Της
ΕΥΑΓΓΕΛΙΑΣ ΛΙΑΚΟΥΛΗ
Βουλευτού ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝΑΛ Λάρισας,
Τομεάρχου Δικαιοσύνης, Θεσμών και Διαφάνειας, Ποινικολόγου,
Αντιπροέδρου της Επιτροπής Σωφρονιστικού Συστήματος της Βουλής
Τα υπερκέρδη των τραπεζών στην παρούσα συγκυρία, ανερχόμενα ήδη στο ιλιγγιώδες ποσό των 4,6 δισ. ευρώ καθαρά και 2,8 δισ. ευρώ σε μερίσματα που διανέμονται για το 2025, δεν αποτελούν προϊόν μιας υγιούς και ανταγωνιστικής αγοράς. Αντιθέτως, συνδέονται με μια στρεβλή τιμολόγηση του χρήματος, όπου η απόκλιση μεταξύ επιτοκίων καταθέσεων και χορηγήσεων (interest rate spread) παραμένει σε υψηλά επίπεδα, ενισχύοντας δυσανάλογα τα τραπεζικά περιθώρια κέρδους.
Η εξέλιξη αυτή δεν είναι τυχαία. Σε περιβάλλον αύξησης επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, οι τράπεζες προσαρμόζουν άμεσα προς τα πάνω τα επιτόκια δανεισμού, ενώ διατηρούν σχεδόν αμετάβλητες τις αποδόσεις καταθέσεων, δημιουργώντας ένα ασύμμετρο όφελος. Το αποτέλεσμα είναι μια μεταφορά εισοδήματος από νοικοκυριά και επιχειρήσεις προς το τραπεζικό σύστημα, χωρίς αντίστοιχη αύξηση της παραγωγικότητας ή της πιστωτικής επέκτασης.
Παράλληλα, η υψηλή συγκέντρωση της αγοράς –με περιορισμένο ανταγωνισμό– επιτρέπει τη διατήρηση αυτών των πρακτικών. Σε ολιγοπωλιακές δομές, οι τιμές δεν καθορίζονται από υγιή ανταγωνισμό, αλλά από τη δεσπόζουσα θέση λίγων παικτών, γεγονός που δικαιολογεί την ανάγκη ρυθμιστικής παρέμβασης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η πρόταση για επιβολή έκτακτης εισφοράς 8% στα υπερβάλλοντα κέρδη άνω των 400 εκατ. ευρώ για τα έτη 2025 – 2026 δεν συνιστά τιμωρητική πολιτική αλλά εργαλείο αποκατάστασης ισορροπίας. Πρόκειται για μια πρακτική που έχει ήδη εφαρμοστεί σε ευρωπαϊκές οικονομίες σε τομείς με υπερκέρδη (ενέργεια, τράπεζες), με στόχο τη δίκαιη ανακατανομή πόρων σε περιόδους κρίσης.
Απαντώντας στο επιχείρημα ότι «μια τέτοια εισφορά θα περιορίσει τη δανειοδότηση», τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η πιστωτική επέκταση δεν εξαρτάται πρωτίστως από τη φορολογία των τραπεζών αλλά από τη ζήτηση για επενδύσεις και την ποιότητα των δανειακών χαρτοφυλακίων. Επιπλέον, η εισφορά είναι στοχευμένη, προσωρινή και αφορά μόνο τα υπερκέρδη, διασφαλίζοντας ότι δεν υπονομεύεται η κεφαλαιακή επάρκεια.
Η επιτάχυνση της απόσβεσης του αναβαλλόμενου φόρου αποτελεί επίσης κρίσιμη διαρθρωτική παρέμβαση. Ο υψηλός όγκος αναβαλλόμενων φορολογικών πιστώσεων εξακολουθεί να αποτελεί ποιοτικό βάρος για τα ίδια κεφάλαια των τραπεζών. Η ταχύτερη απομείωσή του ενισχύει τη διαφάνεια, βελτιώνει τους δείκτες φερεγγυότητας και λειτουργεί θετικά για την αξιολόγηση της χώρας και του τραπεζικού συστήματος από τις αγορές.
Όσον αφορά το επιχείρημα ότι η ρύθμιση αυτή αποθαρρύνει επενδυτές, ισχύει το αντίθετο: Οι αγορές επιβραβεύουν συστήματα με καθαρούς ισολογισμούς και προβλέψιμο φορολογικό πλαίσιο. Η μείωση του αναβαλλόμενου φόρου ενισχύει τη βιωσιμότητα των τραπεζών σε βάθος χρόνου.
Τέλος, η παρέμβαση στις τραπεζικές προμήθειες αποκαθιστά βασικές αρχές της οικονομίας της αγοράς: Τη διαφάνεια και τη σύνδεση τιμής – κόστους. Οι υπέρογκες και συχνά αδικαιολόγητες χρεώσεις λειτουργούν ως κρυφός φόρος για τους πολίτες και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, περιορίζοντας το διαθέσιμο εισόδημα και την κατανάλωση. Η κατάργηση καταχρηστικών πρακτικών ενισχύει την εμπιστοσύνη και αυξάνει τη συνολική οικονομική δραστηριότητα.
Το συνεκτικό αυτό σχέδιο δεν στρέφεται κατά του τραπεζικού συστήματος. Αντιθέτως, στοχεύει στη μακροπρόθεσμη σταθερότητα και αξιοπιστία του, διασφαλίζοντας ότι η λειτουργία του υπηρετεί την πραγματική οικονομία και όχι τη διεύρυνση των ανισοτήτων.
Το πραγματικό δίλημμα, λοιπόν, δεν είναι αν θα προστατευθούν οι τράπεζες ή η κοινωνία. Αυτή είναι ίσως μια απλούστευση, η οποία, όταν μάλιστα συνοδεύεται από εμφανείς σκοπιμότητες, οδηγεί σε παρανοήσεις.
Είναι αν θα επιλέξουμε ένα μοντέλο οικονομίας που αναπαράγει υπερσυγκέντρωση πλούτου ή ένα μοντέλο που διαχέει δίκαια την ανάπτυξη.
Και σε αυτήν την επιλογή η απάντηση οφείλει να είναι ξεκάθαρη.
ΤΟ ΠΑΡΟΝ
The post Ευαγ. Λιακούλη στο “Π”: Υπερκέρδη τραπεζών: Μια παρεξηγημένη συζήτηση appeared first on ΤΟ ΠΑΡΟΝ.
Διαβάστε περισσότερα
