη Μεγάλη Παρασκευή, όλες οι καθημερινές εργασίες σταματούν, γιατί οι Μαρπησσαίοι κουβαλούν σταυρούς, σιδερώνουν στολές Ρωμαίων στρατιωτών, προσπαθούν να αποφασίσουν αν το γκρενά ταιριάζει περισσότερο στον Χριστό ή στον Ιούδα. Οι γυναίκες του χωριού ενορχηστρώνουν ένα θρησκευτικό θέαμα για το πλήθος επισκεπτών του νησιού.

Τις βλέπουμε σε όλη τη διαδικασία του στησίματος και είναι σαν να δημιουργούν και να τοποθετούν σε σημεία του χωριού ζωντανούς πίνακες που αναπαριστούν σκηνές από τα Πάθη του Χριστού, την Σταύρωση, την Ταφή και την Ανάσταση κ.α. Αυτό που κρατά το βλέμμα σου είναι η αφοσίωσή τους, η χαρά τους, το γέλιο και η σοβαρότητα που έχουν, και η ομαδικότητα με την οποία υφαίνουν κομμάτι κομμάτι αυτό το θέαμα.
«Τα κάνουν όλα μόνες τους, αν και απ’ ότι φαίνεται το έχουν ψάξει αρκετά, εμπνέονται από ταινίες, από τον Ιησού της Ναζαρέτ που όλοι έχουμε δει, και από εικόνες που υπάρχουν στις εκκλησίες, αλλά είναι όλο δικό τους. Όλο το χωριό συμμετέχει και πηγαίνει κάπως από γενιά σε γενιά. Κάθε οικογένεια έχει αναλάβει μια αναπαράσταση, ένα από τα πάθη του Χριστού», εξηγούν οι σκηνοθέτιδες.
«Με εντυπωσίασε η απλότητα, η προσέγγιση αυτών των ανθρώπων σε κάτι που είναι πολύ μεγάλο, όπως είναι τα Θεία Πάθη. Το αντιμετώπιζαν πιο πολύ σαν μάνες δηλαδή, όλες ταυτισμένες με την Παναγία, παρά σαν πιστοί που παρατηρούν κάτι πολύ μεγάλο. Κατάλαβα ότι ήθελα πολύ να ερευνήσω αυτές τις γυναίκες που είναι σαν τη μαμά μου ή η γενιά της μαμάς μου και πώς μιας και εγώ δεν πιστεύω, εκείνες βρίσκουν έναν δρόμο για την πίστη τους μέσα από αυτά τα έθιμα, αυτές τις παραδόσεις και την κρατάνε ζωντανή. Τον βρίσκω πάρα πολύ αθώο τον τρόπο που το προσεγγίζουν και πολύ ωραία την αίσθηση της κοινότητας. Νομίζω κάπως μ’ αυτό βρίσκουν το θαύμα του Πάσχα», σημειώνει η Νικολέτα Λεούση με την Ειρήνη Στείρου να συμπληρώνει:
«Θεωρώ ότι για εμάς ήταν μια σπουδή πάνω στην ίδια την έννοια της αναπαράστασης, δηλαδή πώς κάποιες εικόνες που τις έχουμε δει και τις έχουμε ξαναδεί και στην εικονογραφία της εκκλησίας αλλά και στην ποπ κουλτούρα, έρχονται αυτές οι γυναίκες που ζουν σε ένα χωριό να τις μεταφράσουν και να τις αποτυπώσουν. Εμείς προσπαθήσαμε να τις τσιγκλίσουμε, όπως βλέπεται στην ταινία, τους δείξαμε και λίγο Παζολίνι, αλλά δεν “μάσησαν”, ξέρουν τι κάνουν».
Προσωπικότητες που σφράγισαν εποχές, που ενέπνευσαν με την τέχνη τους και άλλες που στοχοποιήθηκαν
Στο κάδρο των ξένων σκηνοθετών αμφιλεγόμενες προσωπικότητες που σφράγισαν εποχές με το έργο τους, άλλες εμβληματικές που ενέπνευσαν με την τέχνη τους και άλλες που στοχοποιήθηκαν.
Η Μάρτα Τορεσίγιας είναι η «Επαναστάτρια» της Anna M. Bofarull, θύμα αστυνομικής βίας όταν την 1η Οκτωβρίου 2017, κατά τη διάρκεια του δημοψηφίσματος για την ανεξαρτησία της Καταλονίας, η αστυνομία την έσυρε βίαια από ένα εκλογικό κέντρο της Βαρκελώνης στο πλησιέστερο Τμήμα. Η εικόνα και το ηχητικό της μήνυμα έγιναν viral μέσα σε λίγες ώρες, μετατρέποντάς την διεθνώς σε σύμβολο εναντίωσης στην κρατική καταστολή. Μερικές μέρες αργότερα, όταν η έκθεση των εμπειρογνωμώνων κατέληξε ότι δεν είχε υποστεί καμία σωματική βλάβη, η Μάρτα έγινε στόχος άγριων αντιδράσεων από τα μέσα ενημέρωσης. Η Μάρτα έχοντας δεχθεί παρενόχληση και απειλές και έχοντας διαγνωστεί με PTSD, ξεκίνησε έναν αγώνα για να αποκαταστήσει το όνομά της και να ανακτήσει την αξιοπρέπειά της.
Η Anna M. Bofarull την γνώρισε σε μια φάση που βίωνε την κοινωνική απομόνωση. Ακούμε τη φωνή της στο ντοκιμαντέρ να λέει ότι όταν της περιέγραψε τι της συνέβη την πίστεψε χωρίς δισταγμό, ότι οι αστυνομικοί έσπασαν τα δάχτυλα του χεριού της και έπιασαν το στήθος της.
«Όταν έγινε viral το βίντεό της ουσιαστικά έγινε ένα σύμβολο αυτού του αγώνα. Αλλά όλα άλλαξαν δύο μέρες αργότερα όταν βγήκε στα κανάλια και την έβγαλαν ψεύτρα. Οπότε όλο το κίνημα δεν ήθελε να την χρησιμοποιήσει πλέον ως ήρωά του. Το κίνημα ουσιαστικά της είπε ότι καταστρέφει τον αγώνα με αυτόν τον τρόπο, ότι όλη η διεθνής κοινότητα δεν θα τους παίρνει πλέον στα σοβαρά, οπότε έπρεπε να την απομονώσουν. Βέβαια μετά βρήκε μια ομάδα και εγώ και εκείνοι που ήταν διατεθειμένοι να ακούσουν και τη δική της πλευρά, αλλά ήταν αρκετά δύσκολο πια», εξηγεί η σκηνοθέτιδα.
Η Anna M. Bofarull είναι παρούσα με τη ματιά αλλά και τη φωνή της, την ακολουθεί με την ευαισθησία και την στήριξη της στους αγώνες για το θέμα της αυτοδιάθεσης της Καταλονίας αλλά και στον προσωπικό της αγώνα, από τον δρόμο, μέχρι το σπίτι στην οθόνη του υπολογιστή της, αντιμέτωπη με μηνύματα και σχόλια που συνετέλεσαν στο τραύμα της. Για δύο χρόνια απλώς την άκουγε και κάπου εκεί κρύβεται η ουσία αυτού που κατάφερε στο ντοκιμαντέρ της. Να αποτυπώσει ένα τραύμα συλλογικό να γίνεται προσωπικό, το πόσο εύκολα σήμερα σε χρόνο μηδέν μπορείς να βρεθείς στην άλλη πλευρά της ιστορίας, το πώς μπορεί ο αγώνας να εξελιχθεί για μια γυναίκα.
«Πιστεύω ότι δεν θα συνέβαινε το ίδιο εάν ο πρωταγωνιστής ήταν ένας άντρας», υπογραμμίζει η σκηνοθέτιδα. «Βλέπουμε πως μία μόνο στιγμή στη ζωή της άλλαξε τόσο πολύ και επηρέασε την ψυχική και τη σωματική της λειτουργία. Γιατί οι εγκυμοσύνες που είχε μετά με τα ατυχήματα και τα προβλήματα που αντιμετώπισε, οφείλονται σε αυτό».

Στα επόμενα λεπτά προβολής μεταφερόμαστε στην πόλη του Μπέρμιγχαμ της Αλαμπάμα, «τη μαγική πόλη» του Sun Ra.
Στις 22 Μαΐου 1914 ο Χέρμαν Πουλ Μπλάουντ αφίχθη στη Γη, στο Μπέρμιγχαμ της Αλαμπάμα. Πολλά χρόνια αργότερα θα γινόταν γνωστός ως Sun Ra και θα εξελισσόταν σε έναν από τους πιο εμβληματικούς και παραγωγικούς τζαζ μουσικούς του 20ού αιώνα, καθώς και στον ιδρυτή μιας παράξενης συμπαντικής φιλοσοφίας. Η «μαγική του πόλη», το Μπέρμιγχαμ, ήταν μια φυλετικά διαχωρισμένη πόλη στον βιομηχανικό Νότο. Αν και φαινομενικά εχθρική, έγινε το εύφορο έδαφος για την ανάπτυξη της μυστικιστικής σκέψης και της μουσικής του Σαν Ρα, που είδε στην πόλη του έναν εκπληκτικό κόσμο γεμάτο οιωνούς. Σε ηλικία 32 ετών, όμως, την άφησε για το Σικάγο και δεν επέστρεψε παρά μόνο το 1992, λίγο πριν από τον θάνατό του.
Ο Γκιγιόμ Μοπέν και ο Πάμπλο Γκουαρίς δημιουργούν ένα «αντι-μουσικό ντοκιμαντέρ» σε κεφάλαια με τίτλο «Η μαγική πόλη – Το Μπέρμιγχαμ του Σαν Ρα». «Tο να κάνεις μια ταινία για τον Sun Ra προτού γίνει Sun Ra και μετατραπεί στη φιγούρα που ξέρουμε, είχε μόνο του κάποιες σημαντικές δυσκολίες. Στην πραγματικότητα θα ήθελε 11 ώρες και θα ήταν πάρα πολύ λίγες και πάλι, οπότε έπρεπε να βρούμε έναν άλλο τρόπο διαχείρισης», σημειώνουν οι σκηνοθέτες.
Στόχος τους δεν ήταν να κάνουν κάποιο ψυχογράφημα, αλλά «να δείξουν πως ενώ ο Sun Ra φαίνεται να έχει έρθει από τον Κρόνο, στην πραγματικότητα έχει ρίζες πολύ στον τόπο και αυτός είναι ο λόγος που χρησιμοποίησαν και διαφορετικά στοιχεία, όπως η μουσική της παράδοσης της Big Bang Orchestra, και να μας κάνει να νιώσουμε με έναν τρόπο το ηχοτοπίο».
Χρησιμοποιούν ποικίλες τεχνικές και υλικά. Φιλμ 16 χιλιοστών, υλικό από VHS, φιλμ από τα τέλη της δεκαετίας του ’70, μια φόρμα που θυμίζει μυθιστόρημα ενηλικίωσης, χωρισμένο σε κεφάλαια. Παρά τη σφιχτή δομή, την ελευθερία και το αυτοσχεδιαστικό στοιχείο δεν λείπει, κάτι που όπως λένε αντικατοπτρίζει τον τρόπο που δούλεψαν για το ντοκιμαντέρ. Τρεις Βέλγοι που βρεθήκαν στο Μπέρμιγχαμ και σε μια διαδικασία διαρκώς να επινοούν λύσεις σε DIY κλίμα και να προσπαθούν να πείσουν την κοινότητα για το τι ακριβώς κάνουν.
Και κάπου ανάμεσα στις μελωδίες που διατρέχουν όλη την ιστορία, την ενέργεια της μουσικής του κοινότητας και τις διαφορετικές πτυχές της γεμάτης από αντιθέσεις μαγικής του πόλης μοιάζει σαν να ταξιδεύουμε στον χρόνο, όπως έκανε και εκείνος, αλλά κυρίως στην καρδιά της καλλιτεχνικής του ύπαρξης.
Ο Γκιγιόμ Μοπέν δεν παρέλειψε να μιλήσει και για το κομμάτι της Μαρίκας Παπαγκίκα, που ακούγεται στο ντοκιμαντέρ. Πρόκειται για ένα κομμάτι που αρέσει πολύ και όταν το ανακάλυψε σκέφτηκε πως θα μπει σε κάποια ταινία οπωσδήποτε, ανεξαρτήτως του θέματος. Δόθηκε αυτή η ευκαιρία εδώ και ανταποκρίνεται σε μια πραγματικότητα της ζωής του Sun Ra, καθώς έλεγε πως έζησε τελικά σε μια γειτονιά ανάμεσα σε λευκούς, ανάμεσα σε Ιταλούς, Έλληνες και Εβραίους, οπότε βρέθηκε μια σύνδεση με το ρεμπέτικο. Ο Sun Ra άλλωστε θάφτηκε ανάμεσα σε Έλληνες, όπως φαίνεται από τα ελληνικά ονόματα σε μια σκηνή στο νεκροταφείο.

Το «Η πραγματικότητα δεν είναι αρκετή» του Πολ Σουνγκ έρχεται για να μας υπενθυμίσει ότι τα πάντα μπορούν να γίνουν ντοκιμαντέρ, ακόμα και το τριπ ενός από τους από τους μεγαλύτερους εκπροσώπους της σκωτσέζικης λογοτεχνίας. Ο λόγος για τον Ίρβιν Γουέλς, ο οποίος στη διάρκεια της περιοδείας του στον Καναδά για την προώθηση του νέου του βιβλίου, βρέθηκε σε ένα ειδικό θεραπευτικό κέντρο για ένα ταξίδι στον κόσμο των ψυχεδελικών δοκιμάζοντας DMT, ενώ εμείς βυθιζόμαστε στο μυαλό του. Το πορτρέτο του Γουέλς συμπληρώνουν αναγνώσεις αποσπασμάτων των έργων του από φανατικούς αναγνώστες του, μεταξύ άλλων από τον Νικ Κέιβ και τον Λίαμ Νίσον.

Ο σκηνοθέτης διατηρεί φιλικές σχέσεις με τον Ίρβιν Γουέλς και η ιδέα, όπως είπε μετά το τέλος της προβολής, προέκυψε μια Κυριακή απόγευμα που πήγαν να δουν ένα ντοκιμαντέρ για τους The Velvet Underground και κάπως έτσι προέκυψε η ερώτηση: «Θα έκανες ντοκιμαντέρ για τη ζωή σου; Μου απάντησε, “όχι ακριβώς, αλλά θα ενδιαφερόμουν. Μήπως να το σκηνοθετήσεις;” Οπότε δεν χρειάστηκε και πάρα πολύ κόπο για να τον πείσω και ιδιαίτερα για να κάνουμε τη σκηνή με το DMT. »
Η κινηματογράφηση της συνολικής εμπειρίας ήταν 45 λεπτά και ο προβληματισμός του επικεντρώθηκε στο πώς θα μεταφραστεί στην οθόνη, γι’ αυτό και επέλεξε το βίντεο. «Θεωρούσαμε ότι είναι αδύνατο να παρουσιάσεις κινηματογραφικά με ακρίβεια ένα παραισθησιογόνο ταξίδι. Αυτό που θέλησα να κάνω είναι να τον δούμε να περπατάει μέσα στις μνήμες του και αυτό που ήξερα από την αρχή ότι ήθελα ήταν τα εξής: ένα σκοτεινό μέρος, τρεις οθόνες πάνω στις οποίες θα προβάλλονται στη μία εικόνες από το έργο του, στην άλλη οι εικόνες από τις ταινίες του και στην τρίτη πλάνα από τα νεανικά του χρόνια. Το λευκό σακάκι μάς βοηθούσε να λειτουργεί πάνω του η προβολή. Ήθελα να είναι και λίγο δυστοπικό όλο αυτόν τον τρόπο που θα το παρουσιάσουμε».

Το 28o Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης φτάνει στο τέλος του, οι γερανοί παραμένουν στο Λιμάνι, με χρώματα ή χωρίς, και εμείς κρατάμε στη δική μας μνήμη τις ιστορίες και τους καλλιτέχνες που από τη μεγάλη οθόνη ακούμπησαν την ψυχή μας. Και στα επόμενα…
The post «Όλη η μνήμη του κόσμου» στις μεγάλες οθόνες του 28oυ Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης – Όλα όσα ζήσαμε τις πρώτες μέρες στις αίθουσες appeared first on ελculture – Θέατρο, Μουσική, Τέχνη & Πολιτισμός.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...