Τελευταία νέα
Πιερρακάκης: Ποια θέματα κυριάρχησαν στη συνεδρίαση της G7 Το «ευχαριστώ» του Αντόνιο Κόστα για την παραχώρηση του ελληνικού πρωθυπουργικού αεροσκάφους που τον μετέφερε στον Περσικό Στο ΔΝΤ ο Πιερρακάκης: «Ανθεκτικότερη η Ευρώπη, αλλά παραμένει ευάλωτη στα ενεργειακά σοκ» Ευτύχης Αρχοντάκης: Ο Χανιώτης γιατρός που χειρούργησε τον Γιώργο Μυλωνάκη είναι «σωτήρας» πολλών ασθενών Επικοινωνία Μητσοτάκη με Νετανιάχου και Αούν Ο Ν.Ανδρουλάκης στο εναρκτήριο συνέδριο Global Progressive Mobilization στη Βαρκελώνη Τηλεφωνικές επικοινωνίες Μητσοτάκη με Νετανιάχου και Αούν Ο Μητσοτάκης μίλησε με τον Νετανιάχου και με τον Πρόεδρο του Λιβάνου: Σημαντικό να διατηρηθεί η εκεχειρία Πιερρακάκης στους G7: Αν η ενέργεια αποτελεί τον σημερινό περιορισμό, η τεχνητή νοημοσύνη είναι ο πολλαπλασιαστής του αύριο Λιάνα Κανέλλη για Γιώργο Μυλωνάκη: Καταλαβαίνω τι είναι να «σκάει» κανείς από προσωπικές επιθέσεις Σε τηλεδιάσκεψη ηγετών για τα social και τους ανήλικους συμμετείχε ο Κ. Μητσοτάκης Πρέπει να φύγει ο διαπλεκόμενος πρωθυπουργός – Πυρ ομαδόν κατά Μητσοτάκη
Elculture.gr

Ο Πάνος Παπαδόπουλος μιλά για τις «Καρέκλες» του Ιονέσκο, τη μοναξιά και τη σύγχρονη αποξένωση

Η πρώτη επαφή του Πάνου Παπαδόπουλου με τις Καρέκλες του Ευγένιου Ιονέσκο έγινε στα χρόνια της σχολής του, στο Εθνικό Θέατρο. «Μας το δώσανε κάποια στιγμή να το διαβάσουμε και μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση το κείμενο», θυμάται. Από τότε, το έργο δεν έπαψε να τον συνοδεύει, όπως και ο ίδιος ο Ιονέσκο, που, όπως λέει, είναι ο συγγραφέας τον οποίο έχει συναντήσει περισσότερο στη διαδρομή του. Μετά από κάποια χρόνια, ο Θωμάς Μοσχόπουλος θα του προτείνει το Περιμένοντας τον Γκοντό, μια παράσταση που αγάπησε βαθιά και με την οποία ταυτίστηκε. Παράλληλα, μαζί με τη Μαρία Διακοπαναγιώτου έχουν ήδη δουλέψει πάνω σε έργα του Ιονέσκο: στο Παιχνίδι της Σφαγής σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα στο Εθνικό Θέατρο, αλλά και στον Ρινόκερο στο Θέατρο Κιβωτός. Οι Καρέκλες αποτελούν την τρίτη τους συνάντηση με τον κόσμο του Γάλλου δραματουργού.

«Έχει κάτι που με έχει στοιχειώσει και μου αρέσει πάρα πολύ», λέει. Σήμερα, βλέπει στις Καρέκλες μια άτυπη συνέχεια του Περιμένοντας τον Γκοντό. «Και τα δύο έργα διαπραγματεύονται ανθρώπους που η ζωή τούς έχει προσπεράσει. Ένα βαθύ αίσθημα μοναξιάς. Είναι και κάτι κοινό με μένα αυτό το κομμάτι της μοναξιάς. Νομίζω πως μια τέτοια ατμόσφαιρα με συντροφεύει σε όλη μου τη ζωή μέχρι τώρα, χωρίς να μπορώ να το εξηγήσω. Άσχετα αν περιτριγυρίζομαι από κόσμο, από ανθρώπους, από παρέες». Αυτό το παράδοξο τον γοήτευσε ακόμη περισσότερο. Γιατί μέσα στις Καρέκλες αναγνώρισε μια θεματική που διατρέχει και άλλες δουλειές του: ανθρώπους που η ζωή μοιάζει να τους έχει προσπεράσει, βυθισμένους σε ένα βαθύ αίσθημα μοναξιάς.

© Ελίνα Γιουνανλή

Έτσι, η συνάντησή του με τον Ιονέσκο εκτός από την καλλιτεχνική υφή, ήταν βαθιά υπαρξιακή. Ένα έργο που δεν τον συγκίνησε απλώς ως θεατρικό κείμενο, αλλά λειτούργησε μέσα τους σαν καθρέφτης εσωτερικών καταστάσεων, σαν μια συνέχεια μιας προσωπικής αναζήτησης γύρω από τη μοναξιά, την ανάγκη για επικοινωνία και το ίχνος που θέλουμε να αφήσουμε πίσω μας. Η διαφορά είναι πως εδώ οι ήρωες πεθαίνουν πιστεύοντας ότι αυτό που συμβαίνει είναι το πέρασμα στην αιωνιότητα, μια ύστατη ελπίδα που τους κρατά ζωντανούς μέχρι το τέλος. «Τη μοναξιά δεν είναι απαραίτητο να είσαι μόνος για να την νιώσεις», λέει ο Πάνος Παπαδόπουλος. «Είναι σαν ένα φως που σκάει πάνω μου λαθραία και με κυριεύει πολλές φορές ακόμη κι όταν περιτριγυρίζομαι από ανθρώπους». Με αυτή την αίσθηση προσεγγίζει τις Καρέκλες του Ευγένιου Ιονέσκο, που σκηνοθετεί μαζί με τη Μαρία Διακοπαναγιώτου και όπου οι δυο τους ενσαρκώνουν το ηλικιωμένο ζευγάρι του έργου: δύο άνθρωποι σχεδόν αιωνόβιοι, ξεχασμένοι στον φάρο ενός απομονωμένου νησιού, που περιμένουν καλεσμένους για να μεταδώσουν ένα μήνυμα ζωής, ένα μήνυμα που ίσως δεν υπήρξε ποτέ.

Δύο άνθρωποι στον φάρο: Η μοναξιά, η αποξένωση και το παιχνίδι της επιβίωσης

«Πρόκειται για ανθρώπους λίγο πάνω από τον μέσο όρο του απλού ηλικιωμένου ανθρώπου, που ζουν απομονωμένοι στον φάρο ενός νησιού, σε μια συνθήκη όπου η παρουσία της μοναξιάς, ή και ο φόβος της, είναι συνεχώς εκεί», μοιράζεται ο Πάνος Παπαδόπουλος. Κι όμως, τους βλέπουμε χαρούμενους. Περιμένουν την έλευση καλεσμένων για να μεταδώσουν ένα μήνυμα που ο άντρας πιστεύει πως έχει αποκόμισε από τη ζωή του. Ένα μήνυμα που επαναλαμβάνεται πως θα ειπωθεί, αν και σταδιακά γίνεται αμφίβολο αν υπάρχει πραγματικά. Το σπίτι γεμίζει με καρέκλες για ανθρώπους που δεν έρχονται ποτέ. «Αυτοί λειτουργούν σαν να υπάρχει σε κάθε καρέκλα κάποιος καθισμένος», λέει, «συνομιλώντας με ένα πλήθος ανύπαρκτο». Αυτή η αδυναμία επικοινωνίας βρίσκεται στην καρδιά του έργου. «Η επικοινωνία αυτού του μηνύματος δεν γίνεται ποτέ», εξηγεί. «Δεν ξέρουμε τι είναι αυτό το μήνυμα. Ίσως είναι απλώς η ανάγκη να καθρεφτιστούμε στο βλέμμα των άλλων, η ανατροφοδότηση ότι υπάρχουμε επειδή υπάρχουν οι άλλοι».

Χωρίς αυτή τη ματιά, οι δύο ήρωες καταλήγουν σιγά σιγά να μοιάζουν σαν ένας άνθρωπος. «Και στο ντύσιμό τους επιλέξαμε να είναι αδελφοποιημένοι. Σαν μια μάζα οι δυο τους, η θετική και η αρνητική πλευρά». Νιώθουν την ανάγκη για έναν τρίτο, για μια παρεμβολή, για κάποιον έξω από τον κλειστό τους κόσμο. Η κατάρρευση της επικοινωνίας αποτυπώνεται και στη γλώσσα του έργου. «Οι λέξεις έχουν χάσει την αξία τους», λέει. «Το έργο καταλήγει πολλές φορές να γίνεται σπαράγματα διαλόγου». Οι ήρωες μιλούν με ανύπαρκτους καλεσμένους, μέσα από σχηματικές κουβέντες, σαν μιμήσεις ανθρώπινων συναθροίσεων.

© Ελίνα Γιουνανλή

© Ελίνα Γιουνανλή

Μέσα σε αυτή την απομόνωση αναδύεται το παιχνίδι ως μηχανισμός επιβίωσης. Οι ήρωες επινοούν μικρές φανταστικές στιγμές για να αντέξουν τη ρουτίνα και τη στασιμότητα. «Επινοούν συνεχώς απίστευτα πράγματα. Από τις μιμήσεις των μηνών μέχρι τα μικρά καθημερινά παιχνίδια, προσπαθούν να κάνουν την επανάληψη της ζωής υποφερτή». Αυτή είναι και το κέντρο του θεάτρου του παραλόγου: μια γλώσσα που διαλύεται, μια επικοινωνία που μοιάζει κενή κι όμως κρύβει από κάτω μια βαθιά ανθρώπινη ανάγκη. Ο Πάνος Παπαδόπουλος παραδέχεται πως τον έλκουν συχνά τέτοια έργα: «Ίσως γιατί υπάρχει μια εσωτερική μοναξιά που θέλεις να εκφράσεις μέσα από αυτά», λέει. Κοινός τους τόπος με τη Μαρία Διακοπαναγιώτου είναι ο φόβος της μοναξιάς. «Η αγαπημένη μου λέξη είναι το “αγάπη μου”», λέει, «και η λιγότερο αγαπημένη μου λέξη είναι το “μόνος”». Αυτό που διαπερνά τους χαρακτήρες του Ιονέσκο δεν είναι ακριβώς η δυστυχία, αλλά μια ιδιαίτερη μελαγχολία «όχι από έλλειμμα, αλλά από υπερπλήρωση. Από την αγωνία να προσφέρεις, να μοιραστείς τον εαυτό σου, να ανήκεις κάπου, και από την απουσία της διόδου για να το καταφέρεις».

Τον συγκινεί βαθιά αυτή η λαχτάρα του ανθρώπου να ανήκει. Να έχει «κάτι μαζί», όπως γράφει και ο Λειβαδίτης, την ώρα που, στην πραγματικότητα, μας βασανίζει ανελέητα η επιθυμία να έχουμε κάτι ολότελα δικό μας. Και ίσως γι’ αυτό οι ήρωες του έργου κουβαλούν μια σχεδόν «ντεμοντέ» αίσθηση αξιοπρέπειας: δεν βυθίζονται στη μεμψιμοιρία και στη θλίψη, αλλά αντιμετωπίζουν τη ματαιότητα με μια παράδοξη θετικότητα και μια ακλόνητη πίστη πως κάτι θα αλλάξει. «Αυτή η αίσθηση αξιοπρέπειας και προσμονής, μακριά από μεμψιμοιρία και θλίψη, είναι αυτό που με ανατριχιάζει περισσότερο», συνεχίζει ο Πάνος Παπαδόπουλος.

© Ελίνα Γιουνανλή

Το σκηνικό ως τοπίο απομόνωσης και ονείρου

Για τον Πάνο Παπαδόπουλο, το σκηνικό του έργου Καρέκλες είναι μια ακόμα αφήγηση μέσα στην παράσταση. «Το σκηνικό μας είναι ένα», λέει, «είναι μια προβλήτα, ένα ντεκ, και πάνω εκεί υπάρχει ένα μικρό σπιτάκι από ξύλο και φυτό, ενώ από κάτω απλώνεται ένας βάλτος». Του αρέσει να το σκέφτεται σαν μια εικόνα ποιητική και ταυτόχρονα βαθιά μοναχική: «Σαν ένα γράμμα μέσα σε ένα μπουκάλι πεταμένο στη θάλασσα που ταξιδεύει. Και λες, θα επικοινωνήσει αυτό ποτέ με κάποιον; Με κανέναν».

Η απομόνωση των ηρώων δεν είναι πρόσφατη. «Η ηλικιωμένη γυναίκα λέει κάτι που μου αρέσει πολύ», θυμάται. «Λέει: “Η οικογένειά μας, ό,τι απέμεινε από αυτήν”. Και αναφέρει πως οι συνάδελφοι του άντρα της έρχονταν και τους επισκέπτονταν μέχρι πριν από δέκα χρόνια». Δέκα χρόνια χωρίς επαφή με τον κόσμο, δέκα χρόνια μοναξιάς, έχοντας μόνο ο ένας τον άλλον.

Την ονειρική αυτή ατμόσφαιρα ενισχύει το ηχοτοπίο του Άγγελου Τριανταφύλλου. «Η μουσική δεν λειτουργεί τόσο με την έννοια του οργάνου», εξηγεί, «αλλά σαν ένα ηχοτοπίο». Στο πρώτο μισό της παράστασης υπάρχει διαρκώς ένας ανεπαίσθητος ήχος βάλτου, ένας μαγικός, σχεδόν υπόγειος ψίθυρος που αγκαλιάζει τη σκηνή. Για τον ίδιο, αυτό το σύμπαν κινείται κάπου ανάμεσα στο ονειρικό και στο γκροτέσκο. «Χωρίς να ξέρω αν ακούγεται περίεργα», λέει, «έχει κάτι το γκροτέσκο». Οι ήρωες φορούν ειδικές περούκες με ελάχιστα μαλλιά, ενώ το ντύσιμό τους – όπως παρατηρεί – «μοιάζει με μια επιστροφή σε μια πιο παιδική ηλικία. Έχω την αίσθηση ότι οι άνθρωποι, όσο γερνάνε, κάπως επιστρέφουν σε αυτό», λέει. «Έναν χαριτωμένο παλιμπαιδισμό, που συνδέεται και με τη σχέση των δύο ηρώων: ο άντρας αναφέρει πως η γυναίκα έχει πάρει τη θέση και του πατέρα και της μητέρας του, κι εκείνη του απαντά πως είναι και γυναίκα του και μητέρα του μαζί».

© Ελίνα Γιουνανλή

Σκηνοθετώντας και παίζοντας ταυτόχρονα

Στις Καρέκλες, ο Πάνος Παπαδόπουλος δεν βρίσκεται μόνο επί σκηνής, αλλά και στη σκηνοθετική καθοδήγηση της παράστασης, μαζί με τη Μαρία Διακοπαναγιώτου, μια συνθήκη που, όπως λέει, δεν συναντά σε κάθε δουλειά του. Οι δύο τους, δουλεύουν με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Η Μαρία, πιο εσωστρεφής, ξεκινά πάντα από το συναίσθημα: από μέσα προς τα έξω. Εκείνος, αντίθετα, λειτουργεί πολύ πιο σχηματικά και εξωτερικά. «Εγώ πιστεύω πολύ ότι το ράσο κάνει τον παπά», λέει γελώντας. Δεν είναι λίγες οι φορές που, την ώρα της πρόβας, μπορεί να διακόψει για να ζητήσει μια αλλαγή στον φωτισμό ή σε κάποιο σκηνοθετικό στοιχείο, κάτι που κάνει τη Μαρία να αντιδρά, θέλοντας να μείνει απερίσπαστη στη ροή του παιξίματος. Κι όμως, αυτή η διαρκής εναλλαγή ρόλων είναι για εκείνον δημιουργική: «Αυτός ο πολλαπλασιασμός του εαυτού μου σε διάφορα πόστα με βοηθάει να εμβαθύνω», εξηγεί. Του αρέσει να «χάνεται» σε περισσότερες από μία ματιές ταυτόχρονα: να βλέπει τη σκηνή τόσο από τη θέση του ηθοποιού όσο και από τη ματιά του σκηνοθέτη.

Στις πρόβες αποφεύγει κάθε αίσθηση «ιερότητας». Μπορεί να κάνει ολόκληρη πρόβα με έναν καφέ στο χέρι – κάτι που κανονικά θα θεωρούνταν ανεπίτρεπτο. Για εκείνον, όμως, είναι ένας τρόπος να αποφορτίζει την ατμόσφαιρα: να βάζει μια μικρή τρικλοποδιά στον εαυτό του, ώστε να μην εγκλωβίζεται με άγχος και σοβαροφάνεια. Φυσικά, αυτή η μέθοδος απαιτεί και τον κατάλληλο άνθρωπο απέναντί του. Με τη Μαρία, όπως λέει γελώντας, «γεμίζει ο ένας τα κενά του άλλου». Οι διαφορές τους λειτουργούν συμπληρωματικά, τόσο στη δουλειά όσο και στον τρόπο που προσεγγίζουν τους χαρακτήρες.

Παρότι αφήνει χώρο στην ελευθερία και στο παιχνίδι, ο Πάνος Παπαδόπουλος δεν είναι σκηνοθέτης του «απόλυτου αυτοσχεδιασμού». Αντίθετα, χρειάζεται πρώτα να οριοθετήσει καθαρά τη σκηνική γραμμή, για να νιώθει ότι πατά πάνω σε ένα δίχτυ ασφάλειας. Μόνο τότε μπορεί να αφεθεί στο χάος. «Δεν είμαι άνθρωπος που θα αρχίσει να αυτοσχεδιάζει στο τίποτα», λέει. «Το χάος μόνο του μου δημιουργεί φόβο. Αλλά αν ξέρω ότι καθόμαστε σε δύο καρέκλες, ότι κοιτάμε στο άπειρο και ότι η δουλειά μας είναι να μιλάμε εκεί, τότε αρχίζουν να προκύπτουν συνεχώς πράγματα».

Το ίδιο ισχύει και με το κείμενο. Αν και παλαιότερα του άρεσε να προσθέτει υλικό πάνω σε ήδη υπάρχοντα έργα, όσο μεγαλώνει νιώθει όλο και περισσότερο την ανάγκη να επιστρέφει στο αρχικό κείμενο και να το υπηρετεί. «Μου αρέσει κάτι να υπάρχει πολύ καθορισμένο και μετά να έρχομαι και να το ανατινάζω», λέει χαμογελώντας. «Να του βάζω μια βόμβα». Όμως αυτή η ελευθερία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς βαθιά γνώση του έργου. «Οι λέξεις για μένα ενθαρρύνουν τα πράγματα να συμβούν», εξηγεί. «Το κείμενο είναι η μεγάλη αφετηρία για να ξεσηκωθείς και να τολμήσεις».

© Ελίνα Γιουνανλή

Το γέλιο ως αντίσταση στη μοναξιά

Παρότι οι Καρέκλες μιλούν για τη ματαίωση και το ανεκπλήρωτο, η παράσταση δεν στερείται χιούμορ. Ένα χιούμορ που γεννιέται όχι από την ελαφρότητα, αλλά από το γκροτέσκο, το άβολο της κατάστασης, από μια παράξενη και επίμονη τρυφερότητα. Μιλά για μια μορφή γέλιου που πηγάζει από τη γενναιότητα των ηρώων: από το γεγονός ότι, παρόλο που βιώνουν κάτι βαθιά δυστοπικό και μη «κανονικό», το αντιμετωπίζουν με μια σχεδόν παιδική πίστη ότι όλα μπορούν να αλλάξουν. «Αυτό είναι που με συγκινεί», λέει. «Η γενναιοδωρία να αντιμετωπίζεις το δράμα σου με θετικότητα».

Τον αγγίζουν οι ιστορίες ανθρώπων που, ενώ περνούν κάτι πολύ δύσκολο, βρίσκουν τη δύναμη να χαμογελάσουν. «Κλαίω πάντα όταν βλέπω κάποιον που του συμβαίνει κάτι πολύ άσχημο και χαμογελάει», μοιράζεται ο Πάνος Παπαδόπουλος. Μιλά για αυτή τη βουβή αξιοπρέπεια, για εκείνον που μαθαίνει πως είναι άρρωστος και αντί να βυθιστεί στο δράμα, προσπαθεί να ανακουφίσει τον άνθρωπο που του μεταφέρει την είδηση. Για τη δύναμη να υπερπηδάς το εμπόδιο με ένα αστείο, με ένα χαμόγελο, με μια χειρονομία φροντίδας. Αυτό το γέλιο, όπως το περιγράφει, δεν είναι άμυνα. Είναι γενναιότητα. Είναι η επιθυμία να προστατεύσεις τον άλλον, αλλά και τον εαυτό σου. Να κοιτάξεις το σκοτάδι από μια πιο φωτεινή πλευρά.

Και αυτή τη στάση προσπαθεί να μεταφέρει και στην υποκριτική του. «Τα πιο στενάχωρα πράγματα μου αρέσει να τα λέω με ένα χαμόγελο. Το θεωρώ πολύ πιο γενναιόδωρο και για τον άλλον και για το ίδιο το συναίσθημα. Του δίνει χώρο να ανθίσει».

© Ελίνα Γιουνανλή

Έρωτας, «κενό» και η επιθυμία να ανήκουμε

Μιλώντας για τη γενναιότητα απέναντι στο σκοτάδι, η κουβέντα πηγαίνει και στον έρωτα, στη σημασία της ευαλωτότητας στις ανθρώπινες σχέσεις. Στο μυαλό του έρχεται μια φράση του Θωμά Μοσχόπουλου από την περίοδο του Περιμένοντας τον Γκοντό: πως αυτό που αγαπάμε πραγματικά στους ανθρώπους είναι το κομμάτι της αδυναμίας τους. Εκείνο το «κενό» που μας επιτρέπει να πλησιάσουμε, να εισχωρήσουμε, να σταθούμε δίπλα τους και να συμπληρώσουμε κάτι: «Αν κάποιος φαίνεται πλήρης από μακριά», λέει, «δεν έχουμε τι να του προσφέρουμε». Έτσι βλέπει και την αγάπη ως μια μορφή παράδοσης στον άλλον. Και τον έρωτα ως ένα συναίσθημα που, όσο κι αν το εξιδανικεύουμε, ξεκινά συχνά ιδιοτελώς: από την ανάγκη το αγαπημένο πρόσωπο να γίνει «δικό μας». Θυμάται μια σκέψη που είχε διαβάσει στον Όταν έκλαψε ο Νίτσε του Γιάλομ: πως η ερωτική επιθυμία δεν είναι τίποτα άλλο από τη λαχτάρα να μην μοιραστεί το ερωτικό αντικείμενο με κανέναν. Και αυτή η ανάγκη διαπερνά και τις Καρέκλες. Το ζευγάρι ηλικιωμένων συνομιλούν με ανύπαρκτους καλεσμένους που κουβαλούν παλιές ερωτικές εκκρεμότητες. Σαν να προσπαθούν κρυφά να ξαναβρούν το σκίρτημα, εκείνη μιλώντας με έναν φανταστικό επισκέπτη, εκείνος με μια παλιά αγαπημένη που τώρα πια έχει γεράσει. Μια ύστατη προσπάθεια να νιώσουν ξανά ζωντανοί, να ακουμπήσουν αυτή τη λαχτάρα που δεν έσβησε ποτέ.

© Ελίνα Γιουνανλή

«Οι Καρέκλες» στην εποχή των social media: Συνδεδεμένοι αλλά μόνοι

Αναρωτιέται κανείς εύκολα αν οι Καρέκλες – ένα έργο γραμμένο δεκαετίες πριν- συνομιλούν με τη σημερινή εποχή της αδιάκοπης ψηφιακής επικοινωνίας. Παρότι παλιό, το κείμενο του Ιονέσκο μοιάζει σχεδόν προφητικό: σαν να «προβλέπει» μια κατάσταση όπου οι λέξεις πολλαπλασιάζονται, αλλά χάνουν το βάρος τους· όπου η επικοινωνία γίνεται συνεχής, χωρίς να γίνεται ουσιαστική. Στο έργο, οι διάλογοι μοιάζουν συχνά σχηματικοί, σαν μιμήσεις πραγματικών συνομιλιών, χωρίς πραγματικό περιεχόμενο. «Είναι σαν ένα τηλέφωνο που δεν χτυπάει», λέει ο Πάνος Παπαδόπουλος. «Και όμως υπάρχει πάντα η ελπίδα ότι θα χτυπήσει».

Αυτό που τον γοητεύει ιδιαίτερα είναι πως στον Ιονέσκο η ατμόσφαιρα είναι πιο ισχυρή από τις ίδιες τις λέξεις. Σαν σε έναν κινηματογραφικό κόσμο, τον παρομοιάζει μάλιστα με τον κόσμο του Ντέιβιντ Λιντς, όπου αυτό που δεν λέγεται έχει μεγαλύτερη δύναμη από αυτό που ακούγεται.

Όσο για τη σύγχρονη ψηφιακή πραγματικότητα, ο ίδιος παραδέχεται πως του είναι σε μεγάλο βαθμό ξένη. Παρότι νέος άνθρωπος, δεν χρησιμοποιεί σχεδόν καθόλου τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: διατηρεί μόνο το Facebook από παλιά, χωρίς όμως να νιώθει οικεία με τη λογική της συνεχούς έκθεσης. Αυτό που τον ενοχλεί περισσότερο είναι η «αποτίμηση της αξίας» σε αριθμούς: τα likes, τους ακόλουθους, τη δημοφιλία. «Ιδιαίτερα στον χώρο του θεάτρου αυτή η μέτρηση είναι συχνά παραπλανητική. Ένας μεγάλος αριθμός ακολούθων δεν σημαίνει απαραίτητα ότι αυτοί οι άνθρωποι θα έρθουν να δουν μια παράσταση ή θα στηρίξουν ουσιαστικά τη δουλειά σου. Είναι ένας πλασματικός κόσμος», λέει. Θυμάται μια κουβέντα που του έμεινε από τον Νίκο Καραθάνο: «Καλύτερα να λένε για τους ανθρώπους “πού ’ντος, πού ’ντος”, παρά “νάτος, νάτος!”». Κι έτσι, η συζήτηση επιστρέφει στον πυρήνα των Καρεκλών: μήπως υπάρχουμε μόνο μέσα από το βλέμμα των άλλων; Μήπως η ανάγκη να μας βλέπουν, να μας ακούνε, να μας αναγνωρίζουν είναι πιο ισχυρή από ποτέ;

© Ελίνα Γιουνανλή

Από τα κινούμενα σχέδια στη σκηνή

Η επιθυμία του να γίνει ηθοποιός γεννήθηκε πολύ νωρίς, μέσα από τα κινούμενα σχέδια. Θυμάται τη μανία του με τη Disney, την Ωραία Κοιμωμένη, τον Πίτερ Παν, όλους εκείνους τους κόσμους που τον μάγευαν. Παράλληλα, είχε μεγάλη αγάπη και για το σκίτσο. Στην πραγματικότητα, το πρώτο του όνειρο δεν ήταν καν η υποκριτική, αλλά να γίνει σκιτσογράφος κινουμένων σχεδίων και να δουλέψει κάποτε στη Disney. Η στιγμή που όλα άλλαξαν ήρθε όταν είδε τα 101 Σκυλιά της Δαλματίας, την εκδοχή με ηθοποιούς. «Εξεπλάγην όταν κατάλαβα ότι αυτό που έβλεπα στα καρτούν μπορούσε να το κάνει και ένας άνθρωπος», λέει. «Σαν να είδα ότι αυτός ο κόσμος μπορεί να συνεχιστεί τρισδιάστατα». Κάπως έτσι γεννήθηκε η επιθυμία να ανέβει ο ίδιος στη σκηνή. Σύντομα κατάλαβε ότι το θέατρο ήταν και ένας τρόπος να βρει κοινωνικό πάτημα. Στα σχολικά χρόνια, οι θεατρικές παραστάσεις έγιναν για εκείνον ένας τρόπος αποδοχής. Να νιώσει χρήσιμος, απαραίτητος. Θυμάται την αγωνία του μήπως ήταν πάντα ο τελευταίος που θα διάλεγαν στις ομάδες – μια ανασφάλεια που τον συνόδευε.

Παρά το γεγονός ότι ασχολείται με το θέατρο, δεν είναι από εκείνους που έχουν διαβάσει αμέτρητα θεατρικά κείμενα. Όμως από πολύ μικρός, ήδη από τα 15 του, άρχισε να βλέπει συστηματικά παραστάσεις. Θυμάται πως έβλεπε τουλάχιστον μία παράσταση την εβδομάδα. Πρώτα με τη μητέρα του, κι έπειτα μόνος του ή με παρέες που μοιράζονταν την ίδια αγάπη να βρίσκονται σε αυτόν τον κόσμο. Ίσως αυτή η ανάγκη συνδεόταν με κάτι βαθύτερο: με τη βιασύνη του να μεγαλώσει. Όχι για να ξεφύγει, αλλά γιατί ένιωθε πως το περιβάλλον της ηλικίας του δεν μπορούσε να χωρέσει τις πνευματικές και συναισθηματικές του ανάγκες.

Θυμάται έντονα το πέρασμα από την παιδική ηλικία στην εφηβεία: εκείνος ήθελε ακόμη να παίζει κυνηγητό, ενώ οι συμμαθητές του άρχισαν να αναζητούν μπαρ και φασαρία. Εκείνη τη στιγμή, δεν ήθελε να μεγαλώσει – ήθελε να γυρίσει πίσω. Και ίσως γι’ αυτό το θέατρο έγινε τελικά το ιδανικό του καταφύγιο. Γιατί, όπως λέει, το θέατρο «νομιμοποιεί το παιχνίδι». Του επιτρέπει να συνεχίσει αυτό που δεν χόρτασε αρκετά στην παιδική ηλικία, να παίζει, να φαντάζεται, να ζει μέσα σε άλλους κόσμους.

© Ελίνα Γιουνανλή

Η επόμενη δημιουργική διαδρομή: «Mικρές ταπεινώσεις» της ζωής

Πριν ολοκληρώσουμε τη συζήτησή μας, ο Πάνος Παπαδόπουλος μιλά για την επόμενη θεατρική του δουλειά – ένα πρότζεκτ βαθιά προσωπικό. Τον Μάρτιο, θα παρουσιάσει μαζί με τη Νεφέλη Φασούλη την παράσταση «Μικρές ταπεινώσεις», μια σκηνική σύνθεση βασισμένη στο ημερολόγιο του παππού του: ένα υλικό που ανακάλυψε και τον συγκίνησε. Το ημερολόγιο, ξεκινά από το 1980 και φτάνει μέχρι λίγο πριν τον θάνατο του παππού του το 2011. Περιλαμβάνει στιγμές καθημερινότητας, μνήμες από την Κατοχή, σκέψεις για τη μοναξιά, τη χαρά, την απώλεια της γιαγιάς του, αλλά και μικρά περιστατικά που αποκαλύπτουν πώς βιώνει ένας άνθρωπος τον χρόνο που περνά. «Είναι σχεδόν ποιητικό», λέει.

Με δύο όργανα επί σκηνής, τον Κωστή Χριστοδούλου στο πιάνο και ένα κοντραμπάσο, η παράσταση θα πλέκει αποσπάσματα από το ημερολόγιο με νέο υλικό, που ο ίδιος σκοπεύει να γράψει. Στόχος του είναι να δημιουργήσει μια αφήγηση που θα ξεκινά από τον χαμό της γιαγιάς του, θα περνά από τον τρόπο που ο παππούς του βίωσε τη μοναξιά και θα φτάνει μέχρι τη δική του εμπειρία απώλειας. Μια διαδρομή μνήμης από γενιά σε γενιά.

Η σχέση του με τον παππού του υπήρξε καθοριστική. Θυμάται τη βαθιά αγάπη που τους ένωνε, αλλά και τον φόβο που τον συνόδευε από παιδί, τον φόβο της μοναξιάς και της απώλειας. Έμεναν στην ίδια πολυκατοικία και συχνά έτρεχε να ανοίξει την πόρτα του, μήπως του είχε συμβεί κάτι. Μια από τις πιο έντονες μνήμες του είναι η στιγμή που ο παππούς του, λίγο πριν φύγει από τη ζωή, του είπε πως είχε κουραστεί και ήθελε να φύγει. «Με τον παππού μου το θυμάμαι πολύ έντονα πως καμιά φορά, για να μιλήσουμε για αυτά που αγαπάμε, πρέπει πρώτα να πονέσουμε. Κι αυτό είναι τόσο δύσκολο. Όταν αρρώστησε, θυμάμαι πως είχε κουραστεί πολύ. Σχεδόν δεν μπορούσε να το ψελλίσει και μου είπε: “Κουράστηκα… θέλω να φύγω τώρα”. Ήταν τόσο καλά μέχρι τότε. Έφτασε τα 92. Κι εγώ ήθελα να του πω ότι τον αγαπάω, αλλά δεν τολμούσα. Του έλεγα μόνο: “Μην τα λες αυτά τώρα, σε αγαπάμε τόσο πολύ”. Μου έκανε εντύπωση ότι δεν μπορούσα να πω καθαρά τη λέξη “σ’ αγαπάω”. Είναι τρομερό… αυτός ο φόβος, μήπως το πεις σε τοίχο και δεν γυρίσει πίσω».

Cover photo: Εβίτα Σκουρλέτη

Info παράστασης:

Οι Καρέκλες | Θέατρο του Νέου Κόσμου – Κεντρική Σκηνή

The post Ο Πάνος Παπαδόπουλος μιλά για τις «Καρέκλες» του Ιονέσκο, τη μοναξιά και τη σύγχρονη αποξένωση appeared first on ελculture – Θέατρο, Μουσική, Τέχνη & Πολιτισμός.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...