Τελευταία νέα
Συνάντηση Κ. Μητσοτάκη – Κ. Γκιλφόιλ στο Μέγαρο Μαξίμου Γιώργος Μυλωνάκης: Συνεργάτες και κυβερνητικά στελέχη στο πλευρό του υφυπουργού στον «Ευαγγελισμό» για 3η μέρα – Σταθερή η κατάστασή του Συνάντηση Κυριάκου Μητσοτάκη – Κίμπερλι Γκιλφόιλ στο Μέγαρο Μαξίμου Φάμελλος για Γεωργιάδη: «Αν ο Μητσοτάκης δεν τον διώξει, είναι ίδιος και χειρότερος» Σ. Φάμελλος: Αν ο κ. Μητσοτάκης διαφωνεί με όσα λέει ο υπουργός του, πρέπει να τον διώξει σήμερα Boρίδης για ΟΠΕΚΕΠΕ: Δεν υπάρχει πολιτικό σκάνδαλο, η αντιπολίτευση δεν έχει τίποτα άλλο να πει Τ. Θεοδωρικάκος: Τρία νέα αναπτυξιακά καθεστώτα για μεταποίηση, μεγάλες επενδύσεις και παραμεθόριες περιοχές Άδ. Γεωργιάδης για ΟΠΕΚΕΠΕ: Οι δικογραφίες που έχουν έρθει στη Βουλή δεν έχουν ποινικά ζητήματα Σκέρτσος για Μυλωνάκη: Ο αγώνας του μας αφορά όλους, η πολιτική δεν μπορεί να υπηρετεί την απανθρωπιά Συνάντηση Πιερρακάκη-Γκεοργκίεβα στο ΔΝΤ: Στο τραπέζι η θετική πορεία της ελληνικής οικονομίας Μ. Βορίδης: Δεν υπάρχει πολιτικό σκάνδαλο στον ΟΠΕΚΕΠΕ – Η αντιπολίτευση επενδύει γιατί δεν έχει τίποτα άλλο να πει ΠΑΣΟΚ για συνέντευξη Μαρινάκη: «Αδιανόητο να μιλά η ΝΔ για τοξικότητα, ο Μητσοτάκης είναι ο αρχιτέκτονας»
Elculture.gr

«Ιεροτελεστία» σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη στο Εθνικό Θέατρο: Η σκηνική απομάγευση του ευαίσθητου έργου του Guillaume Poix

«Να ενταφιάσουμε τους νεκρούς Και να γιατρέψουμε τους ζωντανούς» Άντον Τσέχωφ – Πλατόνοφ
Στην περίοδο της πρόσφατης πανδημίας, κατά τη διάρκεια των αλλεπάλληλων υποχρεωτικών εγκλεισμών, η σκηνοθέτις Lorraine de Sagazan και ο συγγραφέας Guillaume Poix θέλοντας να υπερβούν την πρωτόγνωρη και ανατριχιαστική απομόνωση συνομίλησαν για έξι μήνες μέσα σε ερημωμένα θέατρα με περισσότερους από 300 ανθρώπους.
Οι δύο δημιουργοί, έκπληκτοι, βρέθηκαν μπροστά σε μια παράδοξη διαπίστωση: πάντα ανάμεσα στις διηγήσεις των αγνώστων που συναντούσαν αναφερόταν και ένας οικείος νεκρός. Οι δύο δημιουργοί περιγράφουν την παραδοξότητα που βίωναν: « Συναντώντας αυτούς τους ζωντανούς ανθρώπους, είχαμε την αίσθηση ότι συναντούσαμε τους νεκρούς τους. Πού να θρηνήσουν τους νεκρούς; Πού να μιλήσουν γι’ αυτούς; Πού να μιλήσουν για τον δικό τους θάνατο; Τους φαινόταν ότι έλειπε ένα μέρος. Ένα μέρος όπου άθεοι, ορθολογιστές, σκεπτικιστές, αγνωστικιστές, όσοι αμφιβάλλουν, όσοι δεν γνωρίζουν, όσοι θα ήθελαν να πιστέψουν αλλά δεν μπορούν, θα μπορούσαν να μιλήσουν για τον θάνατο χωρίς ταμπού, φόβο ή προκαταλήψεις».

 
Συσχετίζοντας τις εκμυστηρεύσεις αυτών των άγνωστων ανθρώπων με μια φράση που είχε στοιχειώσει τη Γαλλίδα σκηνοθέτιδα από τον Πλατόνοφ του Τσέχωφ: Να ενταφιάσουμε τους νεκρούς και να γιατρέψουμε τους ζωντανούς, έργο στο οποίο έκανε ελεύθερη διασκευή με τίτλο “L’Absence de père” (Η απουσία του πατέρα), που παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Nuits de Fourvière. Ζήτησε από τον Guillaume Poix με βάση τις εκμυστηρεύσεις αυτών των άγνωστων ανθρώπων να γράψει ένα θεατρικό έργο με κοινό άξονα τον θάνατο ενός καθοριστικού προσώπου για τον βίο του ζωντανού εξομολογούμενου.
Μέσα από τις ιστορίες τους, δημιουργήθηκε η αδήριτη ανάγκη να βρεθεί ένας τόπος που θα τους επέτρεπε απενοχοποιημένα να βιώσουν το πένθος. Μια κατάσταση κατ’ουσίαν απαγορευμένη, την οποία οι καταναλωτικές κοινωνίες μας απαξιώνουν στο όνομα του κέρδους και της ευτυχιοκρατίας. Η πρόθεση της εποχής μας είναι η γρήγορη απαλλαγή από το νεκρό σώμα, διαδικασία που ανατίθεται στους επαγγελματίες ως μέσο άμεσης ανακούφισης από τον πόνο. Κατ’ ουσίαν όμως πρόκειται για μια συναισθηματική υπεκφυγή που ενισχύει τη διαιώνισή του.

Στο σημείωμα που προηγείται του έργου διαβάζουμε τα παρακάτω: «Σχεδόν όλα τα άτομα που δέχτηκαν να μιλήσουν αναφέρθηκαν αυθόρμητα σε έναν νεκρό. Αφηγήθηκαν το σπάσιμο μιας σχέσης μετά την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου. Κι ακόμα, την απουσία συλλογικής στήριξης σ’ αυτό το βίωμα σαν να είχε γίνει ο θάνατος θέμα ταμπού. Σαν να υπήρχε κάτι που έλειπε. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, εκδηλώθηκε ένα αίτημα: η αφήγηση να μεταμορφώσει τις ιστορίες τους. Να τις ανατοποθετήσει ενώπιον των νεκρών τους. Ώστε μέσα από αυτή τη χειρονομία, να επιβιώσουν στη συλλογική μνήμη». Έτσι, η Lorraine de Sagazan και ο Guillaume Poix τους πρόσφεραν μια αντεστραμμένη «Ιεροτελεστία της Άνοιξης» στον υπερβατικό χώρο της σκηνής ενός Θεάτρου. Όπου βίωσαν μια επουλωτική, υπερβατική εμπειρία που ενίσχυε η ιερή, τελετουργική δύναμη του θεάτρου.

Οι Γάλλοι καλλιτέχνες δημιούργησαν ένα ετεροτοπικό, μετασχηματιστικό χώρο. Έναν κόσμο που ενυπάρχει εντός των κόσμων και ταυτόχρονα τους εμπεριέχει, χωρίς αυτό να συνιστά αντίφαση. Ο σκηνοθέτης Χρήστος Θεοδωρίδης θα γοητευθεί -και όχι άδικα- τόσο από το θεατρικό κείμενο του Guillaume Poix, όσο και από την ακραία συνθήκη που το παρήγαγε που θέλησε να παρουσιάσει τη δική του παραστασιακή εκδοχή με τη συνδρομή της στενής συνεργάτιδάς του Ιζαμπέλας Κωνσταντινίδου με την οποία θα συνυπογράψει και τη δραματουργική επεξεργασία. Η Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου, εξάλλου, σε μια προσπάθεια να επικοινωνήσει το κείμενο του Poix -διαποτισμένο έντονα από τη γαλλική κουλτούρα- με τους Έλληνες θεατές, θα συγγράψει τρεις επιπρόσθετες ιστορίες για να ακουμπά το έργο στην ελληνική πραγματικότητα. Αυτές του Ιμπραήμ, του Πάνου και του Σάββα.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το κείμενο του Poix είναι ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο. Η συνθήκη δε που το παρήγαγε και το θέμα του υπόσχονται μακροημέρευση στις σκηνές του κόσμου. Η ελληνική παραστασιακή εκδοχή είχε την τύχη η μετάφραση του έργου να γίνει από την εξαιρετική Δήμητρα Κονδυλάκη, η οποία πρόσφερε ένα κειμενικό αποτύπωμα βαθύ, τόσο νοηματικά, όσο και γλωσσικά. Που αποδεικνύει την εμπειρία, την εμβριθή μελέτη αλλά και τη γνώση της κουλτούρας και των δύο λαών. Ένα κείμενο που συγκινεί βαθιά τον αναγνώστη ξεπερνώντας κατά πολύ το θεμέλιο μιας παραστασιακής αποτύπωσης και λάμπει αυτόφωτο.
Αν και το πρωτογενές κείμενο του Poix, όσο και η μετάφραση της Δήμητρας Κονδυλάκη πρόσφεραν τα εχέγγυα για τη δημιουργία ενός καθηλωτικού παραστασιακού γεγονότος, ωστόσο, κάποιες σκηνοθετικές και δραματουργικές αστοχίες στέρησαν το τελικό παραστασιακό αποτέλεσμα από το εύρος, τη δύναμη και τη συγκίνηση που θα μπορούσε να παράξει, αποδυναμώνοντάς το. Συγκεκριμένα: αισθάνομαι ότι η καθοριστικότερη δραματουργική και σκηνοθετική αστοχία που καθόρισε το εγχείρημα είναι η επιλογή αποτελετουργοποίησης και αποϊεροποίησης ενός κειμένου που δημιουργήθηκε ακριβώς για να παράξει ένα τελετουργικό θεατρικό δρώμενο.

Θυμίζω ότι ο γαλλικός τίτλος είναι “un sacre” και ο ελληνικός τίτλος που πρότεινε η Δήμητρα Κονδυλάκη είναι «Ιεροτελεστία», την οποία η δραματουργική και σκηνοθετική γραμμή καταργεί. Ο Guillaume Poix θα σημειώσει σχετικά: « Και όπλο τους, πάλι σήμερα, είναι η τελετουργία και το θέατρο. Όχι οποιοδήποτε θέατρο. Αλλά ένα τελετουργικό θέατρο όπου ιερουργεί, δηλαδή παράγει μαγεία». Έναντι του τελετουργικού δρώμενου η δραματουργική και σκηνοθετική θέση προτείνει «το θέατρο εν θεάτρω» που αποδυναμώνει την αρχική πρόθεση αλλά και τη συνθήκη γραφής.
«Απόψε με λένε Ρενάτα Μαριάνι κι όσα σας πω τα πιστεύω βαθιά. Αυτή είναι η δουλειά μου να πιστέψω βαθιά τα λόγια μου και να σας τα πω». Έτσι, μέσω της δραματουργικής επεξεργασίας που έχει υποστεί το κείμενο με την έναρξη της παράστασης θα πληροφορηθούμε ότι μπροστά μας δεν έχουμε τη μοιρολογίστρα, αλλά την ηθοποιό που την υποδύεται. Η Ρενάτα Μαριάνι, ο ρόλος της μοιρολογίστρας θα μπορούσε να είναι ο ψυχοπομπός, η σύνδεση του Κάτω κόσμου με τα ανθρώπινα. Το αναφέρει το αρχικό κείμενο εξάλλου: «Εγώ, ήμουν αυτό που λένε μάγκα: σημαίνει πως αισθάνομαι πράγματα, βλέπω πράγματα. Έχω πολύ έντονη διαίσθηση κι αυτό το κατάλαβαν γρήγορα στο χωριό».
Η σκηνοθετική οπτική επιλέγει αντί να έχει ενεργή σκηνική παρουσία σε όλο το παραστασιακό εγχείρημα να την τοποθετήσει σε μια καρέκλα εντάσσοντάς τη στο πλέγμα των θεατών. Ίσως ως παντεπόπτη στα ανθρώπινα, αλλά αυτό έχω την αίσθηση ότι δεν λειτουργεί. Δεν την αποσύρει από το οπτικό πεδίο των θεατών. Και αυτό αποδυναμώνει τη μεταφυσική της υπόσταση. Το ότι αποτελεί τον συνδετικό κρίκο μεταξύ ζωντανών και νεκρών. Την κρατά καθισμένη και σχεδόν άπραγη -κάποια στιγμή λέει μια φράση- μέχρι που την επαναφέρει στη σκηνή για το φινάλε. Αισθάνομαι ότι αυτό αποτελεί σκηνική σπατάλη ενός νευραλγικού ρόλου και μιας ικανότατης ηθοποιού όπως η Ιωάννα Μαυρέα.

 
Οι ηθοποιοί θα καθίσουν σε μια σειρά από καρέκλες δεξιά των θεατών, σε μια ενδιάμεση περιοχή. Σε ένα αμήχανο «ανάμεσα» μεταξύ σκηνής και κοινού. Η μεταιχμιακή αυτή θέση αποτελεί το πριν ή το μετά της σκηνικής παρουσίας του κάθε ηθοποιού και λειτουργεί ανασταλτικά στη σύνδεση των θεατών με το σκηνικό γεγονός. Την έλλειψη σύνδεσης επιτείνει και η χρονική έκταση της παράστασης. Επίσης, η σκηνοθετική επιλογή να συνδέσει κάποιους μονολόγους με σκηνικές δραματοποιήσεις που κατά τη γνώμη μου περιττεύουν, προσθέτουν χρόνο στην παράσταση, επιβαρύνοντάς την. Αλλά κυρίως αποδυναμώνουν ισχυρές ερμηνευτικές καταθέσεις που θα ακολουθήσουν.
Ενδεικτικά αναφέρω: Η Μαρία Μπαγανά θα υποδυθεί τη Ζαία, μια γυναίκα που έχει υποστεί ακραία κακοποίηση από τον πατέρα της, ο οποίος πλέον είναι νεκρός. Ένας συγκλονιστικός μονόλογος. Σπαρακτικά ερμηνευμένος από την ηθοποιό, μέσα σε μια έντονη σκηνοθετική συνθήκη υπερθεάματος. Το γεγονός ότι πριν ερμηνεύσει τον συγκλονιστικό αυτό μονόλογο τη βλέπουμε στη σκηνή ως βουβό πρόσωπο να υποδύεται τη χήρα ενός άνδρα που πέθανε για να σώσει από πνιγμό στη θάλασσα τον Τομά, ο οποίος είναι και ο ήρωας του σχετικού μονόλογου που δεν χρειαζόταν κανένα δευτερεύον πρόσωπο για να είναι πλήρης σκηνικά.
Ακολούθως και ο Γιώργος Εξακοΐδης πριν τον δούμε στη σκηνή να ερμηνεύει τον συγκλονιστικότερο μονόλογο του κειμένου -κατά τη γνώμη μου- αυτόν ενός δολοφόνου που νιώθει ότι πλέον η σκιά του θύματός του τον ακολουθεί παντού, τον βλέπουμε στον μονόλογο του Πάνου, όπου ερμηνεύει τον νεκρό του αδερφό, όπου ο Πάνος σε μια φασματική συνάντηση μαζί του φαντασιώνεται ότι ξαναγίνονται παιδιά και μαλώνουν και παίζουν ξύλο. Σκηνοθετική επιλογή που δεν προσφέρει τίποτα στους δύο μονολόγους, ενισχύει την άσκοπη παράταση του σκηνικού χρόνου που είναι επιβλαβής για την παράσταση. Και αποδυναμώνει δύο εξαιρετικές ερμηνείες του παραστασιακού εγχειρήματος, αυτές της Μαρίας Μπαγανά και του Γιώργου Εξακοΐδη που τους έχει ήδη αποκαλύψει στη σκηνή σε κάτι χωρίς ιδιαίτερη σκηνική σημασία, αποδυναμώνοντας τις ουσιαστικές ερμηνευτικές στιγμές τους.

Τέλος, οι τρεις εμβόλιμες σκηνικές ιστορίες που έχει γράψει η Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου προκειμένου να επιτευχθεί μια συνάφεια με την ελληνική πραγματικότητα, έχω την αίσθηση ότι κειμενικά είναι αδύναμες έναντι του αρχικού γαλλικού κειμένου και η προσπάθεια αυτή δεν έχει λειτουργικό αντίκρισμα στο παραστασιακό εγχείρημα.
Από την άλλη μια ισχυρή σκηνοθετική επιλογή που λειτουργεί υπέρ είναι οι σκηνικές συνδέσεις μεταξύ των μονολόγων, οι οποίες είναι ευφυείς και λειτουργικές.
Την επιμέλεια της ύλης του προγράμματος έχει επωμιστεί η έμπειρη Εύα Σαραγά. Η γνώση, η ευαίσθητη και ιδιαίτερη ματιά της είναι εμφανής. Η συνύπαρξη των κειμένων με την εξαιρετική μετάφραση της Δήμητρας Κονδυλάκη αναβαθμίζουν το ήδη ενδιαφέρον πρόγραμμα σε ολοκληρωμένη έκδοση.

Οι συντελεστές:
Τη μουσική επιμέλεια έχει επωμιστεί ο σκηνοθέτης Χρήστος Θεοδωρίδης. Μια μουσική επιμέλεια που στηρίζεται στην αντίστιξη της υπονομευτικής ζωντανής ορχήστρας που τις ζωντανές μουσικές εκτελέσεις συνοδεύει ένα έντονο χιουμοριστικό ιδίωμα -μια σκηνική ειρωνική γλώσσα, που ενδεχομένως η πρόθεσή της είναι να αποφορτίσει από τις έντονα φορτισμένες ατμόσφαιρες του κειμένου- και των μουσικών επιλογών που συνοδεύουν τους μονολόγους. Ένας αντιστικτικός μουσικός διάλογος που θα μπορούσε να έχει ενδιαφέρον αλλά με διαφορετικό κειμενικό υπόβαθρο.
Τα σκηνικά των Λουκά Μπάκα και Φιλάνθης Μπουγάτσου μοιάζουν ασαφή και συγχυτικά ως προς το αισθητικό ιδίωμα της παράστασης. Από τη μία επιλέγεται μια θαυμαστή λιτότητα αποθεώνοντας το σώμα του ηθοποιού επί σκηνής-ενδεικτικά αναφέρεται ο σκηνικογραφικός χειρισμός της ιστορίας του Σάββα- και από την άλλη εμφανίζεται αιφνιδιαστικά μια σκηνικογραφική φλυαρία επιζήμια για το παραστασιακό ιδίωμα.Ενδεικτικά αναφέρεται: το αστικό σαλόνι που παρέπεμπε σε γαλλικό boulevard ή το τραπέζι κουζίνας με τα δεκάδες αχρησιμοποίητα σκηνικά αντικείμενα στον μονόλογο του Λεό (της Λεά στο αρχικό κείμενο).

Τα κοστούμια του Άγγελου Μέντη δημιουργούν μια ενδιαφέρουσα σπουδή που συνδέει το ατομικό με το συλλογικό. Και που αποκαλύπτει στοιχεία του χαρακτήρα για τις προσωπικότητες των ηρώων που δεν λεκτικοποιούνται. Μια ουσιαστικής σημασίας αισθητική κατάθεση. Δυναμική, παθιασμένη, συναισθηματικά φορτισμένη η χορογραφία: της Ξένια Θεμελή αποκαλύπτει γλαφυρά και εύγλωττα τον συναισθηματικό κόσμο των ηρώων. Αν και δεν συμπλέει με το τελετουργικό ιδίωμα του αρχικού κειμένου, ωστόσο καταφέρνει να αφυπνίσει συναισθηματικά τους θεατές και να τους συνδέσει με το παραστασιακό εγχείρημα.
Συγκινητικοί οι φωτισμοί του Τάσου Παλαιορούτα που αποκαλύπτουν το μεταιχμιακό ανάμεσα σε ζωή και θάνατο, σε θέατρο και πραγματικότητα. Εμφανές το λυρικό τους αποτύπωμα. Άρτια και στιβαρή η μουσική διδασκαλία της έμπειρης Μελίνας Παιονίδου.

Οι ερμηνείες:
Στο σύνολό τους οι ερμηνευτικές καταθέσεις των ηθοποιών είχαν πάθος, ένταση, συγκίνηση και αφιερωματική διάθεση. Είναι η πρώτη φορά που αισθάνομαι την πολύ καλή και έμπειρη Ιωάννα Μαυρέα (Ρενάτα) μετέωρη. Η ερμηνευτική κατάθεση της Ελευθερίας Αγγελίτσα (Κάλι) είναι βαθιά συγκινητική. Ο Γιώργος Κισσανδράκης (Τομά) μας προσφέρει μια ενδιαφέρουσα ερμηνεία με το ιδιότυπο υποκριτικό του ιδίωμα Η Ειρήνη Δάμπαση (Ασμά) είναι μια δυναμική σκηνική παρουσία, αν και η υποκριτική της είναι κάποιες στιγμές αβαθής. Ο Ανδρέας Νάτσιος (Ζωρζ) καταθέτει μιας υψηλής ευαισθησίας και κραδασμών ερμηνεία βασισμένη σε ημιτόνια και αποχρώσεις.

Ο Ηλίας Σγουραλής (Ιμπραήμ) εμφανίζεται επαρκής και λιτός. Ο Θάνος Μαγκλάρας (Πάνος) αποδεικνύεται ειλικρινής και διαυγής στην ερμηνευτική του κατάθεση. Ο Γιώργος Εξακοΐδης (Ματίας) μας προσφέρει μια σπαρακτική ερμηνευτική κατάθεση ακραίας έντασης. Αντίστοιχης δύναμης η παρουσία του και στις χορογραφίες. Η Μαρία Μπαγανά (Ζαία) παρά το ακραίο σκηνοθετικό συμφραζόμενο στο οποίο εντάσσεται δημιουργεί μια από τις πιο σπαρακτικές στιγμές της παράστασης.
Ο Χαράλαμπος Αθανασόπουλος (Λεό) αισθάνομαι ότι η υποκριτική του κατάθεση ήταν θαμπή και επίπεδη. Ο Θωμάς Τσακνάκης (Σάββας) αισθάνομαι ότι η υποκριτική του αποδείχτηκε άνιση. Με στιγμές πολύ καλές και άλλες κάπως αβαθείς. Οι δύο βασικοί μουσικοί επί σκηνής: Κωνσταντίνος Κρομμύδας και Χρήστος Τζον Μούσλλι, έδειχναν να έχουν σκηνικό χιούμορ, έξοχους ρυθμούς, αλλά χέω την αίσθηση ότι η παρουσία τους δεν ήταν συμβατή με το αρχικό θεατρικό κείμενο και τα ζητούμενά του.

Συνοψίζοντας…
Ο εξοβελισμός της τελετουργίας από το παραστασιακό γεγονός που συνοδεύτηκε από μια σειρά σκηνοθετικών και δραματουργικών αστοχιών αποδυνάμωσαν τις αρετές ενός σκηνικού εγχειρήματος που θα μπορούσε να αναδειχτεί σε μείζον σκηνικό γεγονός με κάποιους άλλους χειρισμούς οδηγώντας το στη σκηνική απομάγευση.
Στα θετικά του η έξοχη μεταφραστική σπουδή της Δήμητρας Κονδυλάκη, οι σκηνοθετικές γέφυρες σύνδεσης των μονολόγων που συνοδεύουν το σκηνικό εγχείρημα καθώς και το πάθος και η αφοσίωση των ηθοποιών του.

Info παράστασης:
Ιεροτελεστία | Εθνικό Θέατρο – Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος», Κτήριο Τσίλλερ
 

The post «Ιεροτελεστία» σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη στο Εθνικό Θέατρο: Η σκηνική απομάγευση του ευαίσθητου έργου του Guillaume Poix appeared first on ελculture – Θέατρο, Μουσική, Τέχνη & Πολιτισμός.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...