Η πρόσφατη κρίση στην Τεχεράνη και η ανάγκη για άμεσο επαναπατρισμό πολιτών έφεραν στην επιφάνεια τις σοβαρές παθογένειες του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών. Σε ένα καυστικό άρθρο-παρέμβαση, ο Διευθύνων Σύμβουλος της Vision Labs R&D Team, Βασίλης Ζωγράφος, αναλύει το χάσμα ανάμεσα στην επικοινωνιακή εικόνα του εκσυγχρονισμού και την επιχειρησιακή υστέρηση της ελληνικής διπλωματίας
Του
ΒΑΣΙΛΗ ΖΩΓΡΑΦΟΥ
Διευθύνοντος Συμβούλου της Vision Labs R&D Team
Υποψήφιου Διδάκτορος Επιστήμης Πληροφορικής και Δεδομένων
BSc (Hons).CS, MBA.IB, MSc.DS, PhD.C.
zografos@visionlabs.gr
Η κρίση που εξελίσσεται στην περιοχή της Τεχεράνης, με την αιφνίδια επιδείνωση της ασφάλειας και την ανάγκη απομάκρυνσης ξένων πολιτών, ανέδειξε ένα ζήτημα που συχνά αποφεύγεται στον ελληνικό δημόσιο διάλογο, την επιχειρησιακή επάρκεια του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών σε συνθήκες διεθνούς κρίσης. Ο επαναπατρισμός πολιτών από εμπόλεμες ή επικίνδυνες περιοχές αποτελεί θεμελιώδη υποχρέωση κάθε κράτους. Ωστόσο, η εμπειρία των τελευταίων ημερών αποκάλυψε ένα μοτίβο ολιγωρίας, αποσυντονισμού και διοικητικής αδράνειας, που δύσκολα συνάδει με τις προσδοκίες ενός σύγχρονου ψηφιακού κράτους.
Μαρτυρίες πολιτών και πληροφορίες που κυκλοφόρησαν δημόσια υποδηλώνουν ότι σημαντικός αριθμός Ελλήνων που βρίσκονταν στην ευρύτερη περιοχή επιχείρησε να επικοινωνήσει με τις ελληνικές αρχές προκειμένου να ενημερωθεί για ενδεχόμενες επιχειρήσεις απομάκρυνσης. Αντί ενός οργανωμένου μηχανισμού καταγραφής και συντονισμού, πολλοί βρέθηκαν αντιμέτωποι με αποσπασματικές πληροφορίες, καθυστερημένες οδηγίες και ασαφείς διαδικασίες. Σε μια περίοδο όπου άλλα κράτη ενεργοποιούσαν άμεσα μηχανισμούς επαναπατρισμού, η ελληνική αντίδραση έδειχνε να κινείται με βραδείς και αβέβαιους ρυθμούς.
Η εικόνα αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, αν συγκριθεί με το πώς λειτουργούν άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Ηνωμένο Βασίλειο και το σύστημα του Foreign, Commonwealth and Development Office (FCDO). Το FCDO έχει αναπτύξει ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο ψηφιακής διαχείρισης κρίσεων για βρετανούς πολίτες στο εξωτερικό. Μέσω της πλατφόρμας «Travel Aware» και των σχετικών υπηρεσιών καταγραφής ταξιδιωτών, το βρετανικό κράτος μπορεί να γνωρίζει σε πραγματικό χρόνο ποιοι πολίτες βρίσκονται σε περιοχές υψηλού κινδύνου, να αποστέλλει άμεσα ειδοποιήσεις ασφαλείας και να οργανώνει επιχειρήσεις εκκένωσης με υψηλό βαθμό ακρίβειας.
Η διαφορά δεν είναι απλώς οργανωτική, είναι βαθιά θεσμική. Στο βρετανικό μοντέλο, η προξενική προστασία αποτελεί λειτουργία που στηρίζεται σε δεδομένα και σε ψηφιακές υποδομές. Οι πολίτες εγγράφονται ηλεκτρονικά πριν ή κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους, οι αρχές διαθέτουν δυναμικό μητρώο παρουσίας στο εξωτερικό και η επικοινωνία γίνεται μέσω ασφαλών ψηφιακών καναλιών. Σε περιπτώσεις κρίσης, η πληροφορία δεν αναζητείται εκ των υστέρων αλλά υπάρχει ήδη καταγεγραμμένη.
Στην ελληνική περίπτωση, η απουσία αντίστοιχης υποδομής οδηγεί σε καταστάσεις διοικητικού αυτοσχεδιασμού. Η ελληνική διπλωματική υπηρεσία φαίνεται να λειτουργεί ακόμη με λογικές παλιότερων δεκαετιών, όπου η επικοινωνία βασίζεται σε τηλεφωνικές επαφές, προσωρινές λίστες και ad hoc συντονισμό. Σε μια εποχή όπου το ίδιο το ελληνικό κράτος προβάλλει την εικόνα ενός ταχύτατα εξελισσόμενου ψηφιακού οικοσυστήματος, η υστέρηση στον τομέα της προξενικής προστασίας δημιουργεί εύλογα ερωτήματα.
Η ευθύνη για αυτήν την κατάσταση δεν μπορεί να αποδοθεί σε αφηρημένες δομικές αδυναμίες. Το υπουργείο Εξωτερικών, υπό την πολιτική ηγεσία του Γιώργου Γεραπετρίτη, όφειλε να έχει διαμορφώσει σαφές πλαίσιο διαχείρισης κρίσεων για έλληνες πολίτες που βρίσκονται στο εξωτερικό. Η διεθνής πραγματικότητα των τελευταίων ετών, από την Ουκρανία έως τη Μέση Ανατολή, καθιστά απολύτως προβλέψιμη την ανάγκη επείγουσας εκκένωσης πολιτών από περιοχές έντασης. Η έλλειψη προετοιμασίας σε ένα τόσο κρίσιμο πεδίο δεν μπορεί να θεωρηθεί απλώς συγκυριακή.
Ιδιαίτερα προβληματικό είναι το γεγονός ότι η ελληνική διοίκηση δεν φαίνεται να έχει αξιοποιήσει επαρκώς τις δυνατότητες του ίδιου του ψηφιακού μετασχηματισμού της χώρας. Η Ελλάδα διαθέτει πλέον προηγμένες ψηφιακές υποδομές σε πολλούς τομείς της δημόσιας διοίκησης. Η διασύνδεση μητρώων, η ψηφιακή ταυτοποίηση πολιτών και η ανάπτυξη πλατφορμών διαχείρισης δεδομένων θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για ένα σύγχρονο σύστημα καταγραφής Ελλήνων στο εξωτερικό και διαχείρισης κρίσεων. Ωστόσο, στον πυρήνα της προξενικής λειτουργίας, αυτές οι δυνατότητες παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αναξιοποίητες.
Η συνέπεια αυτής της υστέρησης γίνεται εμφανής σε στιγμές όπως η σημερινή. Όταν πολίτες βρίσκονται σε μια περιοχή όπου η ασφάλεια επιδεινώνεται ραγδαία, κάθε ώρα καθυστέρησης μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμη. Ο αποσυντονισμός μεταξύ προξενικών αρχών, υπουργείου και πολιτών δημιουργεί αβεβαιότητα και ανασφάλεια, πλήττοντας όχι μόνο τους άμεσα εμπλεκόμενους αλλά και την εικόνα του ίδιου του κράτους.
Η έννοια του ψηφιακού κράτους δεν εξαντλείται στην παροχή ηλεκτρονικών υπηρεσιών για διοικητικές πράξεις. Η πραγματική δοκιμασία της ψηφιακής διακυβέρνησης βρίσκεται στην ικανότητα διαχείρισης κρίσεων. Ένα σύγχρονο κράτος οφείλει να γνωρίζει πού βρίσκονται οι πολίτες του, να μπορεί να επικοινωνεί μαζί τους άμεσα και να οργανώνει την προστασία τους με συντονισμένο τρόπο.
Η εμπειρία του Ηνωμένου Βασιλείου και άλλων ευρωπαϊκών χωρών δείχνει ότι αυτό είναι απολύτως εφικτό. Το ερώτημα που προκύπτει για την ελληνική περίπτωση είναι γιατί το υπουργείο Εξωτερικών δεν έχει ακόμη υιοθετήσει αντίστοιχα εργαλεία και διαδικασίες. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν αφορά μόνο τη σημερινή κρίση. Αφορά την ευρύτερη ικανότητα του κράτους να προστατεύει τους πολίτες του σε έναν κόσμο αυξανόμενης γεωπολιτικής αβεβαιότητας.
Η κρίση στην Τεχεράνη θα παρέλθει. Το θεσμικό δίδαγμα, όμως, παραμένει. Σε έναν αιώνα όπου οι κρίσεις εξελίσσονται σε πραγματικό χρόνο, ένα κράτος που αντιδρά με αναλογικά εργαλεία κινδυνεύει να μείνει πίσω. Η ευθύνη για αυτήν την υστέρηση βαραίνει πρωτίστως την πολιτική ηγεσία, η οποία καλείται να την αντιμετωπίσει.
ΤΟ ΠΑΡΟΝ
The post Ψηφιακό κράτος στα λόγια, προξενική αδράνεια στην πράξη appeared first on ΤΟ ΠΑΡΟΝ.
Διαβάστε περισσότερα
