Το 1973, όταν το La Grande Bouffe του Marco Ferreri προβλήθηκε για πρώτη φορά, προκάλεσε σκάνδαλο. Η ιστορία τεσσάρων ανδρών που αποσύρονται σε μια βίλα με μοναδικό σκοπό να φάνε μέχρι θανάτου σόκαρε το κοινό με την ωμότητα, την υπερβολή και την προκλητική της ειρωνεία. Πίσω όμως από το γκροτέσκο θέαμα, η ταινία έκρυβε ένα μεγάλο υπαρξιακό ερώτημα για την αφθονία, την επιθυμία και το κενό που μπορεί να γεννηθεί μέσα στην ίδια την υπερπληρότητα.
Σχεδόν μισό αιώνα αργότερα, ο σκηνοθέτης Κωνσταντίνος Βασιλακόπουλος επανέρχεται σε αυτό το εμβληματικό έργο επιχειρώντας μια ελεύθερη θεατρική διασκευή. Στη σκηνική του προσέγγιση, το φαγοπότι μετατρέπεται σε μια σκοτεινή τελετουργία, μια γιορτή που σταδιακά μετατρέπεται σε θυσία. Η υπερκατανάλωση, η ματαιοδοξία και η ανάγκη για αδιάκοπη διέγερση λειτουργούν εδώ ως καθρέφτης μιας εποχής που μοιάζει να έχει τα πάντα, αλλά να βιώνει ταυτόχρονα μια βαθιά εξάντληση.
Στη συζήτησή μας, ο σκηνοθέτης μιλά για την πρόκληση της μεταφοράς ενός «αθεατρικού» έργου στη σκηνή, για το σώμα ως πεδίο επιθυμίας και εξάντλησης, αλλά και για την προσωπική του σχέση με ένα έργο που, όπως λέει, φωτίζει τη βαθύτερη πείνα της σύγχρονης ζωής: την ανάγκη για αληθινές εμπειρίες.
O σκηνοθέτης Κωνσταντίνος Βασιλακόπουλος photo: Πάνος Γιαννακόπουλος
Το La Grande Bouffe του Marco Ferreri υπήρξε μια ταινία-σκάνδαλο όταν προβλήθηκε το 1973. Τι σας έκανε να θέλετε να την επαναφέρετε σήμερα στη σκηνή;
Το La Grande Bouffe είναι ένα έργο που με ενδιαφέρει ακριβώς επειδή βρίσκεται στο όριο ανάμεσα στο γκροτέσκο και στο βαθιά υπαρξιακό. Όταν προβλήθηκε το 1973 προκάλεσε σκάνδαλο κυρίως λόγω της υπερβολής των εικόνων του. Σήμερα όμως, αν απομακρυνθεί κανείς από το σοκ της επιφάνειας, μένει κάτι πολύ πιο ανησυχητικό: τέσσερις επιτυχημένοι άντρες, στην ακμή της ζωής τους, αποφασίζουν να αυτοκαταστραφούν απλώς επειδή μπορούν. Χωρίς κάποιο σαφές κίνητρο. Αυτό με ενδιαφέρει πολύ θεατρικά. Η ακραία κατανάλωση, η υπερπληρότητα, η αίσθηση ότι όλα είναι διαθέσιμα και παρ’ όλα αυτά υπάρχει ένα τεράστιο κενό. Νομίζω ότι αυτή η αντίφαση είναι ίσως ακόμη πιο έντονη σήμερα απ’ ό,τι τη δεκαετία του ’70. Ζούμε σε μια εποχή αφθονίας εικόνων, εμπειριών και επιλογών, αλλά ταυτόχρονα υπάρχει μια βαθιά υπαρξιακή εξάντληση.
Art direction Photos: Carsten Klein
Πρόκειται για ένα έργο που πολλοί θεωρούν σχεδόν “αθεατρικό”, γιατί βασίζεται στο σώμα, την υπερβολή και την πρόκληση. Το σώμα δοκιμάζεται συνεχώς από την επιθυμία, την υπερβολή, την εξάντληση. Πώς προσεγγίσατε αυτή την πρόκληση; Kαι τελικά πώς δουλέψατε με τους ηθοποιούς σας;
Δεν με ενδιαφέρει να μεταφέρω την ταινία ρεαλιστικά στη σκηνή. Με ενδιαφέρει να την χρησιμοποιήσω ως αφετηρία για να μιλήσουμε για το σώμα, την επιθυμία, την υπερβολή και τελικά για τα όρια της ανθρώπινης ύπαρξης. Στο θέατρο μπορείς να απογυμνώσεις αυτή την ιστορία από τον ρεαλισμό της και να την δεις σχεδόν σαν μια τελετουργία αυτοκαταστροφής, ή σαν ένα σκοτεινό σχόλιο πάνω στην κοινωνία της κατανάλωσης. Για μένα το φαγητό δεν είναι το βασικό θέμα της ταινίας. Είναι περισσότερο μια μεταφορά. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι η λογική της υπερκατανάλωσης μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα και το πώς αυτή τελικά οδηγεί το σώμα στα όριά του. Γι’ αυτό και στις πρόβες δουλεύουμε πολύ σωματικά. Μας ενδιέφερε να δούμε πώς η επιθυμία μετατρέπεται σταδιακά σε υπερβολή και πώς η απόλαυση μπορεί να φτάσει μέχρι την εξάντληση. Όλα είναι όμως ακόμα εν εξελίξει- είμαστε στα μέσα των προβών ακόμα. Είμαι κι εγώ περίεργος να δω πώς θα λειτουργήσει όλα αυτό στο τέλος.
Art direction Photos: Carsten Klein
Art direction Photos: Carsten Klein
Art direction Photos: Carsten Klein
Στην παράσταση η λαιμαργία και η υπερκατανάλωση παρουσιάζονται ως αλληγορία. Σήμερα, σε έναν κόσμο αφθονίας αλλά και έντονου κενού, τι πιστεύετε ότι προσπαθούμε πραγματικά να «καταναλώσουμε»;
Σήμερα η κατανάλωση έχει πάρει και άυλες διαστάσεις. Καταναλώνουμε εμπειρίες, εικόνες, σχέσεις, ακόμα και τον ίδιο μας τον χρόνο. Πιάνω και εγώ συχνά τον εαυτό μου να προσπαθεί να γεμίσει το κενό (ακόμα και μάλλον ιδίως όταν είμαι μόνος μου)- για να αποφύγω τη σιωπή.
Στο σκηνοθετικό σας σημείωμα μιλάτε για μια «γιορτή–θυσία». Πώς μεταφράζεται αυτή η ιδέα σκηνικά; Είναι το φαγοπότι μια μορφή τελετουργίας;
Ωραίο να λες πράγματα, πριν τα δεις να παίρνουν μορφή. Αλλά ναι, σίγουρα, αυτός είναι ο στόχος. Με ενδιέφερε να δω αυτό το φαγοπότι όχι απλώς ως μια πράξη υπερβολής, αλλά σαν μια μορφή τελετουργίας. Μια γιορτή που σταδιακά μετατρέπεται σε θυσία. Οι ήρωες συγκεντρώνονται για να απολαύσουν, να γιορτάσουν την αφθονία, αλλά όσο προχωρά η διαδικασία αυτή η γιορτή αρχίζει να παίρνει μια σκοτεινή διάσταση. Το φαγοπότι λειτουργεί σαν μια τελετουργία εξομοίωσης: η ανάγκη να τρώει κανείς και να τρώγεται, ή ακόμη και η επιθυμία να φαγωθεί, είναι ισότιμες και εναλλάξιμες.
Art direction Photos: Carsten Klein
Στην εποχή των social media και της αδιάκοπης εικόνας, η υπερκατανάλωση έχει πάρει και μια ψηφιακή μορφή. Σας απασχόλησε αυτή η διάσταση στη σκηνοθετική σας προσέγγιση;
Η έμπνευση για το συγκεκριμένο έργο προέκυψε από την εμπειρία μου στην εστίαση. Δουλεύω σε fine dining εστιατόριο ως sommelier, όπου έχω ζήσει μεγάλα σκηνικά ματαιοδοξίας, επίδειξης και ακραίας κατανάλωσης- στιγμές που να θέλουν να ξεχάσουν ποιοι είναι. Κάθε πιάτο αντιμετωπίζεται σαν ένα κόνσεπτ, που πολλές φορές αρκεί απλώς να το δεις, να το φωτογραφίσεις και να το ανεβάσεις στο Instagram.Η μετάβαση από τη σωματική λαιμαργία στην ψηφιακή, νοητική διέγερση με ενδιέφερε πολύ θεωρητικά, και σαν υλικό σκέψης και έμπνευσης- όχι όμως θεατρικά.
Αν το φαγοπότι της παράστασης λειτουργεί ως καθρέφτης της εποχής μας, τι επιδιώκετε να αναγνωρίσουμε μέσα σε αυτό;
Πως μας λείπουν οι αληθινές εμπειρίες. Η παράσταση δεν δείχνει απλώς σπατάλη και λαιμαργία· προσπαθεί να φωτίσει την ψυχολογία πίσω από την υπερβολή: την τάση μας να επιδεικνύουμε, να φωτογραφίζουμε, να μοιραζόμαστε, και πώς η σωματική ηδονή μετατρέπεται σε νοητική διέγερση. Ο θάνατος δεν θα ερχόταν απο τη λαιμαργία αλλά από την εξάντληση της ανάγκης επιβίωσης.
Αν το φαγοπότι της παράστασης είναι μια αλληγορία της ανθρώπινης επιθυμίας, τι θα λέγατε ότι είναι αυτό που σήμερα σας «θρέφει» πραγματικά ως δημιουργό;
Με όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας, και ένα αίσθημα πανικού, φόβου και ανασφάλειας να μας κυριεύει, συχνά αναρωτιέμαι ποιο είναι το νόημα του θέλω να κάνω αυτά που θέλω να κάνω, ή τι με κινεί πια… Είχα διαβάσει κάτι, και δυστυχώς έχω ξεχάσει ποιος το είπε,- ήταν μετά την πτώση των δίδυμων πύργων: «Τους τρομοκράτες δεν θα τους καταβάλουμε με πολέμους, αλλά με τον τρόπο με τον οποίο θα συνεχίσουμε να ζούμε». Εκεί βρίσκω νόημα.
Art direction Photos: Carsten Klein
Info παράστασης:
Το Μεγάλο Φαγοπότι | Θέατρο Συγγρού 33
The post Ο σκηνοθέτης Κωνσταντίνος Βασιλακόπουλος μιλάει για «Το Μεγάλο Φαγοπότι» βασισμένο στην ταινία “La Grande Bouffe” που ανεβαίνει στη σκηνή appeared first on ελculture – Θέατρο, Μουσική, Τέχνη & Πολιτισμός.
Διαβάστε περισσότερα
