Τελευταία νέα
Χίος: Πρόταση για 6+3 ακτοπλοϊκά δρομολόγια την εβδομάδα Τσουκαλάς: Η κυβέρνηση μπορεί να μειώσει άμεσα την εισφορά αλληλεγγύης συνταξιούχων – Δεν θέλει Προειδοποίηση για βόμβα σε αεροσκάφος από το Δουβλίνο προς τη Ρώμη – Προσγειώθηκε στο Παρίσι Ο Γιάνης Βαρουφάκης καταγγέλλει πως τράπεζα στο Βέλγιο έκλεισε λογαριασμό του DiEM25 – «Το κάρμα σε τρελά κέφια» σχολιάζουν στο Χ ΟΦΗ: Να φανεί… σοφότερος κόντρα στην Μπερ Σεβά Τσουκαλάς: «Η κυβέρνηση να προχωρήσει άμεσα σε μείωση της εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων» Υπόθεση «Χωριάτικου»: Η απάντηση του Πιτσιλή για το έγγραφο με τα ονόματα 25 υπαλλήλων της ΑΑΔΕ Πιερρακάκης: Νομοσχέδιο που θέτει κανόνες στους servicers και ενδυναμώνει τους πολίτες ΝΔ: 11 νέα πρόσωπα στα ψηφοδέλτια του 2027 Ντόρα Μπακογιάννη: «Τα έχουν λίγο παίξει» στην ΕΛΑΣ – Τι είπε για τον Τσίπρα Χωρίς αεροδρόμιο μένει η Χίος: Καμία απάντηση για το μέλλον των 40 εργαζομένων λίγο πριν από το λουκέτο Νέα Δημοκρατία: Αυτοί είναι οι 11 νέοι υποψήφιοι βουλευτές για τις εκλογές του 2027 – Τα βιογραφικά τους
Efsyn.gr

18 συγγραφείς αυτοσυστήνονται

Δεκαοχτώ πεζογράφοι (σε αλφαβητική ροή) μας συστήνουν τα υπό έκδοση βιβλία τους πριν αυτά φτάσουν στα χέρια των κριτικών και των αναγνωστών. Μυθιστορήματα, νουβέλες, διηγήματα ή υβριδική πρόζα καλύπτουν μια ευρύχωρη και πολύτροπη θεματολογία, ικανή να ελκύσει και να ικανοποιήσει την αναγνωστική περιέργεια μιας ανοιχτής κλίμακας βιβλιόφιλων. Γραφές ανοιχτές στα συλλογικά πάθη, στην κοινωνική ανησυχία ή παρωδία, στην αναζήτηση μιας νοσταλγικής ή απομαγευμένης εντοπιότητας, στο τραύμα της ιστορικής μνήμης, στο σεξουαλικό ή στο καλλιτεχνικό καθρέφτισμα, στην περιπλάνηση, στον στοχασμό, στην ενδοσκόπηση με μετωπικό ή πλάγιο προσωπείο· κείμενα άλλοτε κλασικότροπα ή εικονοκλαστικά, σε φόρμα ρέουσα και συμπαγή, παραληρηματική ή θρυμματισμένη, δραματικής, σατιρικής ή λυρικής πνοής.
Το επόμενο Σάββατο θα παρουσιαστούν έξι πρωτοεμφανιζόμενοι πεζογράφοι, ολοκληρώνοντας αυτό το δίπτυχο της επιλεγμένης (αναμφίβολα υπάρχουν κι άλλοι αξιοσύστατοι τίτλοι) φθινοπωρινής πεζογραφικής σοδειάς.

Οσο έγραφα είχα στο μυαλό μου τον Κάφκα
● Του Ευάγγελου Αυδίκου
Γριβάδι. Μυθιστόρημα. Εκδόσεις Εστία
Με ταλαιπώρησε πολύ καιρό ο τίτλος του καινούργιου μου μυθιστορήματος. Η λέξη «Γριβάδι» τριβέλιζε το μυαλό μου συχνά από τότε που ένα χειμωνιάτικο βράδυ άκουσα την ιστορία του Χρήστου μ’ έναν κυπρίνο στη λίμνη των Ιωαννίνων (το άλλο όνομα του γριβαδιού). Στο αγκίστρι του πιάστηκε ένα γριβάδι που τελικά κατάφερε να κόψει την πετονιά.
Εκείνη την περίοδο είχα ξεκινήσει να γράφω το μυθιστόρημα. Η ιστορία με το πεισματάρικο γριβάδι τρυπώνει στο μυαλό και αυτόκλητη εγκαθίσταται στο μυθιστορηματικό μου εργαστήρι. Το ψάρι δραπετεύει από τη λίμνη και μέσω του ποταμού Λούρου φτάνει στον Αμβρακικό. Εκεί εγκλωβίζεται στα δίχτυα, όπως και η Γιώτα.
Η νεκρή πρωταγωνίστρια με φέρνει μπροστά σε αφηγηματικά διλήμματα. Πώς εμπλέκεται στη μυθοπλασία; Επιλέγεται η μορφή του ημερολογίου της που διασώθηκε. Ομως, μ’ ενδιέφερε να μιλήσω για κάθε μορφή εξουσίας που συγκάλυψε την υπόθεση. Θύμα της είναι ο Μίλτος που εντόπισε την πνιγμένη. Στην ανάκρισή του δεν ακούγονται οι ερωτήσεις του αποκαλύπτοντας έτσι μια αόρατη εξουσία.
Το «Γριβάδι» συνομιλεί με τα προηγούμενα μυθιστορήματά μου. Πρόκειται για το τραύμα και τον τόπο, μια διάσταση διάχυτη σε πρωταγωνίστριες/ές. Είναι οι αόρατοι μηχανισμοί που ελέγχουν τη μνήμη και τα συναισθήματα. Κι όσο έγραφα είχα στο μυαλό μου τον Κάφκα.

Η αιώνια πίκρα της ξενιτιάς
● Του Σωτήρη Δημητρίου
Νέα Σουηδία-Νέα Ελβετία. Μυθιστόρημα. Εκδόσεις Πατάκη
Το μυθιστόρημα «Νέα Σουηδία-Νέα Ελβετία» διαδραματίζεται στην άκρως μεταβατική περίοδο από τη λήξη του Εμφυλίου μέχρι τις μέρες μας.
Η σκηνή του είναι η Ηγουμενίτσα που, από σχεδόν χωριό, μεταπολεμικά εξελίχθηκε ραγδαία σε μικρή πόλη. Μια πόλη που την ιστορία της άρχισαν να γράφουν οι άνθρωποι που την κατοίκησαν, οι ήρωες του βιβλίου. Κερκυραίοι, Αρβανίτες, Γύφτοι, Βλάχοι, Σαρακατσάνοι, αλλά και βλαχόφωνοι, Μικρασιάτες πρόσφυγες, ορεσίβιοι Ηπειρώτες που αναζήτησαν άσυλο μετά τον Εμφύλιο. Αναδημιουργούν αυτοί οι άνθρωποι μια καινούργια Ελλάδα. Ανασταίνεται όχι μόνον η Ηγουμενίτσα αλλά όλη η χώρα – και ανθίζει παντοιοτρόπως.
Μπαίνουν στις ζωές ο κινηματογράφος, η τηλεόραση, περιέρχονται την πόλη διάφοροι πλασιέ καινοφανών προϊόντων.
Το χωριό που έγινε πόλη δίνει τη θέση του στις ανοιχτές -σχεδόν κοινή στέγη- γειτονιές. Μέσα απ’ τις διασταυρώσεις στις γειτονιές αναδύονται οι ήρωες του βιβλίου. Ηρωες που τους χαρακτηρίζει -στο καλό και στο κακό, στο όμορφο και στο άσχημο, στο έκκεντρο και στο κανονικό- ισχυρή ταυτότητα.
Μέσα από τις διηγήσεις τους αναβιώνουν σημαντικά ιστορικά αλλά και προσωπικά γεγονότα. Είναι έντονη η αντίθεση της νέας δημιουργικής ευφροσύνης των ηρώων με το οδυνηρό παρελθόν των πολέμων και την αιώνια πίκρα της ξενιτιάς.
Οι ιστορίες τους έχουν μεν το δικό τους ενδιαφέρον αλλά και διασταυρώνονται, συμπλέκονται, αλληλοσυμπληρώνονται. Κάθε ήρωας με τη δική του γλωσσική ιδιοπροσωπία συμβάλλει στο ανάκατο αλλά και αρμονικό εν ταυτώ γλωσσικό ψηφιδωτό του βιβλίου.
Το βιβλίο σχεδόν το διατρέχει η διαχρονική ελληνική. Με κυρίαρχη τη σύγχρονη καθομιλουμένη, από διάφορα στόματα πηγάζει ο λαϊκός, ο δημώδης, αλλά και ο λόγιος τρόπος, μέχρι τη γλώσσα των Ευαγγελίων. Κυρίως αυτός ο γλωσσικός τρόπος των ηρώων λαμπρύνει την ήδη ξεχωριστή παρουσία τους.

(shutterstock)
Ανάμεσα στη μνήμη και στο δοκίμιο
● Του Βασίλη Δρόλια
Αξίωμα της Επιλογής. Εκδόσεις Gutenberg
Στο «Αξίωμα της Επιλογής» θέλησα να γράψω για έναν άνθρωπο που υπάρχει κυρίως μέσα από την απουσία του. Η ηρωίδα του βιβλίου εμφανίζεται μέσα από αναμνήσεις, μαρτυρίες, φωτογραφίες, αντιφάσεις και κενά, μέσα από όσα θυμάται ο αφηγητής, αλλά και μέσα από όσα ανακαλύπτει ότι ίσως δεν θυμάται σωστά. Με ενδιέφερε αυτή η αβεβαιότητα, δηλαδή το πώς ανασυντίθεται ένας άνθρωπος μέσα από τις αφηγήσεις των άλλων. Κατ’ επέκταση, πόσο επηρεάζεται η δική μας ζωή όταν επιστρέφουμε, χρόνια αργότερα, σε ανθρώπους και επιλογές που πιστεύαμε ότι είχαμε αφήσει πίσω.
Το βιβλίο δεν είναι μια βιογραφία, ούτε μια ιστορία που προσποιείται ότι γνωρίζει όλες τις απαντήσεις – το αντίθετο μάλιστα. Περισσότερο με ενδιέφερε η διαδικασία της ανασύνθεσης: ο τρόπος με τον οποίο η μνήμη, η ενοχή, η αγάπη και η απώλεια κατασκευάζουν εκ νέου το παρελθόν.
Η φόρμα κινείται ανάμεσα στη μυθοπλασία, την επιστημονική σκέψη, τη μνήμη και το δοκίμιο. Με αυτή την έννοια, το βιβλίο συνομιλεί με όσα έχω γράψει ώς τώρα για την επιστήμη και την κοινωνία της. Αν στο προηγούμενο βιβλίο μου με ενδιέφερε πώς γεννιέται μια επιστημονική ιδέα, εδώ με ενδιαφέρει περισσότερο τι συμβαίνει στον άνθρωπο που μπορεί να τη γεννήσει – και τι απομένει από αυτόν όταν πια δεν είναι εκεί.

Εικόνες, μυρωδιές, γεγονότα, βιώματα
● Της Ιφιγένειας Θεοδώρου
Μολυβένιος ουρανός. Μυθιστόρημα. Εκδόσεις Ικαρος
Ο κύριος Γιώργος, γιος Πόντιων προσφύγων και δάσκαλος στη μεταπολεμική επαρχία, γράφει ασταμάτητα, ημερολόγια, γράμματα, ποιήματα κι ένα ατέλειωτο μυθιστόρημα. Ηρωάς του, ο μεγαλύτερος αδελφός του, ο αντάρτης Λεωνίδας, κυνηγημένος ή εξόριστος, γεμίζει τις σελίδες του, υπέρλαμπρος «φορώντας την ιδεολογία του χιαστί στο στήθος» μέχρι που επιστρέφει μετά τη Μεταπολίτευση στην Ελλάδα.
Ο κύριος Γιώργος, όταν συναντάει τη Ζωή και τον μονάκριβο γιο της τον Ντίνο, νιώθει τη δύναμη αυτού του δίπολου, μάνα και γιος άρρηκτα δεμένοι, και αφήνεται με λαχτάρα να τον καταπιούν, να τον χωνέψουν, να γίνει εκείνος δικός τους. Αμαχητί. Οσο για τον Ντίνο, που προσπαθεί να ξεφύγει από τον ασφυκτικό μητρικό εναγκαλισμό, ο δικός του παράδεισος καταρρέει όταν ανακαλύπτει μια οικογενειακή θαμμένη αλήθεια.
Ο χρόνος και η μνήμη, καθώς και οι τόποι -ορεινή Θράκη, Σμύρνη, Συρία- όπου έζησα μέχρι να επιστρέψω στην Αθήνα αποτελούν γνωστά μοτίβα στα βιβλία μου. Τώρα για πρώτη φορά τοποθετώ την αφήγησή μου στη γενέθλια πόλη μου, τη Θεσσαλονίκη, σκιαγραφώντας τις πολιτικές εξελίξεις της εποχής, τις σχέσεις και τις επιλογές των χαρακτήρων του βιβλίου κάτω από τον «Μολυβένιο ουρανό» της Ιστορίας που επηρεάζει τη ζωή των απλών ανθρώπων και κατευθύνει τις αντιδράσεις τους. Το παρελθόν και η μνήμη μού δίνουν την ευκαιρία να αντλήσω από την παιδική και την εφηβική μου ηλικία εικόνες, μυρωδιές, γεγονότα και προσωπικά βιώματα που μεταγράφονται σε μυθοπλασία, εκεί όπου τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και επινόησης παραμένουν δυσδιάκριτα.

Μικροσκοπικές οργές
● Της Μαρίας Κοπανίτσα
Ζωτικός χώρος. Εκδόσεις Ποταμός
Ακούγεται βέβαια πως κυριολεκτώ στις επεξηγηματικές δήθεν, ή όχι και τόσο δήθεν, αυτοβιογραφικές ιστορίες που αφηγούμαι. Εικονογραφώ, τρόπος του λέγειν, τα επεισόδια διακοσμώντας και διανθίζοντάς τα με διάφορες ψευτιές (;) και φαντασιώσεις (;), κάτι που στη λογοτεχνία, από ό,τι ξέρω, λέγεται μυθοπλασία. Ποτέ πάντως δεν παύω να είμαι εξοργισμένη! Οπως διηγείτο η γιαγιά μου πολύ παραστατικά μνημονεύοντας τον αείμνηστο παππού, το πώς έκανε αντίσταση στην τότε πολεμική εισβολή, εγώ δημοσιοποιώ ανενδοίαστα μικρές, μικροσκοπικές οργές, που πάντως φουντώνουν μέσα μου. Κάποιος μόλις πέρασε, περαστικός για τρία-τέσσερα λεπτά, όμως ακούμπησε στην καρέκλα όπου είχα εγώ ακουμπήσει την τσάντα μου, ακούμπησε ο άνθρωπος ελαφριά σαν περαστικό χελιδόνι και εγώ αντιθέτως φούντωσα σαν εριστικό παγόνι με μικρή οργή. Το ίδιο συμβαίνει αν βάλεις το ποτήρι σου πάνω στο δικό μου, το κατάδικό μου, sous plat. Προβάλλω αντίσταση, «τείνοντας», όπως έλεγε εντελώς παραστατικά η γιαγιά μου, «το στήθος στους Γερμανούς» (κατακτητές πάντα στα μάτια της).

Μεταξύ ζώντων και τεθνεώτων
● Του Μιχάλη Μακρόπουλου
Και σώμα χωρίς αίμα. Διηγήματα. Εκδόσεις Κίχλη
Από τα πενήντα και βάλε διηγήματά μου που δημοσιεύτηκαν εδώ κι εκεί από το 2014 έως το 2024, διάλεξα έντεκα νιώθοντας πως τα συνέδεε ένα κοινό κρυφό κέντρο, η σχέση ζώντων και τεθνεώτων σε κάποια· έτσι, αποτελούσαν αληθινή συλλογή κι όχι «συμπίλημα».
Θα γράψω εδώ δυο λόγια για μερικά.
Μια επίσκεψη ενός εγγονού στο ρημαγμένο σπίτι του παππού του, στο Μαυρονόρος Πωγωνίου, την ημέρα του Σταυρού, κι ένα στραβοπάτημα ξυπνούν τα φαντάσματα του εγκαταλειμμένου χωριού. Ενα πεθαμένο αγόρι παίρνει εκδίκηση, σ’ ένα διήγημα που παντρεύει τον υπαρξισμό, στη φωνή του αφηγητή του, με τους μακάβριους θρύλους της ελληνικής υπαίθρου. Ενας πρώην έγκλειστος σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, στις 21 Απρίλη 1967 ταξιδεύει στον χώρο και τον χρόνο, από το Γυαλί Καφενέ στα Γιάννενα σε μια αυστριακή κωμόπολη στα τέλη του 19ου αιώνα. Ενα κορίτσι με οστεοψαθύρωση, μ’ εύθρυπτα κόκαλα εκ γενετής, μ’ έναν μυστικό τρόπο ταυτίζεται με την Περσεφόνη, τη φεύγουσα κόρη. Ο δίμιτος Λάζαρος, επίσκοπος στην Κύπρο, πεθαίνει για δεύτερη φορά. Στο Ισλαχανέ, παλιό τουρκικό ορφανοτροφείο στη Θεσσαλονίκη, ένα κορίτσι, πρόσφυγας απ’ τη Μικρασία, διηγείται την ιστορία ενός μουγγού. Χάρη στο παράδοξο της αγάπης, ένας σκαιός άνθρωπος μοιράζεται τα τελευταία χρόνια της ζωής του μ’ έναν σκύλο που ’χει ο ίδιος τυφλώσει· κι αυτό το παράδοξο, ξανά, ψηλαφεί ένας ευαίσθητος άνθρωπος, αλκοολικός, στη λίμνη Ζαραβίνα κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα.

Ο ήρωάς μου ψηλαφεί παρατηρώντας
● Του Κώστα Μίντζηρα
Τώρα, πού; Διηγήματα. Εκδόσεις Ποταμός
Δεν αφήνω τον ήρωά μου -το κεντρικό πρόσωπο της νουβέλας μου «Στην πόρτα» (Ποταμός, 2024)-, είναι παρών και εδώ στο «Τώρα, πού;». Την πόρτα του δεν την κλείνει οριστικά, συνεχίζει χωρίς μιλιά, να ψηλαφεί παρατηρώντας και χλευάζοντας τα γύρω του, βασισμένος στα θεμέλιά του. Τα άλλα έξι διηγήματα της συλλογής εξερευνούν και μιλούν τη γλώσσα των αισθήσεων, μόνο που αντί για πέντε είναι έξι.
Γράφω πάλι σε πρώτο πρόσωπο – πολλές φορές σκέφτηκα να αποσκιρτήσω και να βάλω ανάχωμα. Ισως αργότερα.

Ημερολόγιο ξεσπασμάτων, εκτροπών, πειραματισμών
● Της Ιωάννας Μπουραζοπούλου 
Φτερούγες κι οπλές στο αστικό δάσος. Εκδόσεις Καστανιώτη
Καλώς ήλθατε στο ημερολόγιο των λογοτεχνικών μου αποδράσεων. Ελπίζω να βολευτείτε στον παλιό αραμπά, που κλυδωνίζεται μελωδικά σε κάθε στροφή, γιατί αυτός θα είναι το όχημα και το εργαστήρι μας. Θα ταξιδέψουμε μαζί στο πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα, αλλά όχι από τις λεωφόρους της πόλης, εκεί όπου ζήσαμε τις κοινωνικές και τις πολιτικές καταιγίδες των τελευταίων δεκαετιών.
Θα πάρουμε το μονοπάτι του δάσους, που είναι πιο προσωπικό, πιο υποβλητικό και πιο απρόβλεπτο. Θα διασταυρωθούμε με παράξενα και ιδιόρρυθμα πλάσματα, ονειροπόλα ερπετά, φλύαρα δέντρα, επιθετικά κερασφόρα, στοχαστικά τρωκτικά, φιλοπερίεργα πτηνά, τα οποία θα παραγγείλουν στο εργαστήρι μας έναν μύθο. Συχνά θα επιλέγουν και το θέμα του, ενώ δεν θα κρύβουν τις προτιμήσεις τους σε είδη γραφής. Ο,τι θέμα κι αν έχει ο μύθος που θα σκαρφιστούμε, ο απόηχος της πολιτικής συγκυρίας θα είναι ευδιάκριτος πίσω από τον καμβά της πλοκής ή το ήθος των χαρακτήρων, όπως οι φιγούρες του θεάτρου σκιών. Ενα κομπολόι από κείμενα –διηγήματα, μονόπρακτα, λογοτεχνικές αναπαραστάσεις, παραβολές και μονόλογοι–, άλλοτε παιγνιώδη, άλλοτε ελεγειακά, που γράφηκαν σε διαφορετικούς σταθμούς αυτού του οδοιπορικού.
Συνδεδεμένα τώρα με ένα ενιαίο αφηγηματικό νήμα, συνθέτουν ένα ημερολόγιο συγγραφικών ξεσπασμάτων, εκτροπών, πειραματισμών, αλλά κι ένα χρονικό της ταραγμένης επικαιρότητας του καιρού μας.

(shutterstock)
Ο πολυτάραχος βίος της Πολύμνιας Καμάρα
● Της Αννίτας Π. Παναρέτου
Πολύμνια Κ. Μυθιστόρημα. Εκδόσεις Στερέωμα
Πριν από έξι χρόνια, συναπαντήθηκα με την Πολύμνια Καμάρα δύο φορές. Σε δυο άσχετα μεταξύ τους βιβλία. Δεν θα είχα δώσει προσοχή στην πρώτη συνάντηση, αν στη δεύτερη δεν είχα διαβάσει ότι πέθανε «υπέρ πατρίδος εν Ravensbruck Γερμανίας τον Μάρτιον του 1945».
Από καιρό ασχολούμαι συστηματικά με την περίπτωση των Ελλήνων που εκτοπίστηκαν σε ναζιστικά και φασιστικά στρατόπεδα και φυλακές στα 1941-1945, οπότε η λέξη Ravensbruck -στρατόπεδο συγκέντρωσης γυναικών βορείως του Βερολίνου- μου κίνησε έντονα την περιέργεια.
Αρχισα να ψάχνω. Και λίγο λίγο να την ανακαλύπτω. Και να χαίρομαι επειδή την ανακάλυψα. Διότι η Αθηναία μεγαλοαστή Πολύμνια Καμάρα ήταν στην κυριολεξία ηρωίδα.
Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος τη βρήκε στο διαμέρισμά της στο Παρίσι. Αποκλεισμένη στη Γαλλία, εντάχθηκε στη γαλλική Αντίσταση. Συνελήφθη από την Γκεστάπο. Φυλακίστηκε σε 3 φυλακές και στα τέλη του 1944 κατέληξε στο Ravensbruck.
Η αναζήτησή της με ταξίδεψε, μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, σε χώρες τριών ηπείρων, κυρίως σε ποικίλα, κρατικά και μη, αρχεία.
Το βιβλίο της αποτελείται από δύο μέρη: το πρώτο αμιγώς αφηγηματικό, βασίζεται εν μέρει σε πραγματικά γεγονότα και σε υπαρκτά πρόσωπα. Το δεύτερο, ως επίμετρο, δίνει πληροφορίες για την οικογένειά της, για πτυχές της γαλλικής Αντίστασης και για το στρατόπεδο όπου τερμάτισε τον βίο της.

Υποκειμενικές ερμηνείες
● Της Μάιρας Παπαθανασοπούλου
Το πιο υπαρκτό τίποτα. Μυθιστόρημα. Εκδόσεις Ψυχογιός
Μελετώ αδιαλείπτως τα μυστικά της πρώην Ανατολικής Γερμανίας από το 2013, επιθυμώντας να καλύψω τα σαράντα χρόνια της ύπαρξής της μέσα από μυθιστορήματα που συναρτώνται με τα ιστορικο-πολιτικο-κοινωνικά γεγονότα της Ελλάδας. Ακολούθησα ανορθόδοξη χρονολογική σειρά: «Η ιεραποστολική στάση» (2017) αφορά την περίοδο λίγο πριν και λίγο μετά την πτώση του Τείχους. «Τα παιδιά της μεγάλης σιωπής» (2022) αναλύουν το ξεκίνημα αυτού του ιδιάζοντος κράτους πάνω στα χαλάσματα του Γ’ Ράιχ. Στο νέο μυθιστόρημα «Το πιο υπαρκτό τίποτα» (2026) ο χρόνος τοποθετείται κάπου στη μέση, στις αρχές της δεκαετίας του ’70, όταν ο Ψυχρός Πόλεμος και η πυρηνική απειλή, οι φοιτητικές διαδηλώσεις και το γυναικείο κίνημα στη Δυτική Γερμανία, η ζοφερή παρουσία της χούντας στην Ελλάδα και η προσπάθεια της Ανατολικής Γερμανίας να αναγνωριστεί διπλωματικά ως κράτος οδηγούν τους ήρωες σε μια ιστορία κίβδηλου έρωτα και κατασκοπείας, που εκτυλίσσεται στο τρίγωνο Βόνη-Ανατολικό Βερολίνο-Αθήνα. Ο τίτλος έχει να κάνει με την κεντρική ιδέα, που βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα: Ανατολικογερμανοί κατάσκοποι πουλούσαν έρωτα σε μοναχικές γυναίκες που εργάζονταν σε καίρια πόστα της Δύσης (πρεσβείες, υπουργεία κ.λπ.), προκειμένου να αντλούν από αυτές ζωτικές πληροφορίες για λογαριασμό της Στάζι.
Ορατό σε όλο το βιβλίο: το χάσμα ανάμεσα στις υποκειμενικές ερμηνείες της πραγματικότητας, εκ μέρους των πρωταγωνιστών.
Πολύτιμο πνευματικό εργαλείο: το χιούμορ ως comic relief σε μια πικρή ιστορία προδοσίας.

Τα ζύγια της λησμονιάς
● Του Ηλία Λ. Παπαμόσχου
Το πείσμα της λησμονιάς. Διηγήματα. Εκδόσεις Πατάκη
Η συλλογή διηγημάτων μου «Το πείσμα της λησμονιάς» απαρτίζεται από είκοσι τρία διηγήματα. Πέρασαν όλα τη βάσανο πολλαπλών επεξεργασιών, μα κι εκείνη των προσωρινών απορρίψεων. Κινδύνεψαν δηλαδή να λησμονηθούν. Η συγγραφή καθεστωτικά εργάζεται ενάντια στη λησμονιά. Η καταγραφή μιας εξομολόγησης, η διάσωση μιας ιστορίας της οποίας ο μνημοδότης πέρασε στη λήθη, αυτό το χρέος που αισθάνεται κάθε γραφιάς. Ομως αν οι ιστορίες, αν οι ευαισθησίες δεν κινδύνευαν να λησμονηθούν, η συγγραφή δεν θα είχε λόγο ύπαρξης – συγγραφή και λησμονιά είναι σαν τα τάσια μιας ζυγαριάς που ο κάτοχός της αγωνίζεται να την κάνει να ισορροπήσει. Οταν άρχισα να πρωτογράφω διηγήματα, πίστευα πως το έκανα για να καταλάβω, ώστε να κατανεύσω στα τραγικά αινίγματα της ύπαρξης∙ προχωρώντας αντιλήφθηκα το σωκρατικόν «εν οίδα…». Γιατί συνέχισα; Μα επειδή το απαιτούσαν τα ζύγια, τα ζύγια του μυαλού, τα ζύγια της καρδιάς, και, κυρίως, της λησμονιάς.

Επιστολογραφική ελεγεία για τον έρωτα
● Της Ελενας Πέγκα
Το προνομιούχο ζώο. Νουβέλα. Εκδόσεις Αγρα
Είναι ένα πρωτότυπο έργο μυθοπλασίας που πραγματεύεται την εσωτερική και συναισθηματική πορεία της Μαρίνας, μιας νεαρής Ελληνίδας γυναίκας, μέσα από τις σωματικές και πνευματικές δυσκολίες του ρομαντικού έρωτα και της εξ αποστάσεως ανταλλαγής γεγονότων, παρατηρήσεων και συναισθημάτων. Βρισκόμαστε στη δεκαετία του ’90, πριν από τα κινητά τηλέφωνα. Η Μαρίνα ζει προσωρινά σε μια απομονωμένη βίλα στις ακτές της Λιγουρίας στην Ιταλία, όπου φιλοξενούνται καλλιτέχνες και δημιουργοί για να εργαστούν σε ησυχία. Το σπίτι αποκτά σχεδόν μυστηριακή παρουσία, όταν ανακαλύπτουν μια κρυμμένη τσάντα γεμάτη ερωτικά γράμματα. Μέσα από αυτά αναδύεται η ιστορία μιας απαγορευμένης αγάπης, μιας γυναίκας που εξαφανίστηκε μυστηριωδώς και ενός αλόγου που βρέθηκε συντριμμένο στα βράχια. Ποιο είναι αυτό το «προνομιούχο ζώο» που έχει τη δυνατότητα να ονειρεύεται, να μεταμορφώνει τον κόσμο του ή να βυθίζεται στην αυτοκαταστροφή;
Η ιστορία ξεκινά με γράμματα που στέλνει η Εμμα από την Αμερική στη Μαρίνα στην Ιταλία. Η είδηση του θανάτου ενός παλιού τους φίλου ταράζει και τις δύο, αναζητούν η μία στην άλλη, και έτσι ξαναρχίσει η επικοινωνία τους μετά από χρόνια σιωπής. Πρόθεσή μου ήταν να συνθέσω μια ατμοσφαιρική, ποιητική νουβέλα-ελεγεία για τον έρωτα, τη μνήμη, την τέχνη της επιστολογραφίας και τη διαρκή ανθρώπινη ανάγκη για αληθινή επαφή.

Μεταξύ πεζογραφίας και ποίησης
● Του Γιάννη Σκαραγκά
Αγριόχορτο. Εκδόσεις Κριτική
«Κανενας δεν σωθηκε σε αυτή τη γη επειδή κατάλαβε τι πληγώνει τον εκτελεστή του». Το «Αγριόχορτο» είναι μια τρυφερή, άλλες φορές κωμική κι άλλες σκοτεινή, ιστορία για τον κυνισμό της ελληνικής εμπειρίας, ενός κοριτσιού και μιας ολόκληρης χώρας. Η Χαρά έρχεται στον κόσμο με την ανακάλυψη ενός δορυφόρου το 1951. Σε μια Θεσσαλονίκη και σε μια χώρα που αλλάζουν με ξένα όνειρα και λεφτά. Με αυτή τη σημαδιακή εκκίνηση, η γνωριμία της με έναν νεαρό που εκπορνεύεται και της μαθαίνει τον έρωτα θα τη στείλει στα πορνεία της Αθήνας και αργότερα στην εξορία.
«Μη γελιέσαι, συναίνεση δεν είναι μόνο να αφήνεις τον άλλον να μπει μέσα σου. Συναίνεση είναι να φαντάζεσαι ότι αυτή είναι η φύση σου». Η Χαρά μαθαίνει ότι το όνειρο δεν σημαίνει απαραίτητα να ξεφεύγεις από τη μοίρα του μέσου όρου, αλλά να πέφτεις πιο χαμηλά. Οτι το πολλά υποσχόμενο μέλλον μπορεί να σημαίνει αποκλεισμό και περιθώριο.
Συμφιλιώνεται με το ελάχιστο, το διεκδικεί. «Να ριζώνεις στην καρδιά της πέτρας και να τη στολίζεις σε πείσμα της. Να περηφανεύεσαι που μαράθηκες μοιραίος και αγύρευτος».
Οπως και στην αμερικανική μου διηγηματογραφία, στο «Αγριόχορτο» κινούμαι μεταξύ πεζογραφίας και ποίησης, μεταξύ αφηγήματος και δράματος. Δουλεύοντας τα τελευταία 27 χρόνια ως μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας και σεναριογράφος, η συνάντηση των ειδών με προκαλεί. Το «Αγριόχορτο» διασκευάστηκε και παίζεται στο Θέατρο Arroyo, σε σκηνοθεσία Σταύρου Λίτινα, με τη Μαριάννα Λαγουρού.

Μια καλειδοσκοπική ματιά στο ρεμπέτικο
● Του Δημήτρη Στεφανάκη
Βαθύ ρεμπέτικο. Μυθιστόρημα. Εκδόσεις Μεταίχμιο
Το «Βαθύ Ρεμπέτικο» είναι από τα βιβλία που όφειλα στον εαυτό μου, αν υποθέσουμε πως διηγούμαστε ιστορίες με χαρακτήρες και πράγματα που αγαπάμε. Η αφηγηματική πεπατημένη συνήθως δεν αλλάζει: πρώτα βρίσκεις την ιδέα, τους ανθρώπους και τις πράξεις τους, κι ύστερα επιλέγεις τον τόπο. Θα αρχίσω από αυτό που έλεγε ο Μπένγιαμιν: «Στο λαϊκό τραγούδι ανακαλύπτει κανείς τον πραγματικό του εαυτό». Στη χώρα μας το λαϊκό τραγούδι ξεκινά αναμφίβολα από το ρεμπέτικο του Πειραιά. Ομως ο Πειραιάς, το λιμάνι, δεν γέννησε μόνο το ρεμπέτικο στα ταραχώδη χρόνια του Μεσοπολέμου. Για να περάσει μέσα σ’ ένα μυθιστόρημα η πειραιώτικη εποποιία, χρειάστηκε να δώσω χώρο στην παρανομία, στην προσφυγιά, στη μαγκιά, στο λαθρεμπόριο, σε μια ζόρικη καθημερινότητα που απέχει από αυτό που εννοούμε ομαλή κοινωνική ζωή. Χρειάστηκε πάνω απ’ όλα ένας επίμονος αλλά αμέτοχος αφηγητής στο πρόσωπο ενός Γάλλου φυγά ονόματι Ζαν-Λουί Λαμπέρ ή Σαρό, που δεν κουβαλά μόνο τη χαμένη παρισινή του νιότη αλλά γίνεται μια αφηγηματική σταθερά, η συνείδηση της Ιστορίας που δεν περιορίζεται σε αναγνωρισμένες προσωπικότητες αλλά μοιράζεται και σε απλούς, συνηθισμένους ανθρώπους. Η καλειδοσκοπική ματιά του θα φωτίσει τη γέννηση του ρεμπέτικου, με ήρωες όπως ο Μάρκος, ο Μπάτης, ο Μάθεσης κι ο Λαπαθιώτης που βαπτίζονται στα νερά της μυθοπλασίας.

Η οδοιπορία καθορίζει και τον ρυθμό της γραφής
● Του Σωφρόνη Σωφρονίου
Η Αποστασία. Εκδόσεις Πατάκη
Η ιστορία του νέου μου βιβλίου εκτυλίσσεται μέσα σε λίγες ώρες. Ο αφηγητής και ένας συνοδοιπόρος διασχίζουν ένα δύσβατο ορεινό μονοπάτι. Σε μια ολοένα πιο αβέβαιη περιπλάνηση, παρελθόν και παρόν διαρκώς συμπλέκονται.
Αφετηρία είναι η ανάμνηση ενός περιστατικού που ο αφηγητής είχε δει στην παιδική του ηλικία: η αδυναμία του να αντιδράσει τότε στη δολοφονία ενός σκύλου τον οδηγεί στη σκέψη πως αυτή η ατολμία συνδέεται με την παραίτηση που τον διακατέχει σε όλη την ενήλικη ζωή του. Η εικόνα αυτή επανέρχεται μαζί με σκηνές που αφορούν τις γεωγραφίες της βίας, αλλά και τις λεπτές υφές της καθημερινότητας και της μεταμόρφωσης του νησιού όπου ζει και της ευρύτερης περιοχής.
Η οδοιπορία καθορίζει και τον ρυθμό της γραφής. Εχω επιλέξει τον μακροπερίοδο λόγο, έχοντας κατά νου τον Φόσε και τον Ζέμπαλντ. Η αφήγηση περιπλανάται, παρεκκλίνει, επιστρέφει. Μαζί με τον συνοδοιπόρο, που σταδιακά χάνεται από το κάδρο, επαναφέρω δύο ερωτήματα που διατρέχουν και τα προηγούμενα βιβλία μου: την ελεύθερη βούληση και την ευθύνη, ιδίως εκεί όπου η ελευθερία της πράξης αμφισβητείται και τα όρια της ευθύνης γίνονται δυσδιάκριτα.
Η «Αποστασία» είναι, για μένα, η επιστροφή σε όσα δεν κάναμε στην ώρα τους, η συντριβή γι’ αυτά, η φαντασίωση μιας άλλης εκδοχής του εαυτού μας.

Το συνηθισμένο ως ανοίκειο
● Της Γιώτας Ταχταρά
Γάλα εβαπορέ. Διηγήματα. Εκδόσεις Ψυχογιός
Το «Γάλα εβαπορέ» είναι μια συλλογή από είκοσι τέσσερις ιστορίες, που ξεκίνησε από ένα μικροδιήγημα που δημοσίευσα πριν από πέντε, περίπου, χρόνια. Ηταν εκείνη η αρχική κονσέρβα Νουνού που μάζεψε κι άλλα αντικείμενα από τις παιδικές μου αναμνήσεις, μαζί με μυρωδιές, εμμονές και χαμένες λέξεις, έχτισε χαρακτήρες, τους σκόρπισε σε αεροδρόμια, πόλεις, χωριά και λεωφορεία, τους άφησε να χαζεύουν μπροστά σε βιτρίνες, να αγωνιούν, να ερωτεύονται, να ξεκαρδίζονται, να χώνονται κάτω από οικογενειακά τραπέζια και να παιδεύονται πακετάροντας βαλίτσες που δεν ξεπερνούν τα 23 κιλά. Οι χαρακτήρες εδώ ζουν το παράλογο σαν καθημερινό και το συνηθισμένο ως ανοίκειο, αγαπούν το μαύρο χιούμορ, μιλάνε συχνά σε πρώτο πρόσωπο και ψάχνουν διαρκώς να βρουν πού ανήκουν – και, κυρίως, αν θέλουν να παραμείνουν εκεί.
«Ξέρεις τι θα ήθελα τώρα; Να πάμε να χορέψουμε» είναι η τελευταία αράδα της συλλογής και εγώ το μόνο που έχω να συμπληρώσω είναι: δυνάμωσε τη μουσική, έτσι όπως κάναμε παλιά. Οταν ακόμα πίναμε αραιωμένο γάλα εβαπορέ.

Είμαστε όλοι μετανάστες
● Της Νίκης Τρουλλινού
Που χαιρετούν αλλά δεν φεύγουν. Εκδόσεις Θεμέλιο
«Ενα απαλό σκούντημα στον ώμο, το άγνωστο χέρι κράτησε το δικό μου, για δευτερόλεπτα, μπορεί λεπτά που έγιναν ώρες και χρόνια. Απρόσμενα, σιωπηλά ως ήρθε, χάθηκε. Με τον καιρό έμεινε στη μνήμη συνοδευόμενο όχι πια από τα θρησκευτικά τραγούδια των Αφροαμερικάνων, μα από εκείνο το πρώτο κομμάτι του Μάνου Χατζιδάκι στο Χαμόγελο της Τζοκόντας. Προτιμώ να το ακούω από το παλιό βινύλιο της Columbia, το κατεβάζω από το ράφι, ακουμπώ τη βελόνα στις στροφές του δίσκου και, με τα βιολιά και τα κρουστά, ακολουθώ τη γυναίκα μέσα στην κοσμοπλημμύρα της Νέας Υόρκης, απελπισμένα αδιάφορη να χάνεται στο πλήθος».
Διηγήματα κρατούν το νήμα της αφήγησης από το Ελις Αϊλαντ του 19ου αιώνα ώς την Αλεξάντερπλατς του 21ου, πρόσφυγες και μετανάστες, εργάτες, επιστήμονες, ναυτικοί, γυναίκες σε γάμους τυφλούς, ξενιτεμένοι όλοι, διωγμένοι από φτώχεια, πολέμους, μισαλλοδοξίες, αδικημένοι του έρωτα, ονειροπόλοι.
Καιρός να θυμηθούμε: Είμαστε όλοι μετανάστες.

Αποχαιρετιστήριο παιχνίδι
● Του Μιχάλη Φακίνου
Ο ράφτης των σκιών. Εκδόσεις Καστανιώτη
Ο Αχθος Αρούρης -δηλαδή εγώ-, συγγραφέας που καυχιέται πως είναι δημιουργός λαβυρίνθων του νου, βιογράφος άσημων και αλχημιστής των λέξεων, σκαρώνει το τελευταίο του συγγραφικό παιχνίδι. Σαν κυβερνήτης του Χάους, επιχειρεί να «σκοτώσει» -ουσιαστικά πρόκειται για αναπαράσταση του δικού του θανάτου- τον αγαπημένο του ήρωα, έναν λαϊκό αφηγητή που έχει χάσει την όραση, τη μνήμη, τις λέξεις. Γύρω από τον ετοιμοθάνατο αρχίζουν να μαζεύονται, σαν σκιές που μας ψάχνουν, οι παλιοί ήρωες των ιστοριών του, οι οποίοι ξανασυστήνονται, του θυμίζουν τόπους και λέξεις ξεχασμένες. Και πάνω στις παλιές ιστορίες ο Αχθος Αρούρης ράβει και ξηλώνει, μπαλώνει και φτιάχνει καινούργιες, κλέβοντας εικόνες από Μπέργκμαν, Ορσον Ουέλς, Ιούλιο Βερν, Βιρτζίνια Γουλφ, Κέρουακ, Μπένετ, μνήμες από τον Α’ Παγκόσμιο και το Αουσβιτς, βάζοντας τη μνήμη να συνομιλεί με τη φαντασία σ’ ένα παιχνίδι, λες και θέλει να ξεγελάσει τον χρόνο και τον θάνατο, λες κι έτσι, μέσω της φαντασίας και της αφήγησης, η ζωή να παρατείνεται και οι λέξεις να είναι σπερματοζωάρια που διαιωνίζουν τις ιστορίες μας.
Τελικά, «Ο ράφτης σκιών» είναι το δικό μου αποχαιρετιστήριο παιχνίδι. Γι’ αυτό διάλεξα το ψευδώνυμο Αχθος Αρούρης που, κατά τον Ομηρο, σημαίνει το βάρος της γης.
Σωφρόνης Σωφρονίου

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...