Τελευταία νέα
Ο Στέφανος Κασσελάκης καταγγέλλει τον Κωνσταντίνο Κυρανάκη για «σεξιστική συμπεριφορά» προς τη δημοσιογράφο Μίνα Καραμήτρου Ανησυχία: Στον Ευαγγελισμό η Μαρέβα Γκραμπόφσκι από το νοσοκομείο Λάρισας Συνέχεια στην κόντρα Δουδωνή – Χιώτη: «Καταγγείλτε με στις φιλοζωικές, είχα κυνηγήσει μία γάτα» Ε.Ράπτη: «Πίσω από το χάσμα στις αμοιβές ανδρών-γυναικών, κρύβονται σωρευτικές ανισότητες» Bloomberg: Αθήνα και Παρίσι ενισχύουν τη στρατηγική συνεργασία τους Κασσελάκης: Θέτει θέμα πτυχίου και για τον Μαρκόπουλο -Σκληρή απάντηση ΟΠΕΚΕΠΕ : Η δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για Τάσο Χατζηβασιλείου και Χαράλαμπο Αθανασίου Εξώδικο Δουδωνή στον διευθυντή του ΣΚΑΙ 100.3- Ρουσφετολογικές αναφορές Bloomberg: Ελλάδα και Γαλλία ανανεώνουν για 5 χρόνια την αμυντική τους συμφωνία Ένταση στον αέρα: η επίπληξη Κυρανάκη προς την Καραμήτρου για τους μορφασμούς (βίντεο) Συνάντηση Μητσοτάκη με τον Αντιπρόεδρο της Παλαιστινιακής Αρχής Hussein al-Sheikh ΚΚΕ: Υποκριτικές οι δηλώσεις του Α. Γεωργιάδη και όσων εδώ και χρόνια έχουν φορέσει φωτοστέφανο στην ΕΕ
Elculture.gr

«Οδός Μάλαγα» της Μαριάμ Τουζανί: Θέλω τα μαλλιά μου ακόμη μακριά

H Mαρία Άνχελες έχει ζήσει όλη τη ζωή της στην Ταγγέρη. Και είναι μια μακρά ζωή και τηρουμένων των αναλογιών φαίνεται πως ήταν και μια καλή ζωή. Το σίγουρο πάντως είναι ότι τώρα, στο κατώφλι των ογδόντα της, είναι μια ζωή που απολαμβάνει. Από τις γεύσεις των φαγητών και των γλυκών, ως το άκουσμα των δίσκων της στο πικ απ, ως το επιμελές βάψιμο των κόκκινων νυχιών της ή το πότισμα των κόκκινων λουλουδιών της στο μπαλκόνι. Η κόρη της η Κλάρα την επισκέπτεται από τη Μαδρίτη σχεδόν αιφνιδιαστικά, έχοντας να έρθει έναν χρόνο, και είναι ενδεικτικό του τρόπου σκέψης της Μαρία Άνχελες ότι θεωρεί πως η Κλάρα είναι ατημέλητη, με αποτέλεσμα να τη συμβουλεύει να μην αφήνεται, να φροντίζει τον εαυτό της κλπ.

Ωστόσο η Κλάρα αυτό ακριβώς έχει έρθει να κάνει, ο σκοπός της επίσκεψής της είναι να φροντίσει τον εαυτό της. Βρίσκεται σε πολύ άσχημη οικογενειακή κατάσταση, χωρίζει ενώ έχει δυο παιδιά, πέραν του ψυχολογικού σκέλους τα οικονομικά της προβλέπεται να επιδεινωθούν φουλ. Και σκάει τη βόμβα στη μητέρα της. Θέλει να πουλήσει το σπίτι. Δεν της το ζητά ως παράκληση, δεν της το θέτει προς συζήτηση, δεν της το εισάγει καν ως απαίτηση. Της το ανακοινώνει ως απόφαση. Μονομερή και τετελεσμένη. Το σπίτι το είχε γράψει ο πατέρας της σε εκείνη. Είναι στο όνομά της. Και μολονότι στις οικογενειακές σχέσεις μπορεί ενίοτε ο συναισθηματικός παράγοντας να είναι τόσο ισχυρός (ή και τόσο μπερδευτικός) ώστε να αποβαίνει καθοριστικότερος, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια τέτοια περίπτωση, εδώ η νομική αποτύπωση της πραγματικότητας είναι εκείνη που θα καθορίσει τις εξελίξεις: αφού το σπίτι νομικά ανήκει στην Κλάρα, ακόμα κι αν η μαμά της έμενε εκεί επί πολλές δεκαετίες, τώρα θα πρέπει να φύγει. 

Έτσι το μόνο δίλημμα που έχει να αντιμετωπίσει η Μαρία Άνχελες δεν είναι αν θα συναινέσει ή όχι στην πώληση του σπιτιού, αλλά το πού θα πάει από εδώ και μπρος μετά το ξεσπίτωμα: με την κόρη της και τα εγγόνια της στη Μαδρίτη ή στο ισπανικό γηροκομείο της Ταγγέρης; Αυτή την επιλογή η Κλάρα της την αφήνει, σε αυτή την επιλογή, καθώς η μαμά της έχει σώας τας φρένας της, δυνατότητα νομικής επιβολής δεν έχει. Και όσο η Κλάρα προσπαθεί να δικαιολογήσει στη μητέρα της την απόφασή της, μπορεί να επικαλείται μεν επιχειρήματα τύπου: «Δεν σου ζήτησα ποτέ τίποτα οικονομικά, τώρα είναι που έχω βρεθεί σε μεγάλη ανάγκη», εκείνο όμως που ποτέ δεν λέγεται είναι ότι πιθανόν από πίσω να υπάρχει και ο έξτρα δικαιολογητικός λόγος του «Εσύ την έχεις ζήσει πια τη ζωή σου, όσο σκληρό κι αν είναι να πρέπει να φύγεις, έχουν άλλοι τώρα σειρά και προτεραιότητα να ζήσουν σύμφωνα με τα θέλω τους και τις ανάγκες τους». Και η βασική σύγκρουση της ταινίας, ή μάλλον ο καταλύτης των εξελίξεών της, προκύπτει από το ότι ακριβώς η Μαρία Άνχελες δεν νιώθει ότι έζησε ό,τι είχε να ζήσει, δεν νιώθει έτοιμη να αποσυρθεί. 

Στην προηγούμενη ταινία της μαροκινής Μαριάμ Τουζανί, το υπέροχο «Mπλε Καφτάνι», βρισκόμασταν υπό μία έννοια στο αντίθετο άκρο των οικογενειακών σχέσεων και δυναμικών: εκεί επικρατούσε η υπέρβαση, ο μη εγωισμός, η προσφορά, το δόσιμο, εκεί η προτεραιότητα ήταν το επιθυμώ να είναι καλά ο άνθρωπος που αγαπώ, σύμφωνα με τα δικά του θέλω και τις δικές του ανάγκες. Στην «Οδό Μάλαγα» μπορεί να πει κανείς ότι έχουμε ένα καθρέφτισμα εγωισμών: και η κόρη και η μάνα λειτουργούν με βάση το τι είναι προτιμότερο για τις ίδιες, με το κόστος που αυτό συνεπάγεται για την άλλη να μπαίνει σε δεύτερη μοίρα. Ένας αστερίσκος ή ένας λόγος που εξηγεί τη διαφορά βέβαια, μπορεί να είναι ότι στο «Μπλε Καφτάνι» την έκλυση της ανιδιοτελούς και θυσιαστικής εκδοχής της αγάπης την επιτρέπει ακριβώς το γεγονός ότι έχουμε να κάνουμε με έναν άνθρωπο που όντως βλέπει τον ορίζοντα της δικής του ζωής να στενεύει. Μια άλλη πιθανή -και λιγότερο κολακευτική για τη μάνα και την κόρη της «Οδού Μάλαγα»- ερμηνεία ίσως και να έχει να κάνει με την ένταση και την ποιότητα των συναισθηματικών δεσμών σε σύγκριση με εκείνους του «Μπλε Καφτανιού». 

Όπως και στο «Μπλε Καφτάνι» η Τουζανί ακολουθεί μια στιβαρή και ευθεία αφηγηματική γραμμή, γράφαμε και τότε ότι κάνει το είδος των ταινιών «που ασχολούνται με μια βασική ιδέα, που θέλουν να εξερευνήσουν έναν πυρήνα, χωρίς να ενδιαφέρονται να απομακρυνθούν απ’ αυτόν και να τον εξαπλώσουν, θεωρώντας μάλλον οτιδήποτε άλλο περίσπαση ή παραγέμισμα». Έτσι, μάλλον δεν πρέπει να υπάρχει ούτε μία σκηνή στην οποία η Κάρμεν Μάουρα (σε έναν ακόμη ρόλο καριέρας 37 oλόκληρα χρόνια μετά τα αλμοδοβαρικά «Πρόθυρα Νευρικής Κρίσης») δεν είναι κάπως παρούσα. Η τρυφερότητα και η ζεστασιά της ματιάς της στις ηρωίδες και τους ήρωές της είναι όπως και στο Καφτάνι κι εδώ παρούσα και τελικά αφοπλιστικά σαγηνευτική. Εδώ μάλιστα είναι και πολύ πιο αξιοσημείωτη αυτή η τρυφερότητα, γιατί δεν παύει να αφορά μια ταινία που -σε ένα τουλάχιστον σκέλος της- μάς μιλά για τη σύγκρουση μιας μάλλον εγωκεντρικής και ψυχρής προς τη μάνα της κόρη με μια μάλλον εγωκεντρική και ψυχρή προς την κόρη της μάνα.  

Αν δεν θέλουμε να τα βρούμε όλα καλώς καμωμένα στο «Οδός Μάλαγα», μπορούμε να του καταλογίσουμε ότι είναι αρκετά καρτποσταλικό το βλέμμα του ως προς τον τόπο, ότι η Ταγγέρη και το υπόλοιπο Μαρόκο που βλέπουμε μοιάζει περισσότερο τουριστικό παρά ζωντανά αληθινό. Μπορούμε επίσης να καταλογίσουμε μερικές ευκολίες στο σενάριο, όπως για παράδειγμα ότι το τι συμβαίνει από ένα σημείο και μετά με το σπίτι δεν μοιάζει εντελώς πιθανό ή ότι επίσης για έναν άνθρωπο σαν τη Μαρία Άνχελες για την οποία ο τόπος της και η κοινότητά της είναι τόσο συστατικό στοιχείο της ταυτότητάς της το να μην έχει έναν ευρύτερο κοινωνικό και υποστηρικτικό κύκλο μοιάζει περίεργο, όσο κι αν προσπαθήσαμε να ξεμπερδέψουμε με αυτό με ατάκες τύπου «οι μισές σου φίλες έχουν πεθάνει και οι άλλες μισές έχουν γυρίσει στην Ισπανία». Η ευκολία όμως και η ευρηματικότητα δεν αλληλοαποκλείονται, γιατί ταυτόχρονα όσα συμβαίνουν από ένα σημείο και μετά με το σπίτι είναι και πολύ ευρηματικά, ενώ η έλλειψη φίλων εξισορροπείται με τις πολύ συχνές επισκέψεις – εξομολογήσεις της σε μια παιδική της φίλη καλόγρια. Η οποία δεν είναι απλά καλόγρια, αλλά έχει δώσει και όρκο σιωπής, εύρημα που δίνει την ευκαιρία για μερικές πραγματικά απολαυστικές σκηνές.

Κάπου στην ιστορία μπλέκεται κι ένας παλαιοπώλης, ο οποίος όταν πρωτοεμφανίζεται, λίγο η τραγιάσκα του, λίγο το παρουσιαστικό του και πολύ περισσότερο η φωνή του, μου θύμισαν τον Στέλιο Καζαντζίδη, αν και η αλήθεια είναι ότι ο ίδιος ως ήρωας δεν είναι καζαντζιδικός. Οι λίγες σκηνές που τον δείχνουν να ασχολείται με μεράκι με τη μαστορική και όχι την εμπορική πλευρά της δουλειάς του, φέρνουν στο νου μερικές αντίστοιχες από τους ράφτες του «Μπλε Καφτανιού», δείχνοντάς μας ότι η Τουζανί έχει εδώ ένα θέμα, με την καλύτερη δυνατή έννοια.

Ας κλείσουμε το κείμενο με δυο παζάρια. Δεν ξέρω αν έχει γίνει ηθελημένα ή όχι, θεωρώ πως μάλλον όχι, αλλά μερικές φορές στις ταινίες και τα βιβλία δημιουργούνται συνδέσεις στην αφήγηση της ιστορίας, οι οποίες ακόμα κι αν δεν ήταν σκόπιμες, έχουν όμως από μόνες τους το δικό τους γούστο. Από τη μια λοιπόν μια σκηνή κυριολεκτικού παζαριού για μια αγοραπωλησία. Πράξη πρώτη: «Πόσο κάνει – Τόσο – Όχι, ζητάς πάρα πολλά, στο επάγγελμα είμαι κι εγώ, πέσε τόσο – Δεν μπορώ να πέσω τόσο, μπορώ να πέσω μόνο τόσο – Εντάξει, ευχαριστούμε τότε, δεν θα το πάρουμε – Να είστε καλά, σας ευχαριστώ κι εγώ».

Πράξη δεύτερη, κάποια ώρα μετά: Ξαναπερνούν δήθεν τυχαία βολτάροντας μπροστά από το μαγαζί. Ο μαγαζάτορας τους βλέπει και φωνάζει «Κύριε, κύριε, ελάτε μέσα και θα τα βρούμε». Από την άλλη μια σκηνή ενός διαφορετικού παζαριού, ερωτικού: Πηγαίνουν σπίτι της, φέρνουν αυτό που αγόρασαν, διαπιστώνουν ότι κάτι λείπει, καληνυχτίζονται, κάποια ώρα μετά της ξαναχτυπά το κουδούνι, φέρνοντας αυτό που έλειπε.    
The post «Οδός Μάλαγα» της Μαριάμ Τουζανί: Θέλω τα μαλλιά μου ακόμη μακριά appeared first on ελculture – Θέατρο, Μουσική, Τέχνη & Πολιτισμός.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...