Με αλλεπάλληλα μηνύματα κατά της τοξικότητας που καταλογίζει στην αντιπολίτευση, αλλά και με προεκλογικού χαρακτήρα διλήμματα σε σχέση με το μέλλον της χώρας, επιχειρεί το Μέγαρο Μαξίμου να υπερβεί την πολιτική πίεση που ασκείται στο κυβερνών κόμμα από τις εξελίξεις με επίκεντρο τις δικογραφίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για τον ΟΠΕΚΕΠΕ και την εσωκομματική αναταραχή που αυτές εξακολουθούν να προκαλούν, παραμονές και της ψηφοφορίας για την άρση ασυλίας 11+2 γαλάζιων βουλευτών, όπου το ερώτημα είναι εάν και πόσοι βουλευτές της ΝΔ θα διαφοροποιηθούν τελικά, είτε καταψηφίζοντας κάποιες άρσεις ασυλίας, είτε δια της αποχής.
Απόστολος Χονδρόπουλος
Το Μέγαρο Μαξίμου ξεκαθάρισε χθες δια του κυβερνητικού εκπροσώπου, Παύλου Μαρινάκη ότι σε τέτοιες ψηφοφορίες δεν είθισται να μπαίνει θέμα κομματικής πειθαρχίας και ούτε σε αυτή την ψηφοφορία θα μπει, έστειλε ωστόσο και ένα διπλό μήνυμα προς τους βουλευτές που εξακολουθούν να δηλώνουν προβληματισμένοι και να σταθμίζουν την στάση τους:
Αφενός πως το να ψηφιστεί η άρση κάποιων ασυλιών και να μην ψηφιστεί κάποιων άλλων “δημιουργεί και κάποια προβλήματα”, όπως είπε, εξηγώντας πως “εάν δεν ψηφίσεις την άρση ασυλίας κάποιων βουλευτών και ψηφίσεις κάποιων άλλων, είναι σαν να θεωρείς ότι κάποιοι είναι αθώοι και κάποιοι είναι ένοχοι”.
Αφετέρου ότι “πρέπει να γίνει σεβαστό αυτό που και οι ίδιοι οι βουλευτές έχουν ζητήσει, δηλαδή την άρση της ασυλίας τους, για να αποδείξουν την αθωότητά τους”.
Σε μία συγκυρία όπου παρά τις πρωτοβουλίες για “φυγή προς τα εμπρός”, είναι σαφές ότι παραμένει δύσκολη για το κυβερνών κόμμα, το Μέγαρο Μαξίμου επιδιώκει να δημιουργήσει συνθήκες εσωκομματικής συσπείρωσης αξιοποιώντας και την πορεία προς το 16ο Τακτικό Συνέδριο της ΝΔ που θα διεξαχθεί 15 έως 17 Μαίου και χαρακτηρίστηκε χθες από τον Κυριάκο Μητσοτάκη ως “κομβικός σταθμός για τις επόμενες εθνικές εκλογές και για την Ελλάδα του 2030, όπως την οραματιζόμαστε”.
Η βασική διαχωριστική γραμμή που έθεσε χθες από το 4ο προσυνέδριο στο Ηράκλειο με το βλέμμα στις επόμενες εκλογές, είναι “ανάμεσα σε ένα κόμμα το οποίο έχει σχέδιο για την Ελλάδα του 2030 και σε κάποιους οι οποίοι ενδεχομένως να θέλουν να μας γυρίσουν πίσω στην Ελλάδα του 1980”. Και όπως είπε, “εμείς δεν θέλουμε να γυρίσουμε πίσω, θέλουμε να πάμε μπροστά”.
Ταυτόχρονα, όσον αφορά τη στάση των πολιτικών δυνάμεων απέναντι στα προβλήματα του τόπου, έκανε την αντιδιαστολή μεταξύ μίας κυβέρνησης η οποία μπορεί- όπως αναγνώρισε – “να έχει τα προβλήματά της, να έχει κάνει τα λάθη της, αλλά τελικά έχει το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον και την προσοχή της στο αποτέλεσμα και μιας αντιπολίτευσης η οποία επιμένει ουσιαστικά μόνο να μηδενίζει ή να αφορίζει, να ξέρει τι δεν θέλει αλλά να μην μπορεί να πει με καμία ακρίβεια τι είναι αυτό το οποίο θέλει”.
Στο ίδιο μήκος κύματος ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Κωστής Χατζηδάκης υποστήριξε στην ομιλία του πως “η Ελλάδα του 2030 δεν θα χτιστεί με ξύλινα συνθήματα και με τον πολιτικό βούρκο αλλά με σοβαρές πολιτικές, πολλή δουλειά και πολιτική σταθερότητα” και τόνισε πως “οι Έλληνες θα προστατεύσουν τους αγώνες τους και τους καρπούς της προσπάθειάς του”.
Αναφερόμενος μάλιστα και από την δική του πλευρά, σε πολύ υψηλούς τόνους στην αντιπολίτευση, έθεσε το ερώτημα “ποιος μπορεί να εγγυηθεί την πορεία της χώρας στην επόμενη τετραετία και να οδηγήσει σε αυτή τη διαδρομή με σοβαρότητα, διαφύλαξη της προόδου, σταθερότητα και προοπτική; Αυτοί που ως μόνιμη απάντηση έχουν την άρνηση, που δεν διδάχτηκαν τίποτα από το παρελθόν και επιμένουν σταθερά στη συνταγή των «λεφτόδεντρων»; Ή αυτοί που σε κάθε ζήτημα αναζητούν αιτίες τοξικότητας και διχασμού;”
Διαβάστε περισσότερα
