Τελευταία νέα
Αντιπαράθεση για την «τοξικότητα»: αιχμές της αντιπολίτευσης κατά κυβέρνησης και Γεωργιάδη Χιώτης μετά τη μήνυση του Δουδωνή: «Πάει αυτός, το έκαψε το χωραφάκι του» Εκτάκτως στην Αθήνα η σύζυγος του πρωθυπουργού Μαρέβα Γκραμπόφσκι μετά από εισαγωγή σε νοσοκομείο της Λάρισας λόγω αδιαθεσίας Απ. Τζιτζικώστας: «Η ΕΕ διαθέτει επαρκή ποσότητα καυσίμων για αεροδρόμια και αεροσκάφη για το επόμενο διάστημα» Καριέρα-εξπρές χωρίς πτυχίο, αλλά με… γνωριμίες: Στο στόχαστρο ο Λαζαρίδης για αμοιβές και προσόντα Συνάντηση Κ. Μητσοτάκη – Κ. Γκιλφόιλ στο Μέγαρο Μαξίμου Γιώργος Μυλωνάκης: Συνεργάτες και κυβερνητικά στελέχη στο πλευρό του υφυπουργού στον «Ευαγγελισμό» για 3η μέρα – Σταθερή η κατάστασή του Συνάντηση Κυριάκου Μητσοτάκη – Κίμπερλι Γκιλφόιλ στο Μέγαρο Μαξίμου Φάμελλος για Γεωργιάδη: «Αν ο Μητσοτάκης δεν τον διώξει, είναι ίδιος και χειρότερος» Σ. Φάμελλος: Αν ο κ. Μητσοτάκης διαφωνεί με όσα λέει ο υπουργός του, πρέπει να τον διώξει σήμερα Boρίδης για ΟΠΕΚΕΠΕ: Δεν υπάρχει πολιτικό σκάνδαλο, η αντιπολίτευση δεν έχει τίποτα άλλο να πει Τ. Θεοδωρικάκος: Τρία νέα αναπτυξιακά καθεστώτα για μεταποίηση, μεγάλες επενδύσεις και παραμεθόριες περιοχές
Elculture.gr

«Διάβολοι και άγιοι» του Ζαν-Μπατίστ Αντρεά: Εκλάμψεις όμορφης γραφής

Τον Ζαν-Μπατίστ Αντρεά τον γνωρίσαμε με το πολύ επιτυχημένο και απολαυστικό μυθιστόρημα Να την προσέχει που απέσπασε και το πολυπόθητο βραβείο Γκονκούρ. Τώρα μόλις κυκλοφόρησε το επόμενο έργο του από τις εκδόσεις Πατάκη, με τίτλο Διάβολοι και άγιοι και, διαβάζοντάς το, μου έρχονται αμέσως κάποιες σκέψεις. Για να γίνουν όμως αυτές κατανοητές θα πρέπει εν συντομία να περιγράψω την πλοκή του.

Ο αφηγητής Tζοζέφ είναι ένας άντρας λίγο πριν από τα εβδομήντα που παίζει υπέροχα σονάτες του Μπετόβεν σε δημόσια πιάνα που βρίσκονται σε αεροδρόμια, σιδηροδρομικούς σταθμούς κλπ. Ο ίδιος μας διηγείται την ιστορία της ζωής του και πώς έφτασε να έχει κάνει αυτή την ανορθόδοξη επιλογή, εστιάζοντας κυρίως στο 1969, όταν και η ευκατάστατη οικογένειά του σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα και εκείνος ως ανήλικος κατέληξε σε ένα ορφανοτροφείο στα Πυρηναία, δίπλα στα σύνορα με την Ισπανία, όπου και βίωσε καταστάσεις αυστηρότητας και κακοποίησης στα χέρια του προσωπικού και ιδιαίτερα του αβά που διεύθυνε το ίδρυμα. Όμως, εκεί ήταν που όχι μόνο γνώρισε την αληθινή φιλία, αλλά και τον απόλυτο έρωτα για πρώτη φορά, στα μάτια της κόρης του τοπικού αριστοκράτη που αποτελούσε τον βασικό χορηγό του ορφανοτροφείου.

Με αυτή τη σύντομη περιγραφή υπ’ όψη ίσως μπορέσετε να εκτιμήσετε καλύτερα τις βασικές μου σκέψεις γύρω από αυτό το έργο, με την βασικότερη όλων να είναι η εξής: είναι το δεύτερο βιβλίο του Αντρεά που διαβάζω και νιώθω ότι έχει γράψει την ίδια βασική ιστορία, απλά σε παραλλαγή. Εξηγούμαι: και στις δύο περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με μία πρωτοπρόσωπη αφήγηση που εκτείνεται σε βάθος ετών, η οποία είναι αρκετά συμβατική σε ύφος και εμπορική σε προσανατολισμό. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με έναν αποξενωμένο νεαρό ορφανό (στο Να την προσέχει ήταν ένας νεαρός νάνος που εγκατέλειψε το σπίτι του και τη μητέρα του για να βρει δουλειά), και στις δύο περιπτώσεις ο νεαρός αυτός βιώνει ένα είδος εξιδανικευμένου έρωτα βγαλμένου από ρομάντζο με μία νεαρή και ατίθαση αριστοκράτισσα που εμφανώς βρίσκεται εκτός του δικού του κοινωνικού κύκλου. Και στις δύο περιπτώσεις η τέχνη είναι το μέσο εξύψωσης και υπέρβασης για τον νεαρό πρωταγωνιστή, στην πρώτη περίπτωση η γλυπτική και στη δεύτερη η μουσική και ιδιαίτερα η δεξιοτεχνία στο πιάνο.

Το ερώτημα λοιπόν είναι αν ο Αντρεά έχει μέσα του μια μονάχα αρχέτυπη ιστορία, την οποία σερβίρει κάθε φορά σε διαφορετικό αμπαλάζ. Αυτό δεν είναι απαραιτήτως κακό, είναι όμως περιοριστικό και επικίνδυνο: γιατί η συνταγή που λειτούργησε πολύ καλά στο πρώτο έργο δεν σημαίνει ότι θα λειτουργήσει το ίδιο και στο επόμενο. Ο Αντρεά έχει ένα απλό, παραδοσιακό αφηγηματικό ύφος που φέρνει λίγο σε Ντίκενς, είναι ευαίσθητος αν και συχνά γλυκερός, αλλά στο Να την προσέχει η ισορροπία έρχεται από τις γωνίες που κρύβει. Στο Διάβολοι και άγιοι όμως αυτές οι γωνίες έχουν λειανθεί αρκετά. Επιπλέον, ο αναγνώστης συναντάει πολλές σκηνές που μοιάζουν γνώριμες από άλλα βιβλία ή κινηματογραφικά σενάρια, (από το Shawshank redemption του Στίβεν Κινγκ και το Nickel Boys του Κόλσον Γουάιτχεντ μέχρι ακόμα και τη γνωστή ρομαντική κομεντί Notting Hill). Αυτό υποδηλώνει μια υστέρηση από πλευράς πρωτοτυπίας και μια διάθεση μιμητισμού που λειτουργεί υπονομευτικά για τη γραφή του.

Υπάρχουν βεβαίως και στοιχεία που μου αρέσουν αρκετά: για παράδειγμα το παιχνίδι του Αντρεά με την πολυεπίπεδη έννοια του ήχου, ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κάποιος ότι η μουσική βρίσκεται στο νοηματικό επίκεντρο του βιβλίου. Ο Μόμο ας πούμε, ο επιληπτικός πιτσιρικάς που βρίσκεται υπό την προστασία του Τζοζέφ επειδή είναι μουγγός. Ο έντονος υπόκωφος γδούπος που ακούγεται από τους λόφους κάθε τόσο και οφείλεται στην πίεση αέρα στο υπόγειο σιδηροδρομικό τούνελ που διασχίζει τα Πυρηναία. Ο Ρότενμπεργκ, ο Εβραίος καθηγητής πιάνου του Τζοζέφ που επιβίωσε από το Άουσβιτς παίζοντας πιάνο στο μυαλό του, πατώντας πλήκτρα στον αέρα που δεν έβγαζαν ήχο.  Όλα αυτά αποτελούν ουσιαστικά εναλλαγές μεταξύ της σιωπής και των διαφόρων μορφών ήχου που την διασπά. Η συχνότητα αυτών των εναλλαγών είναι που δημιουργεί τον ρυθμό, που ο Ρότενμπεργκ εξηγεί στον νεαρό Τζοζέφ ότι αποτελεί την ουσία πίσω από μια μουσική σύνθεση και που ο Αντρεά επιχειρεί να προσαρμόσει στον δικό του, αφηγηματικό ρυθμό.

Επίσης, έχει αρκετές δυνατές σκηνές που ισορροπούν στην επικίνδυνη δοκό του μελοδράματος αλλά τελικά «προσγειώνονται» με ασφάλεια και επιδεικνύουν μία κινηματογραφική αίσθηση (κάτι που βεβαίως δεν αποτελεί έκπληξη, ο Αντρεά έχει εργαστεί στον κινηματογράφο ως σεναριογράφος).

Είναι λοιπόν το τελευταίο μυθιστόρημα του Γάλλου ένα ευπρεπέστατο αφήγημα για ευαίσθητες ψυχές που, αν και φλερτάρει συχνά με τα κλισέ και έχει έναν ξεκάθαρα εμπορικό προσανατολισμό, καταφέρνει ενίοτε να επιφέρει ειλικρινή συναισθήματα συγκίνησης. Είναι πιο λίγο από κάθε άποψη σε σχέση με το Να την προσέχει (λιγότερο φιλόδοξο, λιγότερο «γωνιώδες», λιγότερο πρωτότυπο), αλλά παραμένει αξιόλογο με εκλάμψεις όμορφης γραφής. Αυτό κρατάω και με αυτό θα κλείσω, με την πιο όμορφη πρόταση στο βιβλίο, όταν ο νεαρός Τζοζέφ ακούει για πρώτη φορά τον μεγάλο του δάσκαλο να παίζει πιάνο επιστρατεύοντας την εμπειρία μιας ζωής, το απόσταγμα των βιωμάτων από το Άουσβιτς, και περιγράφει το συναίσθημα που του προκάλεσε η μελωδία:

«Είδα έναν αετό να κατεβαίνει και να υφαίνει μια γαλανή δαντέλα στην επιφάνεια μιας λίμνης». Αν ποτέ γράψω βιβλίο μυθοπλασίας, ομολογώ ότι θα την κλέψω αυτή την ατάκα.  
The post «Διάβολοι και άγιοι» του Ζαν-Μπατίστ Αντρεά: Εκλάμψεις όμορφης γραφής appeared first on ελculture – Θέατρο, Μουσική, Τέχνη & Πολιτισμός.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...