Το επίθετο οργουελικός (ή οργουελιανός) δημιουργήθηκε κάποτε ως συνώνυμο του δυστοπικός. Σήμερα όμως βρισκόμαστε στο 2026, 78 χρόνια μετά τη συγγραφή του «1984» και 42 χρόνια μετά το έτος στο οποίο διαδραματίζεται (για την ακρίβεια μετά το έτος στο οποίο ίσως διαδραματίζεται, καθώς με το διαρκές ξαναγράψιμο του ιστορικού παρελθόντος από το καθεστώς, ακόμη και οι ημερομηνίες μπορεί να έχουν αλλοιωθεί). Σήμερα όμως βρισκόμαστε στο 2026 και θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε δύο βασικές διαφορές του κόσμου μας με τον κόσμο του μυθιστορήματος του Τζορτζ Όργουελ, διαφορές ενδεχομένως ικανές να μας κάνουν να ξανασκεφτούμε τα περί δυστοπίας.
Πρώτον, αν ένα καθεστώς είναι, όπως στο «1984», φουλ απολυταρχχικό, τότε ακόμα και αν δεν υπάρχει ενεργή εναντίον του αντίσταση, τουλάχιστον δεν έχει την έξωθεν καλή μαρτυρία, τουλάχιστον επικρατεί με μεθόδους κατακριτέες. Επικρατεί επειδή το θέλει το ίδιο, επειδή επιβάλλει τη δική του θέληση στους πολίτες του. Δεν κερδίζει επανανομιμοποίηση κάθε λίγα χρόνια, δεν κερδίζει εκλογή και μετά επανεκλογή (μια εκλογή και μια επανεκλογή στην περίπτωση Τραμπ, ενώ στην περίπτωση Νετανιάχου έχει εκλεγεί τόσες φορές που έχει χαθεί το μέτρημα). Το κακό βρίσκεται στο καθεστώς, η κοινωνία που το υφίσταται είναι το θύμα του και όχι η τρόπον τινά πηγή του.
Δεύτερον, στο οργουελιανό καθεστώς τους ενδιέφερε να κάνουν το μυαλό των πολιτών τους πουρέ, τους ενδιέφερε πρωταρχικά και υπαρξιακά, τους ενδιέφερε να υπάρχει μια αφήγηση, ακόμα κι αν ανασκεύαζαν διαρκώς το ιστορικό παρελθόν, ακόμα κι αν ένα πράγμα σήμαινε το αντίθετό του. Από την αστυνομία σκέψης ως το newspeak και το doublethink, ήταν σαφές πως είχαν διαρκώς το νου τους στον έλεγχο του νου των εξουσιαζομένων. Είναι σημαντικό να έχεις σημασία, είναι σημαντικό να ενδιαφέρονται να κατακτήσουν το μυαλό σου, έστω και βασανίζοντάς σε. Σε υπολογίζουν και σε φοβούνται. Η βασική σχέση εξουσίας – λαού παραμένει ζωντανή.
Όπως λέει και ο τίτλος του ντοκιμαντέρ του Ραούλ Πεκ («Όργουελ: 2+2=5»), στο καθεστώς του «1984» προσπαθούσαν τουλάχιστον να σε πείσουν ότι δύο συν δύο κάνουν πέντε. Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει πάψει προ πολλού να βγάζει οποιοδήποτε νόημα, αλλά δεν διαγράφεται από τα αρχεία αυτό που είπε πριν πέντε λεπτά, προκειμένου να είναι συνεπές με εκείνο που λέει τώρα. Δεν έχει πια καμία σημασία αυτό που λέει τώρα να φαίνεται έστω και πλαστά συνεπές με εκείνο που έλεγε πριν. Δεν χρειάζεται να πείσει κανέναν για τίποτα. Όποιος τον γουστάρει, τον γουστάρει, όποιος τον μισεί, τον μισεί. Βρίσκεται κάπου εντελώς αλλού, σε έναν χώρο κι ένα μήκος κύματος δικό του. Καβάλα το κύμα ή μην το καβαλήσεις, δεν έχει σημασία, έχει στα χέρια του την εξουσία. Αλλά δεν χρειάζεται να πάμε τόσο μακριά, μπορούμε να κοιτάζουμε και τα του οίκου μας: στη χώρα μας -κι αφήνοντας όλα τα υπόλοιπα σκάνδαλα στην άκρη- στην περίπτωση των υποκλοπών έχουν σταματήσει προ πολλού να προσπαθούν να σε πείσουν για οτιδήποτε. Δεν τους αφορά πλέον το θέμα, ό,τι κι αν έχει βγει στο φως, όσες δικαστικές αποφάσεις κι αν βγήκαν, ό,τι κι αν είναι αυτό που νιαουρίζει στα κεραμίδια. Και πάρα πολύ ασχολήθηκαν δηλαδή. Ναι, αν για κάτι μπορεί αναδρομικά να μετανιώνουν είναι για αυτό: θα έπρεπε να είχαν ασχοληθεί λιγότερο, θα έπρεπε να είχαν προσπαθήσει λιγότερο να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα. Λειτούργησε αρχικά ένα ανακλαστικό παλαιότερων πολιτειακά, πολιτικά και πολιτιστικά εποχών, μια δύναμη αδράνειας που τους έκανε να πιστεύουν ότι θα έπρεπε να δώσουν κάποιες εξηγήσεις. Λάθος τους. Το μόνο.
Και βέβαια, στη σύγκριση των μεγεθών τα εγχώρια είναι πραγματικά πταίσματα γιατί δεν σκοτώνονται άνθρωποι (αν βγάλουμε φυσικά από την εξίσωση όσους λαθρανθρώπους πνίγονται στα θαλάσσια σύνορά μας ή και έξω από αυτά, όχι μόνο στα όποια μικρά διαλείμματα ειρήνης, αλλά ακόμα και σε εποχές πολέμου που κατά τα άλλα στηρίζουμε, μην τυχόν όμως και τολμήσει κανείς βομβαρδιζόμενος να έρθει προς τα εδώ, θα αμυνθούμε σθεναρά εναντίον της εισβολής του). Ας μείνουμε λοιπόν σε δυο άλλες μη απολυταρχικές κυβερνήσεις, ας πάρουμε δύο άλλες δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις, αυτή των ΗΠΑ κι εκείνη του Ισραήλ, δυο άλλες κυβερνήσεις κρατών που παράγουν τεράστιο αριθμό νεκρών με τους πολέμους τους.
Και από το γενικότερο ερώτημα τι κόσμος είναι αυτός, μπορούμε να πάμε στο πολύ ειδικότερο, με τις πολύ πιο συγκεκριμένες διαστάσεις του: τι πόλεμος είναι αυτός ο τελευταίος στο Ιράν, που έχει εξαπλωθεί σε ένα σωρό χώρες και οι οικονομικές επιπτώσεις του οποίου είναι ήδη παγκόσμιες, με τις προβλέψεις σε περίπτωση συνέχισής του να είναι εφιαλτικές; Εδώ πια δεν είναι Γάζα να είναι μόνο ηθικό το θέμα, εδώ πια δεν είναι το ζήτημα του πώς τοποθετείσαι πολυτελώς απέναντι σε μια γενοκτονία εις βάρος άλλων. Εδώ μας αφορά εκεί που μας πονά περισσότερο εμάς ως παρατηρητών πολέμων που διεξάγονται αλλού: στην τσέπη μας. Αντιδράμε κάπως; Αφού δεν έχουμε απολυταρχικά καθεστώτα, τι μας εμποδίζει άραγε; Νιώθουμε ανίσχυροι; Μας κερδίζει η ματαιότητα; Είναι ο κομφορμισμός και η απροθυμία να πληρώσουμε οποιοδήποτε κόστος σύγκρουσης;
Ίσως λοιπόν είναι καιρός να αρχίσουμε να χρησιμοποιούμε το επίθετο οργουελικός όχι ως συνώνυμο της δυστοπίας, αλλά ως περιγραφή ενός κόσμου λιγότερο απελπιστικού από τον δικό μας, ενός κόσμου στον οποίο το κακό ερχόταν ως απολυταρχία και όχι ως δημοκρατική επιλογή και την ίδια ώρα ενός κόσμου στον οποίο η εξουσία, παρότι απολυταρχική, θεωρούσε ότι πρέπει να κοιτάει προς τους υπηκόους της, που ακόμα κάπου τους υπολόγιζε, τους φοβόταν, θεωρούσε ότι είναι δουλειά της να έχει αλωμένα τα μυαλά τους.
Δεν θα ζούσαμε σε έναν απείρως καλύτερο κόσμο αν ο Ντόναλντ Τραμπ είχε έρθει με άλλο τρόπο στην εξουσία και όχι ως εκλεγμένος από την πλειοψηφία του αμερικάνικου λαού δυο ως τώρα φορές (και είναι άγνωστο αν θα επιχειρήσει, παρότι συνταγματικά δεν έχει τέτοιο δικαίωμα, και τρίτη); Kαι βασικά, για να μην ξεχνιόμαστε, προτού ο Τραμπ θριαμβεύσει εκλογικά, θριάμβευε επί πολλές δεκαετίες στο πολυφιλημένο πεδίο του νεοφιλελευθερισμού και της ελεύθερης αγοράς. Δεν θα ζούσαμε σε έναν απείρως καλύτερο κόσμο αν οι τόσο πιο πλούσιοι δεν ήταν και τόσο λαλημένοι; Δεν θα ζούσαμε σε έναν απείρως καλύτερο κόσμο αν ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου είχε επιβληθεί στην κοινωνία του Ισραήλ ως απολυταρχικός εφιάλτης και δεν είχε αναβαπτιστεί σε πολλαπλές εκλογικές διαδικασίες από το τέλος του εικοστού αιώνα μέχρι και τώρα, αν τα δικά του εγκλήματα πολέμου δεν ήταν κατ’ επέκταση και δικά της, αν δεν την καθιστούσε συνένοχο σε όλη αυτή την ιστορική ντροπή, σε όλη αυτήν την ειρωνεία της Ιστορίας και την αντιστροφή των ρόλων θύματος – θύτη;
Και σε κάθε περίπτωση, επειδή φοριόταν μέχρι πρότινος πάρα πολύ το επιχείρημα περί μοναδικής δημοκρατίας στη Μέση Ανατολή κλπ, αφήνοντας στην άκρη ότι ακόμα και μια τέλεια εσωτερική δημοκρατία δεν μπορεί να λογίζεται ως υπέρτερη αξία αν η συγκεκριμένη δημοκρατική πολιτεία διεξάγει γενοκτονίες, καμία δημοκρατία δεν μπορεί να λειτουργεί με όρους απαρτχάιντ για τους πολίτες της, απαρτχάιντ το οποίο πλέον φτάνει μέχρι και τη θέσπιση θανατικής ποινής. Και τελικά, για να μην παρεξηγηθώ, δεν θα ζούσαμε σε έναν απείρως καλύτερο κόσμο, αν η πολεμική πολιτική του Τραμπ και του Νετανιάχου, είχαν ξεφυτρώσει από το πουθενά και δεν αποτελούσαν μια -έστω διεστραμμένη και ακραία- εξέλιξη μιας διαχρονικής εξωτερικής πολιτικής και μιας διαχρονικής ατιμωρησίας από το όποιο σύστημα διεθνούς δικαίου;
Πέρσι είχαμε την ευκαιρία να δούμε ένα πάρα πολύ σημαντικό πολιτικό ντοκιμαντέρ, το «Σάουντρακ για ένα Πραξικόπημα». Το «Όργουελ:2+2=5» μπορεί να μη φτάνει στο δικό του -ούτως ή άλλως δυσθεώρητο- κινηματογραφικό ύψος, μπορεί να μην μας προσφέρει κάποια πρωτόγνωρη θέαση του κόσμου η οποία θα ανατινάξει το μυαλό μας (όπως έκανε, κάνει και θα κάνει το αριστούργημα του Όργουελ), ωστόσο είναι σαφώς ένα ντοκιμαντέρ που αξίζει να δει κανείς. Κι επίσης δεν είναι και καθόλου σίγουρο μέχρι πότε τα αυτονόητα θα συνεχίσουν να είναι τέτοια. Αξίζει να τα λες και να τα δείχνεις, είτε έχει αποτέλεσμα είτε όχι. Και σε κάθε περίπτωση η πολιτική μας δράση ιδεατά δεν θα έπρεπε να συνδεόταν με σκέψεις περί ματαιότητας. Όταν οι πάρα πολλοί σκέφτονται ότι δεν έχουν στα χέρια τους δύναμη, τότε η παραίτηση στο μυαλό τους από τη δύναμη που συλλογικά έχουν μετατρέπεται σε αυτοεκπληρούμενη προφητεία.
The post «Όργουελ: 2+2=5» του Ραούλ Πεκ: Το «1984» ως ουτοπία appeared first on ελculture – Θέατρο, Μουσική, Τέχνη & Πολιτισμός.
Διαβάστε περισσότερα
